Η Διεκδίκηση των Κλαπέντων Χειρογράφων και Κειμηλίων της Ιεράς Μητροπόλεως Σερρών και Νιγρίτης από τους Βουλγάρους: Νομική Διερεύνηση
Ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Ακαδημαϊκός και Επίτιμος Καθηγητής της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών κ. Προκόπιος Παυλόπουλος συμμετείχε στην Ημερίδα που συνδιοργάνωσαν η Ιερά Μητρόπολις Σερρών και Νιγρίτης, ο Δήμος Σερρών και η Αντιπεριφέρεια Σερρών για την επιστροφή των κλαπέντων από τους Βουλγάρους Χειρογράφων και Κειμηλίων της Ιεράς Μητροπόλεως Σερρών και Νιγρίτης. Στην ομιλία
Ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Ακαδημαϊκός και Επίτιμος Καθηγητής της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, κ. Προκόπιος Παυλόπουλος, συμμετείχε στην Ημερίδα που συνδιοργανώθηκε από την Ιερά Μητρόπολη Σερρών και Νιγρίτης, τον Δήμο Σερρών και την Αντιπεριφέρεια Σερρών. Η εκδήλωση αφορούσε την επιστροφή κλαπέντων από τους Βουλγάρους Χειρογράφων και Κειμηλίων της Ιεράς Μητροπόλεως Σερρών και Νιγρίτης. Στην ομιλία του, με τίτλο «Η διεκδίκηση των κλαπέντων από τους Βουλγάρους Χειρογράφων και Κειμηλίων της Ιεράς Μητροπόλεως Σερρών και Νιγρίτης με βάση το Διεθνές Δίκαιο και το Ευρωπαϊκό Δίκαιο», ο κ. Παυλόπουλος ανέπτυξε τα εξής σημεία:
Πρόλογος
Με βαθύ σεβασμό προς την Ιστορία του Τόπου, βρέθηκα σήμερα ανάμεσά σας για να αναδείξουμε, από κοινού, το δικαίωμα αλλά και την υποχρέωση της Ιεράς Μητροπόλεως Σερρών και Νιγρίτης να διεκδικήσει τα κλαπέντα από τους Βουλγάρους Χειρόγραφα και Κειμήλια, τα οποία ανήκουν σε συγκεκριμένους Ναούς και Μονές της. Ιδιαίτερη μνεία έγινε στην Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου Σερρών, Φάρο Πνεύματος, Παιδείας και Πολιτισμού, και αρχιτεκτονικό αριστούργημα του 13ου αιώνα, η οποία συνδέεται άρρηκτα με την ιστορική πορεία της Τοπικής Εκκλησίας και αποτελεί ιερό προσκύνημα. Επίσης, αναφέρθηκε ο Περικαλλής Μητροπολιτικός Ναός των Αγίων Θεοδώρων Σερρών.
Δυστυχώς, τόσο η Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου όσο και ο Μητροπολιτικός Ναός των Αγίων Θεοδώρων Σερρών υπέστησαν επιδρομές και καταστροφές, με τις χειρότερες να καταγράφονται το 1917 και το 1942, όταν από τη Μονή και τον Ναό εκλάπησαν από τους Βουλγάρους ιερά λείψανα, πολύτιμοι χειρόγραφοι κώδικες και πολλά άλλα κειμήλια. Όλα αυτά αποτέλεσαν μία «πολιτιστικά ειδεχθή τυμβωρυχία», η οποία στέρησε από την Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου και τον Μητροπολιτικό Ναό των Αγίων Θεοδώρων μέρος της λάμψης τους ως αναντικατάστατων Βυζαντινών Μνημείων και αυθεντικών κοσμημάτων της Ορθοδοξίας.
Ι. Το χρονικό των κλαπέντων Χειρογράφων το 1917
Το σύνολο των Χειρογράφων Κωδίκων και Εντύπων της Ιεράς Μονής Τιμίου Προδρόμου φυλασσόταν στον Πύργο της Μονής, ο οποίος μετατράπηκε σε Βιβλιοθήκη μετά από ανακαίνιση το 1856. Επιπλέον, πολύτιμα κειμήλια υπήρχαν και στον Μητροπολιτικό Ναό των Αγίων Θεοδώρων Σερρών.
Οι Βούλγαροι, στο πλαίσιο ενός σχεδίου αφελληνισμού της Ανατολικής Μακεδονίας, εξουσιοδότησαν τον Vladimir Sis να καταγράψει τα κειμήλια με σκοπό τη μεταφορά τους στη Βουλγαρία.
