Η G7, διαιρεμένη από τον Τραμπ, μαστίζεται από το χάος
Η Σύνοδος Κορυφής της G7 στο Εβιάν της Γαλλίας ξεκινά με έναν στόχο πολύ πιο περιορισμένο από εκείνον που χαρακτήριζε τις αντίστοιχες συναντήσεις προηγούμενων δεκαετιών: να αποφευχθεί μια ανοιχτή σύγκρουση μεταξύ των συμμάχων. Οι πόλεμοι στην Ουκρανία και τη Μέση Ανατολή, οι αναταράξεις στην παγκόσμια οικονομία και η αβεβαιότητα γύρω από την αμερικανική εξωτερική πολιτική
Η Σύνοδος Κορυφής της G7 στο Εβιάν της Γαλλίας ξεκινά με έναν στόχο πολύ πιο περιορισμένο από εκείνον που χαρακτήριζε τις αντίστοιχες συναντήσεις προηγούμενων δεκαετιών: να αποφευχθεί μια ανοιχτή σύγκρουση μεταξύ των συμμάχων. Οι πόλεμοι στην Ουκρανία και τη Μέση Ανατολή, οι αναταράξεις στην παγκόσμια οικονομία και η αβεβαιότητα γύρω από την αμερικανική εξωτερική πολιτική έχουν μετατρέψει τη φετινή σύνοδο σε καθρέφτη των βαθιών ρωγμών που διαπερνούν πλέον τον δυτικό κόσμο. Όταν οι ηγέτες των επτά ισχυρότερων βιομηχανικών δημοκρατιών συναντήθηκαν για τελευταία φορά στο Εβιάν, το 2003, οι διαφωνίες για την αμερικανική εισβολή στο Ιράκ ήταν έντονες. Ωστόσο, παρά τις αντιπαραθέσεις, κανείς δεν αμφισβητούσε τα θεμέλια της διατλαντικής συμμαχίας. Σήμερα, πολλοί Ευρωπαίοι ηγέτες δεν θεωρούν πλέον τις ΗΠΑ έναν απολύτως προβλέψιμο εταίρο σε κρίσιμα ζητήματα όπως η ασφάλεια, η κλιματική πολιτική και η διεθνής σταθερότητα. Σε ορισμένες περιπτώσεις, μάλιστα, αντιμετωπίζουν την Ουάσιγκτον ως παράγοντα αστάθειας. Οι αμερικανικές στρατιωτικές επιχειρήσεις κατά του Ιράν, οι αμφιλεγόμενες δηλώσεις του Ντόναλντ Τραμπ για το ΝΑΤΟ και οι επανειλημμένες αναφορές του στην πιθανότητα αμερικανικού ελέγχου της Γροιλανδίας έχουν ενισχύσει το αίσθημα ανησυχίας στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Η «διπλή κρίση» που άλλαξε τα δεδομένα Σύμφωνα με αναλυτές, δύο ζητήματα λειτούργησαν ως καταλύτες για τη μεταβολή της στάσης των συμμάχων απέναντι στον Αμερικανό πρόεδρο. Το πρώτο ήταν η υπόθεση της Γροιλανδίας, που επανέφερε ερωτήματα για τον σεβασμό των υφιστάμενων διεθνών ισορροπιών. Το δεύτερο ήταν η στρατιωτική εμπλοκή των ΗΠΑ στο Ιράν χωρίς προηγούμενη ουσιαστική διαβούλευση με τους Ευρωπαίους εταίρους. Το αποτέλεσμα είναι ότι πολλές κυβερνήσεις της G7 εμφανίζονται πλέον πρόθυμες να συνεργαστούν με την Ουάσιγκτον όπου αυτό είναι εφικτό, αλλά και να αντιταχθούν ανοιχτά όταν θεωρούν ότι διακυβεύονται τα δικά τους συμφέροντα. Η Ουκρανία και το Ιράν διχάζουν τους συμμάχους Η φετινή σύνοδος διεξάγεται ενώ δύο μεγάλες κρίσεις βρίσκονται σε εξέλιξη. Στην Ουκρανία, οι Ευρωπαίοι επιθυμούν διατήρηση της στήριξης προς το Κίεβο και μεγαλύτερη πίεση προς τη Ρωσία. Ωστόσο, ο Τραμπ εμφανίζεται όλο και λιγότερο πρόθυμος να επανενεργοποιήσει μια σοβαρή διπλωματική πρωτοβουλία για τον τερματισμό του πολέμου. Στο Ιράν, οι διαφορές είναι ακόμη πιο έντονες. Οι υπόλοιπες χώρες της G7 έχουν αποφύγει να συνταχθούν με την αμερικανική στρατιωτική προσέγγιση, προκαλώντας ενόχληση στην