23/06/2026

Γερμανία: Προτάσεις Εμπειρογνωμόνων για το Συνταξιοδοτικό Σύστημα Προκαλούν Αντιδράσεις

Σύνδεση της ηλικίας συνταξιοδότησης με το προσδόκιμο ζωής, κατάργηση της σύνταξης στα 63, αναλογία 2:1 χρόνου εργασίας και ετών συνταξιοδότησης, αύξηση των ασφαλισμένων, σουηδικό μοντέλο χρηματοδότησης, εισηγείται μεταξύ άλλων η επιτροπή εμπειρογνωμόνων, η οποία ορίστηκε από την κυβέρνηση προκειμένου να καταθέσει πρόταση για τη βιωσιμότητα του γερμανικού συνταξιοδοτικού συστήματος. Οι προτάσεις, οι οποίες θα παρουσιαστούν

Γερμανία: Στο 2,6% ο πληθωρισμός το Φεβρουάριο

Η γερμανική κυβέρνηση βρίσκεται στο επίκεντρο συζητήσεων, καθώς μια επιτροπή εμπειρογνωμόνων, που συστάθηκε για τη διασφάλιση της βιωσιμότητας του συνταξιοδοτικού συστήματος, κατέθεσε ένα πακέτο 30 προτάσεων. Μεταξύ των πιο αμφιλεγόμενων είναι η σύνδεση της ηλικίας συνταξιοδότησης με το προσδόκιμο ζωής, η κατάργηση της σύνταξης στα 63, η καθιέρωση αναλογίας 2:1 μεταξύ χρόνου εργασίας και ετών συνταξιοδότησης, η ενσωμάτωση περισσότερων εργαζομένων στο σύστημα και η υιοθέτηση ενός «σουηδικού μοντέλου» χρηματοδότησης. Αναμένεται ότι οι προτάσεις αυτές, οι οποίες θα παρουσιαστούν επίσημα την Τρίτη, θα προκαλέσουν έντονες αντιδράσεις.

Μετά από διαβουλεύσεις που διήρκεσαν πάνω από πέντε μήνες, η επιτροπή παρουσίασε τις προτάσεις της, οι οποίες εντάσσονται στο πλαίσιο των διαρθρωτικών αλλαγών που επιδιώκει η κυβέρνηση υπό τον Φρίντριχ Μερτς. Η σύνδεση της ηλικίας συνταξιοδότησης με το προσδόκιμο ζωής, κατά έξι μήνες ανά δεκαετία, θα ξεκινήσει από το 2041. Υπολογίζεται ότι η ηλικία συνταξιοδότησης θα φθάσει τα 67,5 έτη το 2041, τα 68 το 2051 και τα 70 έτη έως τη δεκαετία του 2090.

Για τον έλεγχο των συνταξιοδοτικών δαπανών, προτείνεται η κατάργηση της πρόωρης συνταξιοδότησης στα 63, με παράλληλη πρόβλεψη για ειδικές διατάξεις σε περιπτώσεις προβλημάτων υγείας ή ιδιαίτερα επιβαρυντικής εργασίας.

Το «σουηδικό μοντέλο» προβλέπει την επένδυση μέρους των συνταξιοδοτικών εισφορών στο χρηματιστήριο. Αυτός ο κεφαλαιακός πυλώνας αναμένεται να φτάσει έως και το 2% των ακαθάριστων μισθών, με αρχικό στόχο το 0,5%, το οποίο θα προέρχεται εξίσου από εργαζόμενους και εργοδότες.

Επιπλέον, ο στόχος είναι η ένταξη στο σύστημα όσο το δυνατόν περισσότερων εργαζομένων που σήμερα εξαιρούνται, όπως οι αυτοαπασχολούμενοι (εφόσον δεν καλύπτονται ήδη από ειδικό ταμείο), οι πολιτικοί και οι εργαζόμενοι σε «mini jobs». Οι τελευταίοι, στη σημερινή τους μορφή, θα πρέπει να προορίζονται αποκλειστικά για φοιτητές.

