Αποχαιρετισμός στον σπουδαίο ηθοποιό Άγγελο Αντωνόπουλο σε ηλικία 94 ετών
Σε ηλικία 94 ετών πέθανε ο σπουδαίος ηθοποιός Άγγελος Αντωνόπουλος. Συγγενείς και φίλοι είπαν σήμερα Τετάρτη 3 Ιουνίου το τελευταίο αντίο στον ηθοποιό, στον Ιερό Ναό του Αγίου Αθανασίου στην Κάρυστο Ευβοίας. Η είδηση του θανάτου του δεν δημοσιοποιήθηκε πριν από την ταφή του καθώς αυτή ήταν η επιθυμία του ηθοποιού. Μπορεί να μπήκε στον
Σε ηλικία 94 ετών, η Ελλάδα αποχαιρετά τον σπουδαίο ηθοποιό Άγγελο Αντωνόπουλο. Η κηδεία του τελέστηκε σήμερα, Τετάρτη 3 Ιουνίου, στον Ιερό Ναό του Αγίου Αθανασίου στην Κάρυστο Ευβοίας, όπου συγγενείς και φίλοι είπαν το τελευταίο αντίο. Η επιθυμία του ίδιου ήταν να μην δημοσιοποιηθεί ο θάνατός του πριν από την ταφή.
Παρότι εισήλθε στον χώρο του θεάματος σε σχετικά μεγάλη ηλικία και δεν πρόλαβε την «χρυσή εποχή» του παλιού ελληνικού κινηματογράφου, περιοριζόμενος συχνά σε δεύτερους ρόλους, ο Άγγελος Αντωνόπουλος άφησε ανεξίτηλο το στίγμα του στη σύγχρονη ιστορία του θεάτρου και της τηλεόρασης. Το όνομά του έγινε ευρέως γνωστό στις αρχές της δεκαετίας του ’70, όταν υποδύθηκε τον «Συνταγματάρχη Βαρτάνη» στην εμβληματική σειρά «Ο Άγνωστος Πόλεμος», ένα ρόλο που τον μετέτρεψε σε είδωλο.
Η πορεία του στον κινηματογράφο ξεκίνησε στα 32 του χρόνια, λίγο μετά τις πρώτες του εμφανίσεις στο Θέατρο Τέχνης του Καρόλου Κουν. Καθώς ωρίμαζε, ανέλαβε σημαντικούς ρόλους, ενώ η επιτυχία του «Συνταγματάρχη Βαρτάνη» του χάρισε τον τίτλο του σταρ πρώτου μεγέθους. Η αφοσίωσή του στην υποκριτική τον ανέδειξε σε έναν από τους πιο αξιόπιστους ηθοποιούς, ικανό να ενσαρκώσει κάθε χαρακτήρα με πειστικότητα.
Πρώτα Χρόνια και Εθνική Αντίσταση
Γεννημένος στις 16 Ιανουαρίου 1932 στα Ταμπούρια του Πειραιά, γιος σιδηροδρομικού, έχασε τον πατέρα του κατά την Κατοχή από πνευμονία. Η μητέρα του, για να επιβιώσουν, μετακόμισαν σε ένα χωριό κοντά στην Ολυμπία. Εκεί, ο μικρός Άγγελος μαγεύτηκε από την ιστορία και την αύρα της περιοχής, ενώ βίωσε την Εθνική Αντίσταση και τον εμφύλιο, γεγονότα που τον σημάδεψαν.
Επαγγελματική Σταδιοδρομία και Θέατρο
Αφού ήρθε στην Αθήνα, αρχικά εργάστηκε ως ταμίας σε μπακάλικο. Σε ηλικία 27 ετών, μια παράσταση του Καρόλου Κουν στο Εθνικό Θέατρο τον συνεπήρε, οδηγώντας τον στην απόφαση να γίνει ηθοποιός. Εισήχθη στο Θέατρο Τέχνης, όπου σπούδασε για τρία χρόνια, ενώ παράλληλα εργαζόταν ως ταξιτζής για να συντηρηθεί. Ο Κάρολος Κουν, τον οποίο θαύμαζε, του έδωσε τον πρώτο του ρόλο.
Μια σημαντική εμπειρία ήταν το ταξίδι του Θεάτρου Τέχνης στο Παρίσι με τους «Όρνιθες», όπου παρακολούθησαν την παράσταση προσωπικότητες όπως η Ζαν Μορό και η Μπριζίτ Μπαρντό. Στη συνέχεια, συνεργάστηκε με τον Δημήτρη Μυράτ, εξελίσσοντας περαιτέρω την υποκριτική του ικανότητα.
