16/06/2024

Πέθανε ο ζωγράφος και γλύπτης Φερνάντο Μποτέρο

Πέθανε ο Φερνάντο Μποτέρο, Κολομβιανός ζωγράφος και γλύπτης, ανακοίνωσε σήμερα ο πρόεδρος της Κολομβίας, Γουστάβο Πέτρο.

Ο Φερνάντο Μποτέρο (Fernando Botero, 1932-2023) ήταν Κολομβιανός καλλιτέχνης και γλύπτης ιδιαιτέρως γνωστός για το προσωπικό του ύφος που ονομάζεται Μποτερίσμο και το οποίο απεικοινίζει ανθρώπους και αντικείμενα σε παραμορφωμένες και ευμεγέθεις διαστάσεις. Θεωρείται ένας από τους πιο αναγνωρισμένους καλλιτέχνες της Λατινικής Αμερική.

Ποιος είναι ο Φερνάντο Μποτέρο
Γεννημένος το 1932 στο Μεντεγίν της Κολομβίας, «πατρίδας» των καρτέλ των ναρκωτικών. Θεωρείται ένας από τους μεγαλύτερους καλλιτέχνες του 20ου αιώνα. Ο πατέρας του ήταν έμπορος και πέθανε όταν ο Φερνάντο ήταν δύο ετών. Η πρώτη του επαφή με τη ζωγραφική προήλθε εξ ολοκλήρου από βιβλία και αντίγραφα.

Σε ηλικία δώδεκα ετών, παράλληλα με τις σπουδές του, άρχισε να εκπαιδεύεται ως ταυρομάχος. Ωστόσο δεν έδειξε ποτέ ιδιαίτερο ενδιαφέρον στην τέχνη της ταυρομαχίας. Οι σκηνές των ταυρομαχιών, αποτέλεσαν όμως ένα από τα θέματα που επιχείρησε να αποδώσει στα πρώιμα έργα του, παράλληλα με αρκετές τοπιογραφίες, τις οποίες ζωγράφιζε στην ύπαιθρο.

Η πρώτη του ατομική έκθεση οργανώθηκε με μεγάλη επιτυχία το 1952, στη γκαλερί του Leo Matiz, στην Μπογκοτά όπου είχε εγκατασταθεί νωρίτερα. Τον ίδιο χρόνο, συμμετείχε στο 9ο Σαλόνι Κολομβιανών Καλλιτεχνών και απέσπασε το δεύτερο βραβείο, γεγονός που του εξασφάλισε φήμη στον κύκλο των καλλιτεχνών και διανοουμένων της Μπογκοτά, αλλά και αρκετά χρήματα ώστε να πραγματοποιήσει ένα ταξίδι στην Ευρώπη.

Το φθινόπωρο του 1952, ο Μποτέρο εγκαταστάθηκε στη Μαδρίτη και γράφτηκε στην Ακαδημία του Σαν Φερνάντο για σπουδές στη ζωγραφική. Τον Μάρτιο του 1955, επέστρεψε στην Μπογκοτά όπου πραγματοποίησε ατομική έκθεση, με έργα που είχε ολοκληρώσει κατά την περίοδο της διαμονής του στην Ιταλία. Η έκθεση αυτή σημείωσε αποτυχία, καθώς τα έργα έγιναν δεκτά με περιορισμένο ενδιαφέρον και θεωρήθηκαν αρκετά «ακαδημαϊκά».

Χωρίς οικονομικούς πόρους από τα έργα του, ο Μποτέρο αναγκάστηκε για ένα μικρό χρονικό διάστημα να συντηρηθεί οικονομικά εργαζόμενος ως πωλητής ελαστικών αυτοκινήτων. Λίγους μήνες αργότερα, αναχώρησε για το Μεξικό, το οποίο πρωταγωνιστούσε εκείνη την εποχή στην καλλιτεχνική ζωή της Λατινικής Αμερικής, με καλλιτέχνες διεθνούς ακτινοβολίας όπως η Φρίντα Κάλο ή ο Ντιέγκο Ριβέρα.

fernando botero 2
Το έργο του Μποτέρο «Ο Πρόεδρος και η Πρώτη Κυρία» (1989)
Ο Μποτέρο επηρεάστηκε από το μοντέρνο κίνημα στο Μεξικό, αν και ο ίδιος δεν το ακολούθησε ποτέ πιστά, και σύντομα άρχισε να συνεργάζεται με επαγγελματικές γκαλερί και να διαπραγματεύεται εκθέσεις έργων του σε χώρες του εξωτερικού.