Οι επικεφαλής της επιτροπής, Φρανκ-Γιούργκεν Βάιζε και Κονστάντσε Γιάντα, δήλωσαν ότι οι προτάσεις αποσκοπούν στην «εγγύηση της ασφάλειας του βιοτικού επιπέδου στα γηρατειά, ακόμη και για όσους έχουν χαμηλότερα ή μεσαία εισοδήματα». Ο καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς τόνισε την αναγκαιότητα των αλλαγών, σημειώνοντας ότι «οι αλλαγές είναι όμως απαραίτητες, αν θέλουμε πολλά πράγματα να παραμείνουν ως έχουν». Η υπουργός Εργασίας Μπέρμπελ Μπας υπογράμμισε ότι «τώρα χτίζουμε κάτι για τη νεότερη γενιά, προκειμένου να έχει υψηλότερο επίπεδο συντάξεων» και πως η πρόωρη συνταξιοδότηση πρέπει να μειωθεί, με παράλληλη προστασία των δικαιολογημένων προσδοκιών και μεταβατικές περιόδους.

Η οργάνωση νεολαίας του Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος (JU) εξέφρασε θετική στάση, θεωρώντας τις προτάσεις «μεγάλη ευκαιρία» και εντοπίζοντας σωστά τα κίνητρα για πρόωρη συνταξιοδότηση. Η Ένωση Ηλικιωμένων Πολιτών χαρακτήρισε τις προτάσεις «ισορροπημένες» και «μετριοπαθείς». Αντίθετα, η οργάνωση νεολαίας του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος (SPD) έκανε λόγο για άδικη σύνδεση του προσδόκιμου ζωής με την ηλικία συνταξιοδότησης, ιδιαίτερα για εργαζόμενους σε κατασκευές ή νοσηλευτική, προτείνοντας σύνδεση με τα έτη εισφορών. Το κόμμα των Πρασίνων χαιρέτισε την ενίσχυση της κεφαλαιακής χρηματοδότησης και την κατάργηση της σύνταξης στα 63, αλλά επέκρινε τη μη σταθεροποίηση του επιπέδου σύνταξης στο 48%. Η Αριστερά έκανε λόγο για «περικοπές συντάξεων», ενώ η Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD) χαρακτήρισε τις προτάσεις «χρήσιμες», αλλά επικρίνοντας τις γενικές συστάσεις ως «περισσότερα χρόνια εργασίας και υψηλότερες εισφορές». Τα συνδικάτα Ver.di και IG Metall χαρακτήρισαν τα σχέδια «εκτός πραγματικότητας».

Ο καθηγητής Φρίντριχ Σνάιντερ προειδοποίησε για τον κίνδυνο αύξησης της αδήλωτης εργασίας από την κατάργηση των «mini jobs», εκτιμώντας το κόστος σε 25 δισεκατομμύρια ευρώ για το 2027. Τόνισε ότι τα mini jobs, που εισήχθησαν το 2000, συνέβαλαν στη μείωση της αδήλωτης απασχόλησης κατά 20-23 δισεκατομμύρια ευρώ, με σχεδόν 7 εκατομμύρια ανθρώπους να απασχολούνται σήμερα με αυτόν τον τρόπο (έως 603 ευρώ/μήνα με ελάχιστες εισφορές), ενώ το συνολικό κόστος της «μαύρης» εργασίας εκτιμάται στα 500 δισεκατομμύρια ευρώ.

Η προοπτική κατάργησης της σύνταξης στα 63 έτη προκαλεί ανησυχία σε πολλούς εργαζόμενους. Έρευνα του Ινστιτούτου Forsa έδειξε ότι το 44% σχεδιάζει πρόωρη συνταξιοδότηση, το 35% σκοπεύει να εργαστεί έως το κανονικό όριο και το 9% ακόμη και μετά.