28/08/2026

Απεβίωσε σε ηλικία 97 ετών η Γιαγιόι Κουσάμα, η εμβληματική Ιαπωνέζα καλλιτέχνιδα των ατελείωτων βουλευτών

Πέθανε σε ηλικία 97 ετών η διάσημη Γιαπωνέζα καλλιτέχνις Γιαγιόι Κουσάμα, μία από τις πιο αναγνωρίσιμες και επιδραστικές μορφές της σύγχρονης τέχνης, γνωστή παγκοσμίως για τις χαρακτηριστικές βούλες, τις ψυχεδελικές δημιουργίες και τις εντυπωσιακές εγκαταστάσεις «Infinity Mirror Rooms». Η Κουσάμα πέθανε στις 14 Αυγούστου σε νοσοκομείο του Τόκιο, όπως ανακοίνωσε την Πέμπτη η εταιρεία Yayoi

Απεβίωσε σε ηλικία 97 ετών η Γιαγιόι Κουσάμα, η εμβληματική Ιαπωνέζα καλλιτέχνιδα των ατελείωτων βουλευτών

Η Γιαγιόι Κουσάμα, μία από τις πλέον αναγνωρίσιμες και επιδραστικές μορφές της σύγχρονης τέχνης, έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 97 ετών. Η διάσημη Γιαπωνέζα καλλιτέχνιδα, παγκοσμίως γνωστή για τις χαρακτηριστικές βούλες, τις ψυχεδελικές δημιουργίες και τις καθηλωτικές εγκαταστάσεις «Infinity Mirror Rooms», άφησε την τελευταία της πνοή στις 14 Αυγούστου σε νοσοκομείο του Τόκιο. Η ανακοίνωση έγινε την Πέμπτη από την εταιρεία Yayoi Kusama Inc., όπως μεταφέρει ο Guardian. Η Κουσάμα, σύμφωνα με την ανακοίνωση, «σε όλη τη διάρκεια μιας εξαιρετικής ζωής, αφιερωμένης ολοκληρωτικά στην καλλιτεχνική δημιουργία, ακολούθησε μια διεθνώς αναγνωρισμένη πορεία ως πρωτοπόρος καλλιτέχνις της avant-garde». Μάλιστα, συνέχισε να δημιουργεί μέχρι τις τελευταίες στιγμές της, «χωρίς ποτέ να αφήσει το πινέλο της».

Μια Πορεία από την Δύσκολη Παιδική Ηλικία στη Νέα Υόρκη

Η Γιαγιόι Κουσάμα γεννήθηκε το 1929 στο Ματσουμότο της Ιαπωνίας, μεγαλώνοντας σε ένα δυσχερές οικογενειακό περιβάλλον. Από νεαρή ηλικία, βίωνε παραισθήσεις, με λουλούδια και επαναλαμβανόμενα μοτίβα να πολλαπλασιάζονται γύρω της. Η ζωγραφική έγινε το μέσο έκφρασης και διαχείρισης αυτών των βιωμάτων. Κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, σε ηλικία 13 ετών, εργάστηκε στην παραγωγή υφασμάτων για αλεξίπτωτα του ιαπωνικού στρατού. Ακολούθησε η φοίτησή της στην παραδοσιακή ιαπωνική ζωγραφική (nihonga) στο Κιότο, όμως σύντομα αισθάνθηκε περιορισμένη από τους άκαμπτους κανόνες της. Απορρίπτοντας την προοπτική ενός προσχεδιασμένου γάμου, εγκατέλειψε την Ιαπωνία και το 1958 εγκαταστάθηκε στη Νέα Υόρκη. Εκεί, έκανε το καλλιτεχνικό της άλμα με τους εμβληματικούς πίνακες «Infinity Nets», τεράστιες επιφάνειες καλυμμένες με επαναλαμβανόμενα μοτίβα και βούλες. Το 1962, ένα από αυτά τα έργα πωλήθηκε μόλις για 75 δολάρια. Περισσότερο από μισό αιώνα αργότερα, το έργο της «White No. 28» έφτασε τα 7,1 εκατομμύρια δολάρια σε δημοπρασία, σπάζοντας τότε ρεκόρ για εν ζωή γυναίκα καλλιτέχνιδα.

