Ρόδος: Συντηρητής κατηγορείται για καταγραφή καμαριερών που άλλαζαν ρούχα σε αποδυτήρια ξενοδοχείου – Παραπέμπεται σε δίκη για κακούργημα
Ένας άνδρας από τη Ρόδο κατηγορείται ότι βιντεοσκοπούσε καμαριέρες σε ξενοδοχείο του νησιού. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Ρόδου, έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ώστε ο κατηγορούμενος, ημεδαπός εργαζόμενος ως συντηρητής, να δικαστεί για κακουργηματική πράξη που αφορά αποτύπωση σε υλικό φορέα μη δημόσιας πράξης άλλου κατά συρροή. Στο κέντρο της δικογραφίας βρίσκονται όσα φέρεται να συνέβησαν
Ένας άνδρας από τη Ρόδο αντιμετωπίζει την κατηγορία της παράνομης καταγραφής ιδιωτικής ζωής, κατηγορούμενος ότι τοποθέτησε κρυφά κινητό τηλέφωνο για να βιντεοσκοπήσει δύο καμαριέρες σε ξενοδοχείο του νησιού ενώ άλλαζαν ρούχα.
Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Ρόδου, κρίνοντας ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις, παρέπεμψε τον κατηγορούμενο, ο οποίος εργαζόταν ως συντηρητής στο ξενοδοχείο, σε δίκη για κακουργηματική πράξη. Συγκεκριμένα, η κατηγορία αφορά την αποτύπωση μη δημόσιας πράξης άλλου σε υλικό φορέα, κατ’ εξακολούθηση.
Στο επίκεντρο της υπόθεσης βρίσκονται τα γεγονότα που φέρονται να συνέβησαν στις 4 Μαΐου 2025 στον χώρο των αποδυτηρίων του ξενοδοχείου, καθώς και οι ισχυρισμοί του κατηγορούμενου, ο οποίος προσπάθησε να αποδώσει το περιστατικό σε παρεξήγηση ή ακούσιο συμβάν.
Ρόδος: Το χρονικό της υπόθεσης στο ξενοδοχείο
Η δικαστική διερεύνηση ξεκίνησε με τις ένορκες καταθέσεις των παθουσών, οι οποίες υποβλήθηκαν στις 5 Μαΐου 2025. Αυτές οι καταθέσεις λειτούργησαν ως μηνύσεις, οδηγώντας στη δημιουργία δικογραφίας και την έναρξη προκαταρκτικής εξέτασης. Ακολούθησε η άσκηση ποινικής δίωξης στις 31 Οκτωβρίου 2025 και η παραγγελία για κύρια ανάκριση. Μετά την απολογία του κατηγορούμενου, παρουσία του συνηγόρου του, του επιβλήθηκε ο περιοριστικός όρος της απαγόρευσης εξόδου από τη χώρα.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που συγκεντρώθηκαν, ο κατηγορούμενος εργαζόταν το 2025 ως συντηρητής σε ξενοδοχείο της Ρόδου, ενώ οι δύο παθούσες, αλλοδαπές υπήκοοι, εργάζονταν ως καμαριέρες στον ίδιο χώρο.
Στις 4 Μαΐου 2025, περίπου στις 14:50, οι δύο εργαζόμενες κατευθύνθηκαν προς το δωμάτιο που χρησίμευε ως αποδυτήρια, προκειμένου να αλλάξουν ρούχα. Εκείνη την ώρα, παρουσιάστηκε πρόβλημα στη συρόμενη πόρτα του χώρου και κάλεσαν τον συντηρητή για την επισκευή της.
Η δικογραφία περιγράφει ότι ο κατηγορούμενος ζήτησε να αφήσει την τσάντα εργασίας του μαζί με τα εργαλεία στον χώρο, κάτι που οι εργαζόμενες δέχθηκαν. Αφού ο συντηρητής αποχώρησε, οι δύο γυναίκες φέρεται ότι άρχισαν να αλλάζουν ρούχα. Τότε, αντιλήφθηκαν ότι μέσα σε μια θήκη της τσάντας του συντηρητή είχε τοποθετηθεί ένα κινητό τηλέφωνο, με την κάμερα ενεργοποιημένη, με σκοπό να καταγράψει τη στιγμή της αλλαγής ρούχων.
Σύμφωνα με τα ίδια στοιχεία, οι παθούσες πήραν τη συσκευή, διαπίστωσαν ότι γινόταν βιντεοσκόπηση, διέγραψαν το σχετικό βίντεο, άφησαν το κινητό στη θέση του και ενημέρωσαν άμεσα την προϊσταμένη τους.
