22/08/2026

Η Ευρώπη ξέρει τι πρέπει να κάνει. Δυσκολεύεται να αποφασίσει ποιος θα το πληρώσει

d0749ff2-b93b-4f07-906f-b3f2d02de304

του Αλέξανδρου Αλεξανδράκη, μέλους του Περιφερειακού Συμβουλίου Αττικής του ΠΑΣΟΚ-Κίνημα Αλλαγής, ιδιοκτήτη Gratus Digital Agency

Έχει ξεκινήσει ξανά η συζήτηση για την ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης, η οποία ωστόσο δεν είναι καινούργια. Και ακριβώς αυτό είναι ίσως το πιο ανησυχητικό στοιχείο.

Εδώ και χρόνια γνωρίζουμε τις βασικές αδυναμίες της ευρωπαϊκής οικονομίας. Αυτές είναι η χαμηλότερη αύξηση της παραγωγικότητας σε σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες, η υστέρηση στις νέες τεχνολογίες, το υψηλό ενεργειακό κόστος, οι κατακερματισμένες κεφαλαιαγορές, η δυσκολία των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων να αποκτήσουν το μέγεθος που απαιτεί ο διεθνής ανταγωνισμός και μια ενιαία αγορά που, σχεδόν τέσσερις δεκαετίες μετά τη δημιουργία της, παραμένει σε κρίσιμους τομείς ημιτελής. Η έκθεση Ντράγκι, τον Σεπτέμβριο του 2024, κατέγραψε το πρόβημα, με τρόπο που δεν άφηνε πλέον περιθώρια για αυταπάτες. Η Ευρώπη χρειάζεται πρόσθετες επενδύσεις της τάξης των 750 έως 800 δισ. ευρώ ετησίως, κάτι που υπολογίζεται περίπου 4,5% του ευρωπαϊκού ΑΕΠ κάθε χρόνο για την πράσινη μετάβαση, την ψηφιακή τεχνολογία, την καινοτομία, τις υποδομές και την ασφάλεια.

Λίγους μήνες νωρίτερα, η έκθεση του Ενρίκο Λέτα για την ενιαία αγορά είχε αναδείξει κάτι εξίσου σημαντικό: η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση δεν μπορεί πλέον να αφορά μόνο την ελεύθερη κυκλοφορία ανθρώπων, αγαθών, υπηρεσιών και κεφαλαίων. Χρειάζεται μια νέα, «πέμπτη ελευθερία», αυτήν της γνώσης, της έρευνας, της καινοτομίας και της εκπαίδευσης. Οι διαγνώσεις, λοιπόν, υπάρχουν. Από τον Ιανουάριο του 2025 υπάρχει και η ευρωπαϊκή «Πυξίδα Ανταγωνιστικότητας», που αναγνωρίζει ως κεντρικές προτεραιότητες το κλείσιμο του χάσματος καινοτομίας, την ανταγωνιστική απανθρακοποίηση, τη μείωση των στρατηγικών εξαρτήσεων, την ολοκλήρωση της ενιαίας αγοράς, τη χρηματοδότηση των επενδύσεων και την αναβάθμιση των δεξιοτήτων. Δύο χρόνια μετά, όμως, το ερώτημα δεν είναι τι λέει η έκθεση αλλά τι από όλα αυτά προχώρησε κι έγινε πράξη.

Και εκεί οι μετρήσεις είναι διδακτικές. Ανάλογα με τη μεθοδολογία, οι ανεξάρτητοι δείκτες παρακολούθησης τοποθετούν το ποσοστό των συστάσεων που έχουν πραγματικά υλοποιηθεί κάπου ανάμεσα στο 15% και το 30%, με τη μεγάλη πλειοψηφία των υπόλοιπων να βρίσκεται ακόμη σε στάδιο διαπραγμάτευσης ή προετοιμασίας. Δεν είναι μηδέν, και θα ήταν άδικο να παρουσιαστεί ως μηδέν. Αλλά σε καμία περίπτωση δεν είναι, ο ρυθμός που η ίδια η έκθεση περιέγραφε ως όρο επιβίωσης. Το πραγματικό πρόβλημα, επομένως, δεν είναι ότι η Ευρώπη δεν ξέρει τι πρέπει να κάνει, αλλά ότι δυσκολεύεται να αποφασίσει ποιος θα το πληρώσει.

