Νέα Έρευνα του ΕΜΠ για το ΣΕΕΠΕ: Πόσες αντλίες πρατηρίων «κλέβουν» καύσιμα – Μείωση παραβατικότητας, αλλά η προσπάθεια συνεχίζεται
Σημαντικά μειωμένη είναι η παραβατικότητα στην αγορά καυσίμων ως προς τις ελλειμματικές παραδόσεις στους καταναλωτές, όπως έδειξαν στοιχεία της φετινής έρευνας του ΕΜΠ που έγινε για λογαριασμό του Συνδέσμου Εταιρειών Εμπορίας Πετρελαιοειδών Ελλάδος (ΣΕΕΠΕ). «Για πρώτη φορά έγινε πολύ καλή δουλειά από την Πολιτεία και είδαμε αποτελέσματα. Το 2025 ήταν σημείο καμπής, η Πολιτεία αποφάσισε
Σημαντική μείωση της παραβατικότητας στην αγορά καυσίμων, όσον αφορά τις ελλειμματικές παραδόσεις προς τους καταναλωτές, αποκαλύπτουν τα στοιχεία της φετινής έρευνας του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου (ΕΜΠ), η οποία διεξήχθη για λογαριασμό του Συνδέσμου Εταιρειών Εμπορίας Πετρελαιοειδών Ελλάδος (ΣΕΕΠΕ).
«Για πρώτη φορά, η Πολιτεία πραγματοποίησε μια πολύ ουσιαστική δουλειά και είδαμε απτά αποτελέσματα. Το 2025 αποτέλεσε σημείο καμπής, καθώς η Πολιτεία αποφάσισε να θεσπίσει έναν εξαιρετικά αυστηρό νόμο που προβλέπει τη σφράγιση των παραβατικών πρατηρίων για διάστημα δύο ετών. Μέχρι σήμερα, έχουν αναγκαστεί να κλείσουν 92 πρατήρια, αριθμός που είναι επαρκής για να περάσει το μήνυμα ότι κάτι έχει αλλάξει πραγματικά. Με την ψήφιση του νόμου που φέρνει το κλείσιμο των παραβατικών σημείων και την ενίσχυση των ελέγχων, το ποσοστό παραβατικότητας έχει μειωθεί, αν και παραμένει σε υψηλά επίπεδα. Η προσπάθεια αυτή πρέπει να συνεχιστεί αδιάκοπα», τόνισε ο πρόεδρος του ΣΕΕΠΕ, κ. Γιάννης Αληγιζάκης. Ο ίδιος εκτίμησε ότι η οικονομική επιβάρυνση των καταναλωτών εξαιτίας των ελλειμματικών παραδόσεων ανέρχεται ετησίως στα 400 εκατομμύρια ευρώ. Σύμφωνα με τον ίδιο, η βελτίωση του συστήματος εισροών – εκροών, σε συνδυασμό με την εντατικοποίηση των ελέγχων σε όλη την ελληνική επικράτεια, αναμένεται να συμβάλει περαιτέρω στην αντιμετώπιση του φαινομένου.
Τα στοιχεία της έρευνας
Η έρευνα πραγματοποιήθηκε κατά την περίοδο Μαρτίου – Απριλίου 2026, με τη χρήση της μεθόδου της μυστικής δειγματοληψίας. Πιο συγκεκριμένα, ένα όχημα πραγματοποίησε πραγματικές αγορές καυσίμων από διάφορα πρατήρια, ελέγχοντας συνολικά 200 αντλίες – 130 στην Αττική και 70 στη Θεσσαλονίκη. Τα αποτελέσματα της έρευνας παρουσιάστηκαν σήμερα σε συνέντευξη Τύπου, παρουσία του διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ), κ. Γιώργου Πιτσιλή.
Σύμφωνα με τα ευρήματα της έρευνας:
- Στην Αττική, οι ελλειμματικές παραδόσεις διαμορφώνονται φέτος στο 23,1%, σημειώνοντας πτώση από το 33,1% το 2025, το 27% το 2023, το 20% το 2020 και το 14,5% το 2017. Το μέγεθος της απόκλισης κυμαίνεται επίσης χαμηλότερα, φτάνοντας έως και 14,99% έναντι 18,2% το 2025, 24% το 2023, 17% το 2020 και 9,5% το 2017.
- Μικρότερη πρόοδος παρατηρήθηκε στη Θεσσαλονίκη, όπου οι προβληματικές παραδόσεις μειώθηκαν επίσης, αλλά σε μικρότερο βαθμό (18,6% φέτος έναντι 20% το 2025 και 11,4% το 2017). Αντίθετα, το ποσοστό της απόκλισης παρουσίασε αύξηση, φτάνοντας έως και 14% συγκριτικά με 12,7% το 2025 και 7% το 2017.
«Τα αποτελέσματα της έρευνας καταδεικνύουν σημαντική μείωση των παραβάσεων, ωστόσο οι καταναλωτές εξακολουθούν να έρχονται αντιμέτωποι με ένα μεγάλο αριθμό τέτοιων περιστατικών», ανέφερε ο υπεύθυνος της έρευνας και καθηγητής του ΕΜΠ, κ. Φανούριος Ζαννίκος. «Υπάρχει σαφής αντιστροφή της τάσης, αλλά έχουμε ακόμη πολύ δρόμο να διανύσουμε. Είμαστε αποφασισμένοι να φτάσουμε μέχρι το τέλος, προκειμένου να πατάξουμε αποτελεσματικά το φαινόμενο», τόνισε ο κ. Πιτσιλής.
Ο κ. Αληγιζάκης επανέλαβε το αίτημα του κλάδου για άρση του πλαφόν στα περιθώρια κέρδους, το οποίο, όπως εξήγησε, ισχύει με μικρή διακοπή από το 2022, ενώ την ίδια περίοδο το λειτουργικό κόστος του κλάδου (μισθοί, κ.λπ.) έχει πολλαπλασιαστεί. Επισήμανε ότι οι τιμές έχουν υποχωρήσει, με τη βενζίνη να είναι 9% ακριβότερη σε σχέση με την περίοδο πριν τον πόλεμο, ενώ το πετρέλαιο κίνησης, χάρη στην κρατική επιδότηση (την οποία χαρακτήρισε ως ένα πολύ σωστό και στοχευμένο μέτρο), έχει επιστρέψει στα προπολεμικά επίπεδα.
Κατά τη διάρκεια της τελευταίας κρίσης, η αύξηση των τιμών οδήγησε σε αισθητή πτώση της κατανάλωσης: 5% στη βενζίνη κατά το δίμηνο Απριλίου – Μαΐου, ενώ η ζήτηση πετρελαίου κίνησης μειώθηκε κατά 1% τον Απρίλιο και 4% τον Μάιο. Πτωτική πορεία, με παρόμοια ποσοστά, παρουσίασε η κατανάλωση και τον Ιούνιο.
