Βόλος: Καταδίκη γονέων για ενδοοικογενειακή απειλή προς την 14χρονη κόρη τους – Άθλιες συνθήκες διαβίωσης στο σπίτι
Η υπόθεση ενός κοριτσιού 15 ετών, που εδώ και έναν χρόνο αρνείται να επιστρέψει στο πατρικό του σπίτι και ζει με τη θεία του, εκδικάστηκε σήμερα στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο Βόλου. Οι γονείς του κρίθηκαν ένοχοι για ενδοοικογενειακή απειλή και καταδικάστηκαν σε ποινή φυλάκισης έξι μηνών με τριετή αναστολή. Η υπόθεση απασχολεί τις αρμόδιες υπηρεσίες από
Στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο Βόλου εκδικάστηκε σήμερα η υπόθεση που αφορά ένα κορίτσι, ηλικίας 15 ετών σήμερα, το οποίο εδώ και ένα χρόνο αρνείται να επιστρέψει στο πατρικό του σπίτι και διαμένει με τη θεία του.
Οι γονείς του κοριτσιού κρίθηκαν ένοχοι για το αδίκημα της ενδοοικογενειακής απειλής και τους επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης έξι μηνών με αναστολή για τρία χρόνια.
Η υπόθεση τέθηκε στο επίκεντρο των αρμόδιων υπηρεσιών τον Ιούνιο του 2025, όταν η ανήλικη, τότε 14 ετών, προσέφυγε στο «Χαμόγελο του παιδιού». Κατήγγειλε περιστατικά βίας και απειλών που βίωνε εντός του οικογενειακού της περιβάλλοντος.
Σύμφωνα με τις καταγγελίες, η μητέρα της την είχε απειλήσει, λέγοντάς της να επιστρέψει στο σπίτι για να «τη φροντίσει», μία φράση που η ανήλικη αντιλήφθηκε ως απειλητική.
Μετά την καταγγελία, οι κοινωνικές υπηρεσίες κινητοποιήθηκαν άμεσα και αποφασίστηκε η απομάκρυνση της ανήλικης από την οικογενειακή στέγη, όπως αναφέρεται σε δημοσίευμα του gegonota.news.
Από τότε, η ανήλικη ζει με τη θεία της από την πλευρά του πατέρα της, η οποία έχει αναλάβει και την επιμέλειά της.
Ως αποτέλεσμα του περιστατικού, διενεργήθηκε κοινωνική έρευνα, κατά την οποία διαπιστώθηκαν σοβαρά προβλήματα στις συνθήκες διαβίωσης της οικογένειας.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της δικογραφίας, η κατοικία της οικογένειας χαρακτηρίστηκε ως παλιά και σε κακή κατάσταση, γεγονός που εξετάστηκε από τις αρμόδιες αρχές.
Οι δύο γονείς, ηλικίας 36 ετών, αντιμετώπισαν κατηγορίες για ενδοοικογενειακή σωματική βλάβη, ενδοοικογενειακή απειλή και έκθεση ανηλίκου κατ’ εξακολούθηση.
Κατά την απολογία τους, οι γονείς ανέφεραν ότι, παρά τις οικονομικές τους δυσκολίες, καταβάλλουν κάθε προσπάθεια για να προσφέρουν ό,τι καλύτερο στα παιδιά τους. Επίσης, δήλωσαν ότι δεν είναι σε θέση να μετακομίσουν και ότι ένα από τα άλλα παιδιά της οικογένειας, το οποίο αντιμετωπίζει μαθησιακές δυσκολίες, δεν επιθυμεί αλλαγή περιβάλλοντος.
Συμπαραστάτες των κατηγορουμένων κατέθεσαν μία γειτόνισσα και η νονά του μικρότερου παιδιού, οι οποίες υποστήριξαν ότι οι γονείς φροντίζουν τα παιδιά τους, παρά τις αντίξοες συνθήκες διαβίωσης σε ένα παλιό και φτωχικό σπίτι.
Αντίθετη εικόνα παρουσίασε η θεία της ανήλικης, η οποία κατέθεσε ως μάρτυρας υπέρ της κατηγορίας. Περιέγραψε τις συνθήκες του σπιτιού ως ακατάλληλες για την ανατροφή ενός παιδιού και ισχυρίστηκε ότι η μητέρα χτυπούσε περιστασιακά την κόρη της όταν θύμωνε. Επιπλέον, ανέφερε ότι είχε αναλάβει ενεργό ρόλο στη φροντίδα του παιδιού από τη βρεφική του ηλικία.
Μετά την αξιολόγηση όλων των αποδεικτικών στοιχείων, το δικαστήριο υιοθέτησε την πρόταση του εισαγγελέα. Απάλλαξε τους γονείς από τις κατηγορίες της ενδοοικογενειακής σωματικής βλάβης και της έκθεσης ανηλίκου, κρίνοντάς τους, ωστόσο, ενόχους για την πράξη της ενδοοικογενειακής απειλής. Σε κάθε γονέα επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης έξι μηνών με τριετή αναστολή.
