Πα. Αυγ 14th, 2020

Ο κίνδυνος της τραπεζικής απάτης αυξάνεται με την κρίση του κορωνοϊού

Την τελευταία δεκαετία, ο τραπεζικός κλάδος έχει βρεθεί στο επίκεντρο αυξανόμενων ελέγχων και δημόσιας κριτικής λόγω σκανδάλων. Κατά το lockdown λόγω κορωνοϊού, όμως, οι τράπεζες έχουν αναδειχθεί σε κρίσιμους εταίρους των φορέων παραγωγής πολιτικής που προσπαθούν να αποτρέψουν μια μεγάλης κλίμακας ύφεση. Στο πλαίσιο αυτό, ο εποπτικός έλεγχος έχει μπει στην άκρη ώστε να επιτραπεί στον κλάδο να εστιάσει στην παροχή οικονομικής συνδρομής.

Όμως, η μειωμένη ρυθμιστική επίβλεψη μπορεί να οδηγήσει στην εντονότερη εμφάνιση ενός σοβαρού κινδύνου: του τραπεζικού εγκλήματος και της κατάχρησης που εκμεταλλεύονται τη συγκυρία. Συνεπώς, οι τράπεζες πρέπει να είναι σε εγρήγορση για να αποφύγουν μελλοντικά σκάνδαλα και την οργή των εποπτικών αρχών. Αυτό που απαιτείται είναι πολιτικές βασισμένες σε αρχές που στόχο έχουν την ενθάρρυνση μιας υπεύθυνης εταιρικής κουλτούρας. Όπως σημειώνει και ο Heath Tarbert σε άρθρο του στο Harvard Business Law Review, η αποτελεσματική επίβλεψη βάσει αρχών συνίσταται στα εξής στοιχεία:

– Οι αρχές ορίζονται με μεγάλο βαθμό γενικότητας για τη μεγιστοποίηση της ευελιξίας και του εύρους εφαρμογής

– Οι αρχές εστιάζουν σε στόχους ή αποτελέσματα, και όχι σε συγκεκριμένες πρακτικές.

– Οι αρχές περιέχουν όρους που είναι ποιοτικοί παρά ποσοτικοί

– Οι αρχές μπορούν να συμπληρωθούν από κανόνες, όπου αυτό κρίνεται ορθό.

Αυτό που έχει καταδείξει η επιστήμη της συμπεριφοράς είναι ότι η άτυπη επιρροή προς τα μέλη του προσωπικού είναι συχνά πιο ισχυρή από τους επίσημους κανόνες. Με άλλα λόγια, η συμπεριφορά ενός οργανισμού δεν τροφοδοτείται τόσο από αναφορές σε εταιρικές αξίες που δημοσιεύονται σε εκθέσεις και δελτία τύπου. Περισσότερο τροφοδοτείται από την άσκηση πίεσης από συναδέλφους και από νόρμες συμπεριφοράς που διαδίδονται μέσα στον οργανισμό.

Για τους περισσότερους από εμάς, η μεγαλύτερη επιρροή στη συμπεριφορά μας προέρχεται από τις προσωπικές σχέσεις μας, την επιθυμία μας να γίνουμε αποδεκτοί, και τις ενέργειες που παρατηρούμε τριγύρω μας. Και οι προσπάθειες στη διαχείριση κινδύνου που αγνοούν αυτή την πραγματικότητα έχουν αποδειχθεί ανεπαρκείς. Απαιτούνται νέες προσεγγίσεις και εργαλεία.

Η πρόοδος της υπολογιστικής κοινωνικής επιστήμης επιτρέπει πλέον να πάμε πέρα από τις έρευνες γνώμης του προσωπικού και να μελετήσουμε τους παράγοντες κινδύνου που αφορούν τη συμπεριφορά και την κουλτούρα σε πραγματικό χρόνο.

Όταν εξοπλίζονται με συνεχείς αξιολογήσεις σε όλες τις λειτουργίες τους, οι μάνατζερ μπορούν να αφιερώσουν χρόνο και πόρους για να αντιμετωπίσουν τα κενά προτού εμφανιστούν τα προβλήματα.

Για παράδειγμα, σε μια μεγάλη τράπεζα μπορέσαμε να εντοπίσουμε έγκαιρα ενδείξεις σε μη ευαίσθητα σύνολα δεδομένων που σχετίζονταν με κακές πρακτικές διαχείρισης κινδύνου. Με αυτόν τον τρόπο, καθίσταται δυνατός ο ενεργητικός προσδιορισμός και ο μετριασμός του κινδύνου. Παράλληλα, προκύπτει η ευκαιρία περιορισμού του κόστους, εκεί όπου οι υπάρχουσες διαδικασίες και συστήματα αποδεικνύονται αναποτελεσματικές.