Μετά την επιστροφή του στη Μπογκοτά, διορίστηκε καθηγητής ζωγραφικής στη Σχολή Καλών Τεχνών, σε ηλικία μόλις 26 ετών και αναγνωρισμένος ως ένας από τους σημαντικότερους καλλιτέχνες της νέας γενιάς. Την περίοδο αυτή ξεκίνησε να φιλοτεχνεί και «παραφράσεις» γνωστών πινάκων. Ανάμεσα στα διάσημα έργα από τα οποία εμπνεύστηκε για να φιλοτεχνήσει τη δική του εκδοχή, ανήκει η Μόνα Λίζα του Λεονάρντο και το Παιδί του Vallecas, έργο του Ντιέγκο Βελάσκεθ.

Το 1960 ταξίδεψε εκ νέου στην Ουάσιγκτον, με την ευκαιρία μίας ακόμα έκθεσης, και αυτή τη φορά αποφάσισε να παραμείνει στις Ηνωμένες Πολιτείες, μετακομίζοντας στη Νέα Υόρκη. Τα επόμενα χρόνια διαμόρφωσαν σημαντικά τον Μποτέρο ως καλλιτέχνη, κατά τρόπο ανάλογο με την μαθητεία του στην Ευρώπη. Μέχρι το 1965 κατέληξε στο ύφος της εικονογράφησής του, χωρίς να επηρεαστεί ιδιαίτερα από τις τεχνικές του Αφηρημένου Εξπρεσιονισμού ή της Ποπ Αρτ που αποτελούσαν τότε τα κυρίαρχα ρεύματα στη Νέα Υόρκη.

Παράλληλα εξασφάλισε την οικονομική επιτυχία μέσα από τα έργα του, τα οποία άρχισαν να εκτιμώνται ακόμα περισσότερο από τις αρχές του 1966. Τη χρονιά αυτή, οργανώθηκε μία έκθεση του Μποτέρο στο Ανόβερο, που συνοδεύτηκε από ευμενή σχόλια και κριτικές, καθώς και μία δεύτερη ατομική έκθεση στο Κέντρο Τέχνης του Μιλγουόκι, η οποία τον έκανε ευρύτερα γνωστό στο αμερικανικό κοινό. Από τα μέσα της δεκαετίας του 1960, πίνακες του Μποτέρο φιλοξενούνταν στις συλλογές του Μουσείου Μοντέρνας Τέχνης, του Μητροπολιτικού Μουσείου ή του Μουσείου Γκούγκενχαϊμ.

Το 1973 εγκαταστάθηκε στο Παρίσι και στράφηκε εκ νέου προς τη γλυπτική, με την οποία είχε ήδη από το 1964 πειραματιστεί. Τον επόμενο χρόνο, διοργανώθηκε η πρώτη του αναδρομική έκθεση στην Μπογκοτά, ενώ τα επόμενα χρόνια ακολούθησαν και άλλες, στο Καράκας της Βενεζουέλας (1976), στο Τόκιο και την Οσάκα (1980), στο Μαρτινύ της Ελβετίας (1990), στο Μεξικό (1997), στη Στοκχόλμη και την Κοπεγχάγη (2001) και στην Αθήνα (2006). Στις αρχές του 1980, εγκαταστάθηκε στην Τοσκάνη όπου ζει μέχρι σήμερα, ταξιδεύοντας τακτικά στη Νέα Υόρκη και την Κολομβία.