Ανταγωνιστικότητα υψηλής παραγωγικότητας, όχι χαμηλού κόστους

Εδώ βρίσκεται και η μεγάλη πολιτική συζήτηση. Για έναν σοσιαλδημοκράτη, η απάντηση στην ευρωπαϊκή κρίση ανταγωνιστικότητας δεν μπορεί να είναι η επιστροφή σε μια λογική φθηνής εργασίας, απορρύθμισης και ανταγωνισμού μεταξύ των κρατών-μελών για το ποιο θα προσφέρει χαμηλότερους μισθούς, λιγότερα δικαιώματα και μικρότερη φορολογία. Αυτός δεν είναι ο δρόμος με τον οποίο η Ευρώπη μπορεί να ανταγωνιστεί τις Ηνωμένες Πολιτείες ή την Κίνα. Και, κυρίως, δεν είναι ο δρόμος που ταιριάζει στο ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο. Η ευρωπαϊκή ανταγωνιστικότητα πρέπει να στηρίζεται στην υψηλή παραγωγικότητα και όχι στο χαμηλό κόστος εργασίας, στην τεχνολογία, στην ποιοτική εκπαίδευση, στην έρευνα, στις υποδομές, στην ενεργειακή αυτονομία, στην αποτελεσματική δημόσια διοίκηση και σε επιχειρήσεις που μπορούν να μεγαλώσουν μέσα σε μια πραγματικά ενιαία ευρωπαϊκή αγορά. Γιατί ανταγωνιστικότητα δεν είναι να εργάζεται ο Ευρωπαίος περισσότερο για λιγότερα. Είναι να μπορεί μέσα σε μία ώρα εργασίας να παράγει περισσότερη αξία, κι αυτή η διαφορά είναι πολιτικά θεμελιώδης.

Το ενεργειακό κόστος δεν αντιμετωπίζεται με συνθήματα

Υπάρχει, άλλωστε, ένα αντικειμενικό ενεργειακό πρόβλημα, το οποίο παρά την αποκλιμάκωση μετά την κρίση του 2022, οι τιμές ηλεκτρικής ενέργειας για την ευρωπαϊκή ενεργοβόρο βιομηχανία παραμένουν περίπου διπλάσιες από τις αμερικανικές και σημαντικά υψηλότερες από τις κινεζικές. Δεν πρόκειται για συγκυριακή απόκλιση αλλά για διαρθρωτικό μειονέκτημα που κρατάει ήδη τέσσερα χρόνια. Δεν είναι δυνατόν να ζητάμε από την ευρωπαϊκή βιομηχανία να πρωταγωνιστήσει στην πράσινη μετάβαση, να επενδύσει σε νέες τεχνολογίες και ταυτόχρονα να ανταγωνίζεται επιχειρήσεις που λειτουργούν με δραματικά χαμηλότερο ενεργειακό κόστος. Αυτό δεν συνεπάγεται εγκατάλειψη της πράσινης μετάβασης. Σημαίνει ακριβώς το αντίθετο με επιτάχυνσή της με κοινωνικά και παραγωγικά βιώσιμο τρόπο. Με κοινά ενεργειακά δίκτυα, περισσότερες διασυνδέσεις, επενδύσεις στην αποθήκευση και στις ανανεώσιμες πηγές, και με μια πραγματική ευρωπαϊκή ενεργειακή πολιτική που θα μειώνει το κόστος για τα νοικοκυριά και τη βιομηχανία. Άλλωστε, η φθηνότερη ενέργεια που διαθέτει σήμερα η Ευρώπη είναι αυτή που παράγει η ίδια. Η ενεργειακή αυτονομία είναι πέρα από περιβαλλοντικός στόχος και όρος ανταγωνιστικότητας, αλλά και γεωπολιτικής ασφάλειας.

