08/08/2026

Ελλάδα: Λιγότερα χρόνια εργασίας στην Ευρώπη; Η πραγματικότητα πίσω από τους αριθμούς της Eurostat

Λιγότερα χρόνια εργασιακού βίου σε σχέση με τις περισσότερες χώρες της Ευρώπης «δείχνει» η Ελλάδα, σύμφωνα με τα νέα στοιχεία της Eurostat. Μόνο που η εικόνα αυτή χρειάζεται αρκετές υποσημειώσεις, καθώς ο συγκεκριμένος δείκτης δεν αποτυπώνει κατ’ ανάγκη το σύνολο των πραγματικών χρόνων δουλειάς  στη διάρκεια του εργασιακού βίου, ιδιαίτερα σε χώρες όπως η Ελλάδα

Ελλάδα: Λιγότερα χρόνια εργασίας στην Ευρώπη; Η πραγματικότητα πίσω από τους αριθμούς της Eurostat

Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα δεδομένα της Eurostat, η Ελλάδα εμφανίζεται να έχει μικρότερη αναμενόμενη διάρκεια εργασιακού βίου σε σύγκριση με τις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες. Ωστόσο, η εικόνα αυτή απαιτεί προσεκτικότερη ανάλυση, καθώς ο συγκεκριμένος δείκτης δεν αντικατοπτρίζει πλήρως το σύνολο των πραγματικών χρόνων απασχόλησης, ειδικά σε χώρες όπως η Ελλάδα, όπου η ανασφάλιστη και η αδήλωτη εργασία αποτελούσαν για δεκαετίες σημαντικό κομμάτι της οικονομικής δραστηριότητας.

Ειδικότερα, τα στοιχεία της Eurostat, που δημοσιοποιήθηκαν στις 8 Αυγούστου, καταδεικνύουν ότι η αναμενόμενη διάρκεια του εργασιακού βίου στην Ελλάδα το 2025 υπολογίζεται στα 35,3 χρόνια. Συγκριτικά, στην Ολλανδία η αντίστοιχη διάρκεια φτάνει τα 44 χρόνια, στη Σουηδία τα 43,4 και στη Δανία τα 42,6. Με αυτά τα δεδομένα, η Ελλάδα κατατάσσεται κοντά στο τέλος της ευρωπαϊκής λίστας, ξεπερνώντας μόνο τη Ρουμανία, την Ιταλία, τη Βουλγαρία και την Κροατία.

Η Πραγματικότητα Πίσω από τους Αριθμούς

Ενώ η διαφορά είναι εμφανής, δεν συνεπάγεται απαραίτητα ότι οι Έλληνες εργάζονται για σημαντικά λιγότερα χρόνια σε σύγκριση με τους πολίτες χωρών όπως η Ολλανδία ή η Σουηδία. Ο δείκτης της Eurostat δεν αποτελεί έναν απόλυτο μετρητή όλων των πραγματικών ημερών εργασίας ενός ατόμου. Εδώ εδράζεται η ιδιαίτερη ελληνική πραγματικότητα. Για πολλά χρόνια, και ιδίως στις παλαιότερες γενιές, η αδήλωτη ή ανασφάλιστη εργασία ήταν ευρέως διαδεδομένη. Η απασχόληση σε οικογενειακές ή μικρές επιχειρήσεις, αγροτικές δραστηριότητες, τον κατασκευαστικό κλάδο, τον τουρισμό και άλλους τομείς, συχνά δεν καταγραφόταν με την ίδια ακρίβεια και συνέπεια που ίσχυε σε χώρες της Βόρειας Ευρώπης. Αυτό σημαίνει ότι ένα μέρος της πραγματικής εργασιακής πορείας δεν είναι απαραίτητα ορατό στους επίσημους στατιστικούς δείκτες.

Διαφορετικές Τάσεις μεταξύ των Χωρών

Αξίζει να σημειωθεί ότι, στο διάστημα μεταξύ 2016 και 2025, η αναμενόμενη διάρκεια του εργασιακού βίου παρουσίασε αύξηση σε όλες τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Τέσσερις χώρες κατέγραψαν ιδιαίτερα σημαντική άνοδο, της τάξης των 4 ή και περισσοτέρων ετών: η Μάλτα (+4,9 χρόνια), η Ουγγαρία και η Ιρλανδία (+4,2 χρόνια) και η Ολλανδία (+4,1 χρόνια).

Η Μάλτα και η Ουγγαρία, οι οποίες το 2016 βρίσκονταν κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ, παρουσίασαν αξιοσημείωτη αύξηση, ξεπερνώντας πλέον τον ευρωπαϊκό μέσο όρο το 2025. Στη Μάλτα, η κύρια αιτία αυτής της αύξησης ήταν η σημαντική αύξηση της αναμενόμενης διάρκειας εργασιακού βίου των γυναικών, κατά 7,8 χρόνια – η μεγαλύτερη αύξηση που καταγράφηκε σε οποιαδήποτε χώρα της ΕΕ.

Αντίθετα, η Ρουμανία, η Ισπανία, η Ιταλία, η Γερμανία και η Αυστρία παρουσίασαν μια σχετικά σταθερή πορεία, με αυξήσεις που δεν ξεπέρασαν τα 2 χρόνια.

Η Εικόνα μεταξύ των Φύλων

Μια αξιοσημείωτη τάση που παρατηρήθηκε στις περισσότερες χώρες της ΕΕ ήταν ότι η διάρκεια του εργασιακού βίου των γυναικών αυξήθηκε περισσότερο από εκείνη των ανδρών. Εξαιρέσεις σε αυτόν τον κανόνα αποτέλεσαν η Δανία, η Ρουμανία, η Σουηδία και η Ελλάδα. Στη Μάλτα, την Εσθονία και την Ουγγαρία, αντίστοιχα, η αύξηση για τις γυναίκες ήταν σημαντικά μεγαλύτερη σε σύγκριση με τους άνδρες.

Στη Σλοβενία, την Κύπρο, τη Βουλγαρία και το Βέλγιο, οι αυξήσεις για άνδρες και γυναίκες ήταν περίπου ισομερείς. Οι Ελληνίδες αναμένεται να έχουν εργασιακό βίο μόλις 31,8 χρόνια, ένα από τα χαμηλότερα ποσοστά στην ΕΕ. Παράλληλα, η διαφορά μεταξύ ανδρών και γυναικών στην Ελλάδα ανέρχεται στα 6,7 χρόνια, κατατάσσοντας τη χώρα τρίτη στην Ευρώπη, μετά την Ιταλία και τη Ρουμανία.

Συνοψίζοντας, τα στοιχεία αυτά, πέρα από την αρχική εικόνα, αποκαλύπτουν μια αγορά εργασίας με χαμηλότερη και καθυστερημένη συμμετοχή, σημαντικές διαφορές μεταξύ των φύλων, καθώς και ένα ιστορικό βάρος αδήλωτης εργασίας που καθιστά τη σύγκριση με τις χώρες της Βόρειας Ευρώπης πιο σύνθετη.