Α. Τα κλαπέντα από τους Βουλγάρους Χειρόγραφα κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου
Το σχέδιο λεηλασίας των πολιτιστικών θησαυρών έγινε γνωστό στο Ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών τον Φεβρουάριο του 1917. Στις 23 Ιουνίου 1917, ένα Βουλγαρικό απόσπασμα κατέλαβε την Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου. Μετά από ύβρεις και απειλές, οι Βούλγαροι εκτόπισαν τους μοναχούς στις 27 Ιουνίου 1917 και στις 28-29 Ιουνίου, βασιζόμενοι στις καταγραφές του Vladimir Sis, λεηλάτησαν τη Μονή.
Σύμφωνα με την καταγραφή του Επισκόπου Καμπανίας Διοδώρου, εκλάπησαν 313 Χειρόγραφα, 4 Χρυσόβουλα Βυζαντινών Αυτοκρατόρων, 5 Πατριαρχικά Σιγίλλια και 4 Αρχαίοι Κώδικες. Η καταγραφή αυτή επιβεβαιώνεται από αυτόπτες μάρτυρες και μελετητές. Ο Vladimir Sis, με τον κατάλογο των κλοπιμαίων που συνέταξε, επιβεβαιώνει την προσχεδιασμένη κλοπή.
Στον «Κατάλογο των Ελληνικών Χειρογράφων της Βουλγαρικής Ακαδημίας Επιστημών» περιγράφονται 537 περγαμηνά και χαρτώα χειρόγραφα από τις βιβλιοθήκες των Μονών Τιμίου Προδρόμου και Εικοσιφοίνισσας, καθώς και του Μητροπολιτικού Ναού Αγίων Θεοδώρων Σερρών.
Σημαντικότεροι κώδικες ήταν η Συλλογή Α, που περιείχε το Τυπικό της Μονής και 14 αντίγραφα εγγράφων, και η Συλλογή Β, που περιέχει έγγραφα από το 1279 έως το 1800. Η Συλλογή Α εντοπίστηκε στην Πανεπιστημιακή Βιβλιοθήκη της Πράγας, ενώ η Συλλογή Β βρίσκεται στη Βιβλιοθήκη του Κέντρου Σλαβοβυζαντινών Σπουδών Ivan Dujcev.
Το 1919, η Συνθήκη Ειρήνης του Νεϊγύ (άρθρα 125 και 126) υποχρέωνε τη Βουλγαρία να επιστρέψει στην Ελλάδα τα κλεμμένα βιβλία, κώδικες και αρχεία. Παρότι το 1923 ελληνική αντιπροσωπεία παρέλαβε κλεμμένα κειμήλια, η Βουλγαρία αρνείτο έκτοτε την ύπαρξη ελληνικών χειρογράφων στις βιβλιοθήκες της. Το 1990, διεθνές συνέδριο αποκάλυψε ότι τα κλεμμένα χειρόγραφα βρίσκονταν στο Ίδρυμα Ivan Dujcev.
Από τα χειρόγραφα που επέστρεψαν στην Ελλάδα, 236 βρίσκονται στην Εθνική Βιβλιοθήκη και 4 στο Βυζαντινό Μουσείο Αθηνών. Τα έντυπα βιβλία μοιράστηκαν σε διάφορες βιβλιοθήκες. Τα 62 επιστραφέντα κειμήλια, ως επί το πλείστον, είναι μικρής καλλιτεχνικής αξίας, ενώ τα σπουδαιότερα κρατήθηκαν από τους Βουλγάρους.
Στην Βιβλιοθήκη του Κέντρου Ivan Dujcev βρίσκονται ακόμη 20 περγαμηνά χειρόγραφα και 21 χαρτώα, μεταξύ των οποίων ο Αρχαίος Κώδικας Β΄ της Ιεράς Μονής Τιμίου Προδρόμου, καθώς και 25 χαρτώα χειρόγραφα, συμπεριλαμβανομένου του Τυπικού της Μονής.
Β. Η κλοπή από τους Βουλγάρους των Βυζαντινών Εικόνων και άλλων Κειμηλίων της Ιεράς Μητροπόλεως Σερρών και Νιγρίτης τον Αύγουστο του 1942
Κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου, οι Βούλγαροι εγκατέστησαν δύο Βούλγαρους μοναχούς στην Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου.