Χρήματα υπάρχουν. Δρόμος για την παραγωγική οικονομία δεν υπάρχει

Το ίδιο ισχύει για την τεχνολογία, όπου η Ευρώπη διαθέτει εξαιρετικά πανεπιστήμια, επιστήμονες, μηχανικούς και ερευνητικά κέντρα. Διαθέτει επίσης τεράστιες ιδιωτικές αποταμιεύσεις της τάξης των 10 τρισ. ευρώ σε τραπεζικές καταθέσεις, σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Κι όμως, ένα μεγάλο μέρος της ευρωπαϊκής καινοτομίας δυσκολεύεται να μετατραπεί σε μεγάλες ευρωπαϊκές επιχειρήσεις. Ευρωπαϊκές startups που ξεκινούν με ευρωπαϊκή έρευνα και ευρωπαϊκή δημόσια χρηματοδότηση καταλήγουν, τη στιγμή που χρειάζονται κεφάλαια ανάπτυξης, να αναζητούν χρηματοδότηση και εισαγωγή σε αγορές εκτός Ευρώπης. Το πρόβλημα δεν τα χρηματα αλλά ότι δεν υπάρχει ο δρόμος που θα τα οδηγήσει από την κατάθεση στο παραγωγικό επένδυμα. Γι’ αυτό και η ολοκλήρωση της ένωσης αποταμιεύσεων και επενδύσεων είναι πολιτική προϋπόθεση ευρωπαϊκής κυριαρχίας.

Η στιγμή της αλήθειας λέγεται προϋπολογισμός

Ακριβώς όπως πολιτική επιλογή είναι και το ζήτημα των κοινών επενδύσεων. Η πανδημία απέδειξε ότι όταν η ανάγκη γίνει αρκετά μεγάλη, η Ευρώπη μπορεί να κινηθεί διαφορετικά. Με το NextGenerationEU αποφάσισε να κινητοποιήσει από κοινού πάνω από 800 δισ. ευρώ για την ανάκαμψη και τον μετασχηματισμό των οικονομιών της. Αυτό που παρουσιάστηκε τότε ως έκτακτη απάντηση σε μια έκτακτη κρίση θα έπρεπε να μας έχει διδάξει κάτι πολύ βαθύτερο. Ότι υπάρχουν ευρωπαϊκά προβλήματα που δεν αντιμετωπίζονται με είκοσι επτά εθνικούς προϋπολογισμούς. Η τεχνητή νοημοσύνη, η ενεργειακή μετάβαση, η άμυνα, τα δίκτυα, οι ημιαγωγοί, η έρευνα και οι κρίσιμες υποδομές απαιτούν κλίμακα. Και αυτή την κλίμακα σήμερα μπορεί να την προσφέρει μόνο η Ευρώπη. Αν κάθε κράτος επιμείνει στη δική του μικρή βιομηχανική στρατηγική, η Ευρώπη θα συνεχίσει να παρατάσσει είκοσι επτά εθνικές απαντήσεις απέναντι σε αμερικανικούς και κινεζικούς κολοσσούς. Και το αποτέλεσμα το ξέρουμε από πριν. Αυτή τη στιγμή βρίσκεται σε εξέλιξη η διαπραγμάτευση για το Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο 2028-2034, τον προϋπολογισμό που θα καθορίσει τι μπορεί πραγματικά να χρηματοδοτήσει η Ένωση την επόμενη επταετία, με στόχο συμφωνία μέσα στο 2026. Εκεί κρίνεται αν το Ταμείο Ευρωπαϊκής Ανταγωνιστικότητας θα έχει τους πόρους που αντιστοιχούν στη ρητορική, αν θα υπάρξουν νέοι ίδιοι πόροι, και αν οι επενδύσεις στην καινοτομία θα γίνουν εις βάρος της συνοχής ή μαζί με αυτήν. Ο προϋπολογισμός είναι το σημείο όπου οι εκθέσεις σταματούν να είναι κείμενα και γίνονται πολιτική. Ή δεν γίνονται.

Η ένσταση και η απάντηση

Θα ήταν ανέντιμο να παρουσιαστεί η αντίσταση απέναντι στην κοινή χρηματοδότηση ως απλή μικροψυχία. Η ένσταση των κρατών που πληρώνουν περισσότερα είναι συγκεκριμένη: θέλουν εγγυήσεις ότι τα κοινά χρήματα θα δαπανηθούν αποτελεσματικά, με διαφάνεια και με μετρήσιμο αποτέλεσμα. Η εμπειρία του Ταμείου Ανάκαμψης έδειξε και τις δύο πλευρές, τι μπορεί να πετύχει η κοινή δράση, αλλά και πόσο άνισα απορροφούν οι διοικήσεις των κρατών-μελών. Η προοδευτική απάντηση δεν είναι να αγνοήσουμε αυτή την ένσταση. Η απάντηση πρέπει να αφορά τους κοινούς πόρους με αυστηρή σύνδεση με αποτελέσματα, με πραγματική διαφάνεια στους δικαιούχους και με ευρωπαϊκό δημοκρατικό έλεγχο αντάξιο του μεγέθους των ποσών. Και ταυτόχρονα να θέσουμε το αντίστροφο ερώτημα,πόσο κοστίζει ο κατακερματισμός; Είκοσι επτά παράλληλα καθεστώτα κρατικών ενισχύσεων δεν είναι φθηνότερα, αλλά είναι πιο αδύναμα και επιτρέπουν στους μη ευρωπαϊκούς κολοσσούς να παίζουν τα κράτη-μέλη το ένα απέναντι στο άλλο.