Την επόμενη ημέρα, μετά από ενημέρωση της διοίκησης του ξενοδοχείου, ο κατηγορούμενος απομακρύνθηκε από την εργασία του.
Ρόδος: Τι υποστήριξε απολογούμενος ο κατηγορούμενος
Κατά την κύρια ανάκριση, ο κατηγορούμενος αρνήθηκε τις κατηγορίες και ανέπτυξε συγκεκριμένη υπερασπιστική γραμμή, εστιάζοντας στην παρουσία του στον χώρο, στον χρόνο επιστροφής του και στην πιθανότητα ακούσιας ενεργοποίησης της κάμερας.
- Πρώτον, υποστήριξε ότι η παρουσία του στα αποδυτήρια ήταν αποκλειστικά για την επισκευή της πόρτας. Αφού διαπίστωσε ότι χρειαζόταν ανταλλακτικά, ζήτησε να αφήσει την εργαλειοθήκη του μαζί με το κινητό του, επειδή θα επέστρεφε σύντομα με τα απαραίτητα εξαρτήματα.
- Δεύτερον, ανέφερε ότι όταν επέστρεψε στον χώρο, οι δύο εργαζόμενες δεν εξέφρασαν καμία ανησυχία ή αντίδραση σχετικά με την καταγραφή, ενώ, σύμφωνα με τον ισχυρισμό του, δεν έδειχναν αναστατωμένες. Με αυτό τον τρόπο, προσπάθησε να αμφισβητήσει την αναφερόμενη χρονική ακολουθία και την άμεση αντίδραση των παθουσών.
- Τρίτον, ισχυρίστηκε ότι την επόμενη ημέρα ενημερώθηκε από τον διευθυντή του ξενοδοχείου για το περιστατικό και του ζητήθηκε να παραιτηθεί, κάτι που έκανε για λόγους ευθιξίας. Πρόκειται για έναν ισχυρισμό που επιχειρεί να παρουσιάσει την αποχώρησή του ως προσωπική επιλογή και στάση, αποφεύγοντας την έμμεση παραδοχή ενοχής.
- Τέταρτον, διατύπωσε και έναν εναλλακτικό ισχυρισμό: ακόμα και αν υπήρξε καταγραφή, αυτή μπορεί να οφείλεται σε λάθος χειρισμό, όπως ακούσια πίεση κάποιου πλευρικού κουμπιού της συσκευής που ενεργοποίησε την κάμερα. Με αυτό το επιχείρημα, η υπεράσπιση μετακινείται από την πλήρη άρνηση προς ένα σενάριο ακούσιου συμβάντος, το οποίο θα απέκλειε τον δόλο.
Πώς αξιολογήθηκαν οι ισχυρισμοί και τι βάρυνε στην κρίση για παραπομπή
Η εισαγγελική πρόταση, στην οποία αναφέρεται το Συμβούλιο, αξιολόγησε τους παραπάνω ισχυρισμούς ως μη πειστικούς σε σχέση με το σύνολο του αποδεικτικού υλικού, δίνοντας ιδιαίτερο βάρος στις καταθέσεις των παθουσών.
Σύμφωνα με τη δικογραφία, οι δύο εργαζόμενες περιέγραψαν με σαφήνεια την ύπαρξη ενεργής βιντεοσκόπησης, την αντίδρασή τους και την άμεση ενημέρωση της προϊσταμένης τους.
Επιπλέον, καταγράφεται ότι οι παθούσες ανέφεραν πως ενημερώθηκαν ότι ο κατηγορούμενος φέρεται να παραδέχθηκε την πράξη του ενώπιον του διευθυντή του ξενοδοχείου. Αυτό το στοιχείο αξιολογήθηκε ως επιβαρυντικό για την αξιοπιστία της άρνησης του κατηγορούμενου.
Παράλληλα, στο σκεπτικό της απόφασης αναφέρεται ότι δεν προέκυψαν ενδείξεις για ύπαρξη κινήτρων εκ μέρους των παθουσών, όπως εχθρότητα ή οικονομικές διαφορές, που θα μπορούσαν να τις ωθήσουν στην κατασκευή ή διόγκωση γεγονότων με σκοπό να βλάψουν τον κατηγορούμενο.
Η απουσία ενός τέτοιου υπόβαθρου παρουσιάζεται ως παράγοντας που ενισχύει την εκτίμηση ότι οι καταθέσεις τους δεν εξυπηρετούν αλλότριους σκοπούς.
Με βάση όλα αυτά, το Συμβούλιο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής, δηλαδή ένα επίπεδο πιθανολόγησης ικανό να στηρίξει μια δημόσια κατηγορία στο ακροατήριο, χωρίς αυτό, βεβαίως, να προδικάζει την τελική απόφαση του δικαστηρίου.