Στις 5 Αυγούστου 1942, ο Δημήτριος Ρίζωφ, εκπρόσωπος του Συνοδικού Εκκλησιαστικού Μουσείου της Βουλγαρίας, μαζί με τον ηγούμενο Στέφανο Ντοστοΐσκη, αφαίρεσαν από το Καθολικό της Μονής 22 Βυζαντινές φορητές εικόνες, δύο φύλλα από τρίπτυχα, δύο αντιμήνσια, τρεις στάμπες και πέντε χειρόγραφα χαρτώα.
Μετά την απελευθέρωση των Σερρών, η διοίκηση της Ιεράς Μονής Τιμίου Προδρόμου ζήτησε την επιστροφή των κλοπιμαίων, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Σήμερα, η Βουλγαρία δεν μπορεί να προφασισθεί άγνοια της κλοπής.
ΙΙ. Οι νομικές βάσεις για τη διεκδίκηση από την Ιερά Μητρόπολη Σερρών και Νιγρίτης των κλαπέντων από τους Βουλγάρους Χειρογράφων και Κειμηλίων
Οι νομικές βάσεις για τη διεκδίκηση στηρίζονται στη Συνθήκη Ειρήνης του Νεϊγύ (1919) και στη Σύμβαση της Χάγης (1954).
Α. Τα δεδομένα της Συνθήκης του Νεϊγύ του 1919
Η Συνθήκη υποχρέωνε τη Βουλγαρία να επιστρέψει στην Ελλάδα όλα τα αρπαγέντα έγγραφα, αρχεία και αντικείμενα αρχαιολογικού, ιστορικού ή καλλιτεχνικού ενδιαφέροντος κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου.
Τα άρθρα 125 και 126 της Συνθήκης είναι κρίσιμα, καθώς ορίζουν την υποχρέωση της Βουλγαρίας να αναζητήσει και να αποδώσει τα κλαπέντα αντικείμενα. Η Βουλγαρία, από το 1923, άρχισε να επιστρέφει κλεμμένα αντικείμενα, αν και αρνήθηκε να επιστρέψει το μεγαλύτερο μέρος τους. Οι αξιώσεις της Ιεράς Μητροπόλεως Σερρών και Νιγρίτης παραμένουν νομικά ενεργές.
Β. Τα δεδομένα της Σύμβασης της Χάγης του 1954
Η Σύμβαση της Χάγης καθιερώνει δύο επίπεδα προστασίας: την προστασία και επιστροφή πολιτιστικών αγαθών που εκλάπησαν κατά τη διάρκεια πολεμικών συγκρούσεων, και την ειδική προστασία αγαθών που έχουν εγγραφεί στο «Διεθνές Μητρώο Πολιτιστικών Αγαθών υπό Καθεστώς Εθνικής Προστασίας».
Οι διατάξεις της Σύμβασης ισχύουν erga omnes, δηλαδή και έναντι κρατών που δεν έχουν προσχωρήσει σε αυτή, καθώς έχει αποκτήσει εθιμικό χαρακτήρα. Η ισχύς της εκτείνεται και στην προστασία πολιτιστικών αγαθών που εκλάπησαν πριν την έναρξη ισχύος της.
Η Ιερά Μητρόπολη Σερρών και Νιγρίτης νομιμοποιείται να επικαλεστεί και να χρησιμοποιήσει τις διατάξεις της Συνθήκης της Χάγης και του Ευρωπαϊκού Δικαίου ενώπιον κάθε αρμόδιου Διεθνούς Forum, δικαστικού ή μη, κατά της Βουλγαρίας.
Επίλογος
Ο συνδυασμός των διατάξεων της Συνθήκης Ειρήνης του Νεϊγύ του 1919 και της Σύμβασης της Χάγης του 1954, παρέχει στην Ιερά Μητρόπολη Σερρών και Νιγρίτης, με την συνδρομή της Ελληνικής Πολιτείας, τη δυνατότητα να διεκδικήσει όλα τα μη επιστραφέντα ακόμη χειρόγραφα και κειμήλια. Η διεκδίκηση αυτή μπορεί να κινηθεί τόσο διπλωματικά όσο και δικαστικά, αξιοποιώντας και τις διατάξεις του Ευρωπαϊκού Δικαίου, δεδομένου ότι η Βουλγαρία είναι πλήρες Κράτος-Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