Μαζί με την κοινωνία, όχι εναντίον της

Υπάρχει, όμως, ακόμη μία προϋπόθεση όσον αφορά την παραγωγική ανασυγκρότηση της Ευρώπης, η οποία πρέπει να γίνει μαζί με την κοινωνία. Γιατί η πράσινη και η ψηφιακή μετάβαση δεν θα επιβιώσουν πολιτικά αν μεγάλα τμήματα των ευρωπαϊκών κοινωνιών αισθανθούν ότι καλούνται για ακόμη μία φορά να πληρώσουν μόνα τους το κόστος. Το ξέρουμε ήδη από την άνοδο των δυνάμεων που πολιτεύονται πάνω σε αυτή την αίσθηση εγκατάλειψης. Η ανάπτυξη χρειάζεται καλές δουλειές. Η τεχνολογική αλλαγή χρειάζεται επανεκπαίδευση των εργαζομένων. Η αύξηση της παραγωγικότητας πρέπει να μεταφράζεται και σε αύξηση των πραγματικών εισοδημάτων. Η ανταγωνιστικότητα πρέπει να συμβαδίζει με ισχυρές συλλογικές διαπραγματεύσεις, κοινωνική προστασία και δυνατότητα κοινωνικής κινητικότητας. Το ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο δεν είναι το εμπόδιο στην ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης, αν το δούμε με την σωστή οπτική, αλλά ένα από τα συγκριτικά της πλεονεκτήματα. Το λάθος θα ήταν να επιχειρήσουμε να σώσουμε την ευρωπαϊκή οικονομία καταστρέφοντας ακριβώς εκείνο που κάνει την Ευρώπη διαφορετική. Αυτό, βεβαίως, απαιτεί και καλύτερη ρύθμιση. Δεν υπάρχει τίποτα προοδευτικό στη γραφειοκρατία που ταλαιπωρεί μια μικρή επιχείρηση χωρίς να προσφέρει ουσιαστική προστασία στον εργαζόμενο, στον καταναλωτή ή στο περιβάλλον. Η προοδευτική πολιτική οφείλει να ξεχωρίζει τη ρύθμιση που προστατεύει από τη γραφειοκρατία που απλώς εμποδίζει, και να μην επιτρέψει η «απλοποίηση» να γίνει συνώνυμο της αποδόμησης κοινωνικών και περιβαλλοντικών προτύπων. Λιγότερη πολυπλοκότητα, περισσότερη ασφάλεια δικαίου και πραγματικά ενιαίοι κανόνες μπορούν να συνυπάρχουν με υψηλά πρότυπα.

Γιατί αφορά την Ελλάδα

Για μια χώρα σαν την Ελλάδα, τίποτα από τα παραπάνω δεν είναι αφηρημένο. Μια οικονομία με πολύ μικρό μέσο μέγεθος επιχείρησης έχει ανάγκη περισσότερο από κάθε άλλη μια ενιαία αγορά χωρίς εμπόδια και μια ευρωπαϊκή αγορά κεφαλαίων που θα δίνει χρηματοδότηση χωρίς να απαιτεί μέγεθος πολυεθνικής. Μια χώρα στην άκρη του ευρωπαϊκού ενεργειακού χάρτη έχει άμεσο συμφέρον στις διασυνδέσεις και στα κοινά δίκτυα. Μια χώρα που έχασε ένα μεγάλο μέρος μιας γενιάς επιστημόνων έχει άμεσο συμφέρον σε μια Ευρώπη που κρατάει την έρευνα και την καινοτομία της στο έδαφός της. Και μια χώρα που πάνω απ’ όλα γνωρίζει από πρώτο χέρι τι σημαίνει να αντιμετωπίζεις μια κρίση χωρίς επαρκή ευρωπαϊκά εργαλεία, έχει κάθε λόγο να είναι από τις πιο σταθερές φωνές υπέρ των κοινών πόρων.

