Η Κρήτη ανθίζει με αβοκάντο: Πάνω από 15.000 στρέμματα καλλιέργειας και δυναμική ανάπτυξη
Μια καλλιέργεια που πριν από μερικές δεκαετίες έμοιαζε σχεδόν εξωτική για τα ελληνικά δεδομένα, σήμερα έχει αποκτήσει σταθερή θέση στον αγροτικό χάρτη της Κρήτης. Το αβοκάντο δεν είναι πλέον μια δοκιμαστική επιλογή για λίγους παραγωγούς, αλλά μια δυναμική δενδρώδης καλλιέργεια, με σημαντική οικονομική αξία και αυξανόμενη ζήτηση. Κάτι που φαίνεται και από την καλλιεργούμενη έκταση
Μια καλλιέργεια που πριν από λίγες δεκαετίες φάνταζε σχεδόν εξωτική για τα ελληνικά δεδομένα, σήμερα έχει εδραιωθεί γερά στον αγροτικό χάρτη της Κρήτης. Το αβοκάντο δεν αποτελεί πλέον μια πειραματική επιλογή για λίγους παραγωγούς, αλλά μια ακμάζουσα δενδρώδη καλλιέργεια, με σημαντική οικονομική αξία και διαρκώς αυξανόμενη ζήτηση.
Αυτό αποτυπώνεται και στην καλλιεργούμενη έκταση, η οποία, σύμφωνα με την ερευνήτρια του ΕΛΓΟ-ΔΗΜΗΤΡΑ, Τζατζάνη Θηρεσία-Τερέζα, από το Ινστιτούτο Ελιάς, Υποτροπικών Φυτών και Αμπέλου, ξεπερνά τα 15.000 στρέμματα στο νησί, το οποίο παραμένει το κύριο κέντρο της ελληνικής παραγωγής.
Όπως εξηγεί η κ. Τζατζάνη στο Αθηναϊκό – Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων, “η πραγματική έκταση της καλλιέργειας είναι πολύ μεγαλύτερη από αυτή που εμφανίζεται στα επίσημα στοιχεία”. Υπογραμμίζει δε ότι “τα τελευταία διαθέσιμα δεδομένα του ΟΠΕΚΕΠΕ καταγράφουν περίπου 5.000 δηλωμένα στρέμματα, ωστόσο όσοι παρακολουθούν στενά την καλλιέργεια στο νησί εκτιμούν ότι η πραγματική έκταση ξεπερνά τα 15.000 στρέμματα”.
Η ερευνήτρια επισημαίνει ότι η ακριβής αποτύπωση της καλλιέργειας αποτελεί ένα από τα ζητήματα που χρήζουν αντιμετώπισης τα επόμενα χρόνια. Η μέση παραγωγή εκτιμάται περίπου στους 1,2 τόνους ανά στρέμμα, αλλά οι αποδόσεις παρουσιάζουν διαφοροποιήσεις, επηρεαζόμενες από την περιοχή, την ποικιλία, την ηλικία των δέντρων, τη φροντίδα του παραγωγού και, κυρίως, από τη διαθεσιμότητα νερού.
Η Κρήτη διαθέτει μακρά εμπειρία στην καλλιέργεια του αβοκάντο, με το Ινστιτούτο του ΕΛΓΟ-ΔΗΜΗΤΡΑ να ασχολείται με αυτήν εδώ και περίπου 45 χρόνια. “Για εμάς, στον ΕΛΓΟ-ΔΗΜΗΤΡΑ, αυτή η καλλιέργεια δεν είναι καινούρια. Την έχουμε εγκαταστήσει σε κτήματα του Ινστιτούτου από τις αρχές της δεκαετίας του ‘80”, τονίζει.
Η ποικιλία Hass παραμένει η πλέον εμπορική στην Κρήτη, λόγω της ισχυρής ζήτησης στην εγχώρια και διεθνή αγορά. Παράλληλα, καλλιεργούνται και σχετικές ποικιλίες, όπως η Lamb Hass, καθώς και παλαιότερες που είχαν φυτευτεί στο νησί, όπως η Zutano, η Fuerte και η Bacon.
Παρά την καλή προσαρμογή στις συνθήκες της Κρήτης, το αβοκάντο δεν είναι μια εύκολη καλλιέργεια. Πριν από κάθε νέα φύτευση, απαιτείται προσεκτική αξιολόγηση του εδάφους, καθώς και της επάρκειας και ποιότητας του νερού. “Δεν είναι ένα δέντρο με τις απαιτήσεις της ελιάς. Έχει προφανώς περισσότερες απαιτήσεις σε νερό”, σημειώνει η ερευνήτρια του ΕΛΓΟ-ΔΗΜΗΤΡΑ.
Το νερό αποτελεί σήμερα τον σημαντικότερο περιοριστικό παράγοντα για την περαιτέρω επέκταση της καλλιέργειας στην Κρήτη. Η έλλειψή του, σε συνδυασμό με τις υψηλές θερμοκρασίες και τις μεταβαλλόμενες κλιματικές συνθήκες, δημιουργούν νέες προκλήσεις για τους ντόπιους παραγωγούς. Σύμφωνα με την ερευνήτρια, “οι πιο ευνοϊκές περιοχές για την καλλιέργεια εντοπίζονται κυρίως στα Χανιά, ιδιαίτερα στο βόρειο τμήμα της Περιφερειακής Ενότητας, καθώς και σε περιοχές προς το Ρέθυμνο, όπου υπάρχουν κατάλληλες συνθήκες και διαθέσιμο νερό. Αντίθετα, προς το Ηράκλειο και ακόμη περισσότερο προς την ανατολική Κρήτη, οι συνθήκες δεν θεωρούνται εξίσου ευνοϊκές”.