Κινηματογραφικές Εμφανίσεις
Το 1964 έκανε το κινηματογραφικό του ντεμπούτο με μικρούς ρόλους στις ταινίες «Εγωισμός» και «Δεσποινίς Διευθυντής». Ο Βασίλης Γεωργιάδης του πρότεινε τον πρώτο του χαρακτηριστικό ρόλο στην ταινία «Το Χώμα Βάφτηκε με Αίμα», μια δραματική περιπέτεια που έφτασε μέχρι τις υποψηφιότητες για Όσκαρ.
Συνέχισε να παίζει σε σημαντικούς θεατρικούς ρόλους δίπλα σε σπουδαίους ηθοποιούς, ενώ στον κινηματογράφο εμφανίστηκε σε ταινίες όπως «Κοινωνία Ώρα Μηδέν» και «Κατηγορώ τους Ανθρώπους». Το 1966 πρωταγωνίστησε στο αισθηματικό δράμα «Εκδρομή» του Τάκη Κανελλόπουλου. Ακολούθησαν συμπρωταγωνιστικοί ρόλοι σε φιλμ όπως «Οι Σφαίρες Δεν Γυρίζουν Πίσω», «Στον Δάσκαλό μας με Αγάπη» και η μεγάλη εμπορική επιτυχία «Η Δασκάλα με τα Ξανθά Μαλλιά».
Συνέχισε να εμφανίζεται σε ταινίες, συμμετέχοντας σε έργα όπως ο «Πανικός» και η «Ορατότης Μηδέν». Συνεργάστηκε στενά με την Αλίκη Βουγιουκλάκη στις ταινίες «Σ’ Αγαπώ» και «Πονηρό Θηλυκό, Κατεργάρα Γυναίκα».
Η Απογείωση με τον «Άγνωστο Πόλεμο»
Η δεκαετία του ’70 σηματοδότησε την εκτόξευσή του σε λαϊκό είδωλο, χάρη στην ερμηνεία του ως «Συνταγματάρχης Βαρτάνης» στη σειρά «Ο Άγνωστος Πόλεμος» (1971). Η σειρά γνώρισε πρωτόγνωρη επιτυχία, καθηλώνοντας το κοινό. Ωστόσο, μετά τη μεταπολίτευση, επικρίθηκε από κάποιους για την παρουσίαση των Ελλήνων στρατιωτικών σε μια περίοδο πολιτικής έντασης.
Ο Αντωνόπουλος υπερασπίστηκε τη συμμετοχή του, τονίζοντας ότι το σενάριο περιείχε μηνύματα κατά του φασισμού και ότι πολλοί αριστεροί συνάδελφοί του συμμετείχαν επίσης.
Επιστροφή στο Θέατρο και Διδασκαλία
Μετά την πτώση της χούντας, η καριέρα του επηρεάστηκε προσωρινά, αλλά σύντομα το θέατρο γέμισε ξανά από το κοινό. Τα επόμενα χρόνια αφοσιώθηκε στο θέατρο, ερμηνεύοντας έργα σπουδαίων συγγραφέων, ενώ γνώρισε μεγάλη επιτυχία με τον μονόλογο «Μαρξ στο Σόχο», που παιζόταν για πέντε χρόνια. Συμμετείχε σε τηλεοπτικές σειρές όπως «Οι Πανθέοι» και «Μαντάμ Σουσού», ενώ για πάνω από 30 χρόνια δίδαξε σε δραματική σχολή, μεταδίδοντας την αγάπη του για την υποκριτική. Τελευταία του εμφάνιση στη σκηνή ήταν το 2017 με το έργο «Τα Τελευταία Φεγγάρια».
Προσωπική Ζωή και Συγγραφικό Έργο
Στην προσωπική του ζωή, παντρεύτηκε την Νινέττα Αντωνοπούλου το 1969, με κουμπάρους την Τζένη Καρέζη και τον Κώστα Καζάκο. Παρότι έζησε μια γεμάτη ζωή, εξέφρασε τη μεταμέλειά του που δεν απέκτησε ποτέ παιδιά.
Έγραψε δύο μυθιστορήματα και εξέδωσε μια ποιητική συλλογή, την οποία αποκαλούσε «αποκούμπι» του.
Φιλοσοφία και Ευγνωμοσύνη
Βαθιά φιλοσοφημένος, ο Άγγελος Αντωνόπουλος αισθανόταν δικαιωμένος από την καλλιτεχνική του πορεία και ευγνώμων για τη ζωή, τις γνωριμίες του και τις εμπειρίες του. Η μόνη του «ενοχή» ήταν η έλλειψη πολιτικής δράσης, κάτι για το οποίο τον καθησύχαζε η φύση της δουλειάς του, που αποτελούσε για εκείνον ένα ανάχωμα απέναντι στην αδικία.