Το πραγματικό δίλημμα

Οι εθνικές κυβερνήσεις συμφωνούν εύκολα ότι η Ευρώπη πρέπει να γίνει ισχυρότερη. Δυσκολεύονται πολύ περισσότερο όταν αυτή η ισχυρότερη Ευρώπη απαιτεί κοινή χρηματοδότηση, κοινές αποφάσεις και περιορισμό της δυνατότητας κάθε κυβέρνησης να λειτουργεί αποκλειστικά με γνώμονα το επόμενο εθνικό εκλογικό ακροατήριο. Έτσι δημιουργείται το παράδοξο του ότι όλοι αναγνωρίζουν την Ευρώπη ως πολύ μικρή όταν είναι κατακερματισμένη, αλλά πολλοί επιμένουν να υπερασπίζονται τον κατακερματισμό της. Όλοι ζητούν ευρωπαϊκή στρατηγική, μέχρι τη στιγμή που η στρατηγική αυτή απαιτεί πραγματική ευρωπαϊκή εξουσία και πραγματικούς ευρωπαϊκούς πόρους. Και αυτό είναι το turning point, που λέγεται «έλλειμμα πολιτικής βούλησης».

Η Ευρώπη σήμερα δεν χρειάζεται άλλη μία έκθεση που θα μας εξηγήσει τι δεν λειτουργεί. Χρειάζεται πολιτικές ηγεσίες που θα αναλάβουν το κόστος των αποφάσεων. Που θα εξηγήσουν στους πολίτες ότι περισσότερη Ευρώπη σε ορισμένους κρίσιμους τομείς δεν σημαίνει λιγότερη δημοκρατία ή λιγότερη εθνική ταυτότητα. Σημαίνει μεγαλύτερη δυνατότητα των ευρωπαϊκών κοινωνιών να καθορίζουν οι ίδιες το μέλλον τους σε έναν κόσμο γιγαντιαίων οικονομικών και γεωπολιτικών δυνάμεων. Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει ακόμη τεράστια πλεονεκτήματα, καθώς είναι μια αγορά εκατοντάδων εκατομμυρίων ανθρώπων, υψηλού επιπέδου ανθρώπινο κεφάλαιο, ισχυρούς θεσμούς, βιομηχανική βάση, σημαντικές αποταμιεύσεις και ένα κοινωνικό μοντέλο που εξακολουθεί να αποτελεί σημείο αναφοράς παγκοσμίως. Δεν μας λείπουν οι δυνατότητες ως Ευρωαπαίοι, αλλά μας λείπει η πολιτική απόφαση να χρησιμοποιηθούν οι δυνατότητες αυτές συλλογικά, για να μεγιστοποιηθούν τα αποτελέσματα.

Το δίλημμα, επομένως, δεν είναι «ανταγωνιστικότητα ή κοινωνικό κράτος». Το πραγματικό δίλημμα είναι αν η Ευρώπη θα επενδύσει αρκετά ώστε να μπορεί να χρηματοδοτεί και τα δύο. Για τη σοσιαλδημοκρατία, η απάντηση πρέπει να είναι ξεκάθαρη, όπως ήταν και διαχρονικά, μια Ευρώπη που παράγει περισσότερο, επενδύει περισσότερο και καινοτομεί περισσότερο, αλλά ταυτόχρονα μοιράζεται δικαιότερα την ευημερία που δημιουργεί. Γιατί μόνο μια Ευρώπη οικονομικά ισχυρή μπορεί να παραμείνει κοινωνικά ισχυρή. Και μόνο μια Ευρώπη κοινωνικά δίκαιη μπορεί να διατηρήσει τη δημοκρατική νομιμοποίηση που χρειάζεται για να γίνει πραγματικά ισχυρή. Η επόμενη ευκαιρία να το αποδείξει δεν είναι σε κάποιο αόριστο μέλλον, αλλά βρίσκεται αυτήν την στιγμή πάνω στο τραπέζι της διαπραγμάτευσης.