Το Χρηματιστήριο Αθηνών σε Εβδομαδιαία Πτώση 3,18%: Ο Πόλεμος στη Μέση Ανατολή Κοστίζει 14 Δισ. Ευρώ στην Κεφαλαιοποίηση
Με ισχυρή πτώση 3,18% έκλεισε η χρηματιστηριακή αγορά την εβδομάδα που τελειώνει, καταγράφει απώλειες 9,34% από την έναρξη του πολέμου, ενώ η συνολική κεφαλαιοποίηση της αγοράς έχει μειωθεί κατά 14,32 δισ. ευρώ. Οι υψηλές διακυμάνσεις χαρακτήρισαν τις συνεδριάσεις αυτής της εβδομάδος, με την εγχώρια αγορά να ακολουθεί τις διακυμάνσεις των διεθνών αγορών, οι οποίες κινήθηκαν
Η χρηματιστηριακή αγορά ολοκλήρωσε την εβδομάδα με σημαντική πτώση 3,18%, καταγράφοντας συνολικές απώλειες 9,34% από την έναρξη του πολέμου στη Μέση Ανατολή. Η κεφαλαιοποίηση της αγοράς έχει συρρικνωθεί κατά 14,32 δισ. ευρώ, με την έντονη μεταβλητότητα να χαρακτηρίζει τις πρόσφατες συνεδριάσεις. Η εγχώρια αγορά ακολούθησε τις διεθνείς τάσεις, οι οποίες επηρεάστηκαν κυρίως από τις διακυμάνσεις στις τιμές του πετρελαίου. Η Eurobank Equities εκτιμά ότι η πτώση του Γενικού Δείκτη από την έναρξη του πολέμου οφείλεται σε απομόχλευση θέσεων και όχι σε θεμελιώδη αναπροσαρμογή των αποτιμήσεων, ανοίγοντας έτσι ευκαιρίες για σταδιακή επανατοποθέτηση.
Σύμφωνα με την ανάλυση της Eurobank Equities, οι μεγαλύτεροι ωφελημένοι από την κατάσταση είναι τα διυλιστήρια HelleniQ και Motor Oil, λόγω της αύξησης στα περιθώρια κέρδους (crack spreads) σε diesel και αεροπορικά καύσιμα. Επίσης, η ΔΕΗ αναμένεται να επωφεληθεί από τις υψηλότερες τιμές χονδρικής ηλεκτρικής ενέργειας, αν και υπάρχει ο κίνδυνος ρυθμιστικών παρεμβάσεων. Στην κατηγορία των ωφελημένων εντάσσεται και η Metlen.
Αντίθετα, η Aegean και οι εταιρείες τουρισμού δέχονται τις ισχυρότερες πιέσεις, εξαιτίας της άμεσης έκθεσής τους στο κόστος των καυσίμων και του κινδύνου ελαστικότητας της ζήτησης στον τουριστικό τομέα. Οι τράπεζες, παρά το γεγονός ότι ωφελούνται από τα υψηλότερα έσοδα τόκων, αντιμετωπίζουν πιέσεις λόγω του αυξημένου κόστους κινδύνου, ως αποτέλεσμα της μακροοικονομικής αβεβαιότητας.
Παρά το διεθνές περιβάλλον αυξημένης αβεβαιότητας, η Deutsche Bank διατηρεί θετική στάση απέναντι στις ελληνικές τράπεζες, αναβαθμίζοντας τις τιμές-στόχους τους και υπογραμμίζοντας τις ισχυρές προοπτικές τους. Συγκεκριμένα, η Deutsche Bank δίνει τιμή-στόχο για την Alpha Bank στα 4,45 ευρώ (έναντι χθεσινού κλεισίματος 3,14 ευρώ), για την Eurobank στα 4,35 ευρώ (έναντι κλεισίματος 3,39 ευρώ), για την Πειραιώς στα 8,95 ευρώ, για την Εθνική στα 15,95 ευρώ και για την Κύπρου στα 10,40 ευρώ. Οι τρέχουσες αποτιμήσεις κρίνονται ελκυστικές, καθώς οι ελληνικές τράπεζες διαπραγματεύονται στις 6,5 φορές τα εκτιμώμενα κέρδη του 2027, σε σύγκριση με τις ευρωπαϊκές που κινούνται κοντά στις 8 φορές.
Η NBG Securities αναδεικνύει την ισχυρή κερδοφορία, τις αυξημένες διανομές και την ανθεκτικότητα των ελληνικών τραπεζών απέναντι στις πιέσεις των επιτοκίων για το 2025. Επισημαίνει επίσης ότι οι ελληνικές τράπεζες συνεχίζουν να διαπραγματεύονται με discount (έκπτωση) σε σχέση με τις ευρωπαϊκές.
Ο Γενικός Δείκτης Τιμών
Ο Γενικός Δείκτης Τιμών ολοκλήρωσε την εβδομάδα στις 2.064,77 μονάδες, σημειώνοντας εβδομαδιαία πτώση 3,18% σε σχέση με τις 2.132,56 μονάδες της προηγούμενης εβδομάδας. Από τις αρχές Μαρτίου, ο δείκτης υποχωρεί κατά 9,34%, ενώ από την αρχή του έτους καταγράφει πτώση 2,64%.
Ο δείκτης της υψηλής κεφαλαιοποίησης FTSE/ASE 25 έκλεισε την εβδομάδα με πτώση 3,32%, τον Μάρτιο έχει υποχωρήσει κατά 9,82%, ενώ από την αρχή του 2026 έχει απώλειες 2,27%.
Ο δείκτης της μεσαίας κεφαλαιοποίησης FTSE MID έκλεισε με εβδομαδιαία πτώση 2,81%, τον Μάρτιο υποχωρεί κατά 6,65% και από την αρχή του έτους καταγράφει πτώση 8,68%.
Ο τραπεζικός δείκτης έκλεισε την εβδομάδα με απώλειες 3,72%, τον Μάρτιο καταγράφει πτώση 13,12%, ενώ από την αρχή του 2026 έχει πτώση 2,91%.
Συναλλαγές και Κεφαλαιοποίηση
Η συνολική αξία των συναλλαγών κατά τη διάρκεια της εβδομάδας ανήλθε στα 1.558,882 εκατ. ευρώ, με τη μέση ημερήσια αξία συναλλαγών να διαμορφώνεται στα 311,776 εκατ. ευρώ, έναντι 253,345 εκατ. ευρώ της προηγούμενης εβδομάδας.
Η συνολική κεφαλαιοποίηση της αγοράς μειώθηκε κατά 4,581 δισ. ευρώ, φτάνοντας τα 142,803 δισ. ευρώ, ενώ από την αρχή του έτους είναι μειωμένη κατά 3,451 δισ. ευρώ.