Ουάσιγκτον. Η αδυναμία διαμόρφωσης κοινής στρατηγικής σε δύο τόσο κρίσιμα μέτωπα αποτελεί ίσως την πιο ξεκάθαρη ένδειξη της σημερινής κατάστασης. Ο Μακρόν προσπαθεί να αποτρέψει το ναυάγιο Για τον Γάλλο πρόεδρο Εμανουέλ Μακρόν, η μεγαλύτερη πρόκληση δεν θα είναι οι γεωπολιτικές διαφορές, αλλά η διαχείριση του ίδιου του Τραμπ. Στις προηγούμενες συνόδους της G7, ο Αμερικανός πρόεδρος έχει επανειλημμένα αιφνιδιάσει τους συνομιλητές του, είτε αποχωρώντας νωρίτερα, είτε ανατρέποντας συμφωνίες της τελευταίας στιγμής. Το Παρίσι έχει καταβάλει ιδιαίτερη προσπάθεια για να διατηρήσει θετικό κλίμα. Ο Μακρόν προσκάλεσε τον Τραμπ σε δείπνο στις Βερσαλλίες μετά το τέλος της συνόδου, στο πλαίσιο των εορτασμών για τα 250 χρόνια από την αμερικανική ανεξαρτησία, ενώ προσαρμόστηκε ακόμη και το χρονοδιάγραμμα της συνάντησης, ώστε να διευκολυνθεί η παρουσία του Αμερικανού προέδρου. Παρά τη δυσφορία απέναντι στην αμερικανική πολιτική, οι χώρες της G7 δεν κινούνται όλες προς την ίδια κατεύθυνση. Η Γερμανία και η Ιαπωνία, που βρίσκονται γεωγραφικά πιο κοντά σε απειλές όπως η Ρωσία και η Κίνα, εμφανίζονται πιο προσεκτικές απέναντι στην ιδέα μιας βαθύτερης απομάκρυνσης από τις ΗΠΑ. Η Γαλλία, αντίθετα, διατηρεί παραδοσιακά πιο ανεξάρτητη στάση και ο Μακρόν έχει επανειλημμένα προωθήσει το όραμα της «στρατηγικής αυτονομίας» της Ευρώπης. Ακόμη και το Ηνωμένο Βασίλειο, που ιστορικά θεωρείται ο πιο στενός σύμμαχος της Ουάσιγκτον, δείχνει να αναθεωρεί ορισμένες βεβαιότητες. Η απόφαση του Λονδίνου να μη διαθέσει βρετανικές βάσεις για αμερικανικές επιθετικές επιχειρήσεις κατά του Ιράν θεωρήθηκε από πολλούς ενδεικτική αυτής της μετατόπισης. Η σκιά της Κίνας Ένα ακόμη θέμα που αναμένεται να κυριαρχήσει στις συζητήσεις είναι οι οικονομικές σχέσεις της Δύσης με την Κίνα. Η Γαλλία επιδιώκει συντονισμό απέναντι στις εμπορικές ανισορροπίες και στις προκλήσεις που δημιουργεί η κινεζική οικονομική ισχύς. Ωστόσο, ακόμη και σε αυτό το πεδίο επικρατεί αβεβαιότητα. Η πρόσφατη προσέγγιση του Τραμπ με τον Σι Τζινπίνγκ έχει αφήσει πολλούς Ευρωπαίους αξιωματούχους να αναρωτιούνται ποια ακριβώς είναι η στρατηγική της Ουάσιγκτον απέναντι στο Πεκίνο. Μια σύνοδος χαμηλών προσδοκιών Σε προηγούμενες δεκαετίες οι σύνοδοι της G7 αποτελούσαν στιγμές συντονισμού των ισχυρότερων δυτικών δημοκρατιών απέναντι στις μεγάλες προκλήσεις του πλανήτη. Στο Εβιάν του 2026, οι προσδοκίες είναι αισθητά χαμηλότερες. Η βασική επιδίωξη δεν είναι πλέον η διαμόρφωση μιας κοινής μεγάλης στρατηγικής, αλλά η αποφυγή ενός νέου επεισοδίου δημόσιας αντιπαράθεσης, που θα επιβεβαίωνε αυτό που πολλοί θεωρούν ήδη δεδομένο: ότι η Δύση δεν αντιμετωπίζει μόνο εξωτερικές προκλήσεις, αλλά και μια βαθιά κρίση συνοχής στο εσωτερικό της. Η G7 δημιουργήθηκε για να εκφράζει την ενότητα των ισχυρότερων δημοκρατιών του κόσμου. Η φετινή σύνοδος κινδυνεύει να μείνει στην ιστορία ως η πιο χαρακτηριστική απόδειξη του πόσο δύσκολο έχει γίνει πλέον να διατηρηθεί αυτή η ενότητα.