Παρά τις δυσκολίες, το ενδιαφέρον των παραγωγών παραμένει έντονο. Το αβοκάντο, όπως επισημαίνει η κ. Τζατζάνη, είναι από τις λίγες δενδρώδεις καλλιέργειες που μπορούν να προσφέρουν υψηλό εισόδημα, σε μια περίοδο κατά την οποία ο πρωτογενής τομέας αντιμετωπίζει έντονες πιέσεις λόγω του αυξημένου κόστους παραγωγής. “Είναι από τις ελάχιστες δενδρώδεις καλλιέργειες που αποφέρουν τόσο ικανοποιητικό κέρδος και, όταν μιλάμε για την αγροτική παραγωγή που δέχεται τόσο μεγάλη οικονομική πίεση, αυτό αποτελεί μια σημαντική ανάσα”, αναφέρει.
Η καλλιέργεια του αβοκάντο δεν περιορίζεται αποκλειστικά στην Κρήτη. Υπάρχουν περιοχές στην υπόλοιπη Ελλάδα με παρόμοιο κλίμα, που μπορούν να υποστηρίξουν φυτεύσεις. Η περιοχή της Κυπαρισσίας και ευρύτερα της Τριφυλίας παρουσιάζει μια ιδιαίτερα θετική εικόνα, ενώ στο πλαίσιο προγράμματος με την Περιφέρεια Πελοποννήσου εξετάστηκαν και άλλες περιοχές, όπως η Λακωνία και η Μεσσηνία.
Η κ. Τζατζάνη δεν αποκλείει “υπό προϋποθέσεις, και άλλες περιοχές με κατάλληλο μικροκλίμα, όπως συγκεκριμένα σημεία στην Άρτα ή σε νησιά των Δωδεκανήσων”. Ωστόσο, διευκρινίζει ότι “οι εκτάσεις εκτός Κρήτης δεν είναι ακόμη τόσο μεγάλες ώστε να αλλάζουν τη συνολική εικόνα της ελληνικής παραγωγής”. “Τα 15.000 στρέμματα αφορούν την Κρήτη. Στην υπόλοιπη Ελλάδα, αυτή τη στιγμή, τα στρέμματα δεν είναι τόσα πολλά ώστε να επηρεάζουν το γενικό άθροισμα”, σημειώνει.
Η άνοδος της καλλιέργειας συνδέεται επίσης με τη σταθερή αύξηση της ζήτησης. Το αβοκάντο, σύμφωνα με την κ. Τζατζάνη, δεν αποδείχθηκε μια πρόσκαιρη διατροφική τάση. Αντιθέτως, έχει ενσωματωθεί πλέον πιο σταθερά στις διατροφικές συνήθειες των καταναλωτών. “Ήρθε και θα μείνει”, δηλώνει χαρακτηριστικά, προσθέτοντας ότι στην Κρήτη η κατανάλωση είναι ακόμη πιο εξοικειωμένη με το προϊόν, δεδομένου ότι καλλιεργείται στο νησί εδώ και δεκαετίες.
Η εγχώρια αγορά απορροφά την παραγωγή
Η ελληνική παραγωγή απορροφάται σε μεγάλο βαθμό από την εγχώρια αγορά, χωρίς αυτό να αποκλείει τις εξαγωγές ή τις εισαγωγές. Το εμπόριο του αβοκάντο είναι διεθνές, με σημαντικές ποσότητες να προέρχονται από χώρες της Λατινικής Αμερικής, της Νότιας Αφρικής και άλλες μεγάλες παραγωγικές ζώνες.
Για την Ελλάδα, ωστόσο, το ζητούμενο δεν είναι ο ανταγωνισμός σε επίπεδο όγκου. Όπως τονίζει η κ. Τζατζάνη στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, το πλεονέκτημα της χώρας έγκειται στην ποιότητα. Το κόστος παραγωγής είναι υψηλότερο σε σχέση με μεγάλες παραγωγικές περιοχές του εξωτερικού, όμως η ελληνική καλλιέργεια διαθέτει ένα σημαντικό συγκριτικό πλεονέκτημα: την περιορισμένη παρουσία εχθρών και ασθενειών.
Αυτό το γεγονός επιτρέπει, σε πολλές περιπτώσεις, ακόμη και τη βιολογική παραγωγή. “Επειδή δεν αντιμετωπίζουμε τόσους πολλούς εχθρούς και ασθένειες για το αβοκάντο, μπορούμε να καλλιεργούμε βιολογικά. Αυτό προσφέρει ένα τεράστιο πλεονέκτημα σε σχέση με την ποιότητα”, τονίζει η ίδια.
Για μια μικρή παραγωγική χώρα όπως η Ελλάδα, ο στόχος δεν είναι να επηρεάσει την παγκόσμια κατάταξη. Είναι να δημιουργήσει ένα προϊόν με καλή φήμη, υψηλή ποιότητα και σταθερή ζήτηση, τόσο στην εσωτερική αγορά όσο και στο εξωτερικό. “Αυτό που στοχεύουμε είναι να παράγουμε ένα ποιοτικό προϊόν, να έχει καλή φήμη και να το αναζητούν και στο εξωτερικό. Αυτό ουσιαστικά το έχουμε επιτύχει μέχρι σήμερα”, καταλήγει η ερευνήτρια του ΕΛΓΟ-ΔΗΜΗΤΡΑ.