Τη δεκαετία του 1960, η Κουσάμα έγινε επίσης γνωστή για τις προκλητικές performances της. Διοργάνωνε «body festivals» όπου γυμνοί συμμετέχοντες ζωγραφίζονταν με βούλες, ενώ σε μια τολμηρή κίνηση, έγραψε στον τότε πρόεδρο των ΗΠΑ, Ρίτσαρντ Νίξον, προσφέροντας «να κοιμηθεί μαζί του» με αντάλλαγμα τον τερματισμό του πολέμου στο Βιετνάμ. Το 1966, εμφανίστηκε χωρίς πρόσκληση στην Μπιενάλε της Βενετίας, παρουσιάζοντας το διάσημο «Narcissus Garden», μια εγκατάσταση με 1.500 ανακλαστικές σφαίρες. Όταν άρχισε να τις πουλάει στους επισκέπτες για δύο δολάρια την καθεμία, οι διοργανωτές παρενέβησαν και διέκοψαν τη δράση. Η έννοια του απείρου και η «αυτοεξάλειψη» (self-obliteration), συνδεδεμένες με τις παιδικές της παραισθήσεις, κατείχαν κεντρική θέση στο έργο της. Παρόλο που κινήθηκε στους χώρους της pop art και του μινιμαλισμού, για χρόνια παρέμενε στο περιθώριο του κατεστημένου της τέχνης. Η ίδια εξέφραζε την άποψη ότι ιδέες της υιοθετήθηκαν από διάσημους άνδρες καλλιτέχνες, όπως ο Άντι Γουόρχολ, ενώ η δική της συμβολή παραγνωριζόταν.

Η Επιλογή να Ζει σε Ψυχιατρικό Νοσοκομείο

Μετά την επιστροφή της στην Ιαπωνία, η ψυχική της κατάσταση επιδεινώθηκε. Το 1977, εισήχθη οικειοθελώς σε ψυχιατρικό νοσοκομείο του Τόκιο, όπου αποφάσισε να παραμείνει μόνιμα. Από εκεί, συνέχισε επί δεκαετίες να εργάζεται καθημερινά στο κοντινό της στούντιο, δημιουργώντας πίνακες, γλυπτά, εγκαταστάσεις και λογοτεχνικά έργα. Για ένα διάστημα, κυρίως τις δεκαετίες του 1980 και αρχές 1990, το ενδιαφέρον για το έργο της είχε περιοριστεί σημαντικά. Ωστόσο, η μεγάλη διεθνής αναγνώριση ήρθε αργότερα.

Από την Αφάνεια στην Παγκόσμια Αναγνώριση

Το 1993, εκπροσώπησε την Ιαπωνία στην Μπιενάλε της Βενετίας με μια εγκατάσταση γεμάτη μικρές κολοκύθες, ένα μοτίβο που εξελίχθηκε σε ένα από τα πλέον χαρακτηριστικά σύμβολα της δουλειάς της. Οι περίφημες «Infinity Mirror Rooms», χώροι με καθρέφτες, φώτα και επαναλαμβανόμενα μοτίβα που δημιουργούν την ψευδαίσθηση ενός ατελείωτου χώρου, την ανέδειξαν σταδιακά σε παγκόσμιο φαινόμενο. Με την άνοδο των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, οι εγκαταστάσεις της γνώρισαν ακόμη μεγαλύτερη δημοτικότητα, προσελκύοντας τεράστιες ουρές επισκεπτών σε μουσεία και εκθέσεις παγκοσμίως. Το 2024, έκθεσή της στην Αυστραλία αναδείχθηκε στην δημοφιλέστερη στην ιστορία της χώρας. Σημαντικές αναδρομικές εκθέσεις της φιλοξενήθηκαν, μεταξύ άλλων, στο Museum of Modern Art της Νέας Υόρκης, στην Tate Modern του Λονδίνου και στο Hirshhorn Museum της Ουάσιγκτον. Παρά την τεράστια επιτυχία των τελευταίων ετών, η Κουσάμα συνέχισε να θεωρεί τον εαυτό της «outsider» του καλλιτεχνικού κόσμου. «Δεν μπορώ να φανταστώ πώς θα με κατατάξουν μετά τον θάνατό μου», είχε δηλώσει. «Είναι ωραίο να είσαι outsider».

Πηγή: The Guardian