05/09/2026

Αυξάνονται οι Πτυχιούχοι, αλλά η Λειτουργική Αναλφαβησία Παραμένει Υψηλή: Η Σοβαρή Πρόκληση της Ελληνικής Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης

Παράγουμε πτυχιακούς και μεταπτυχιακούς αλλά… αγράμματους!

Αισθητή αύξηση παρουσιάζουν οι αριθμοί των πτυχιούχων και των κατόχων μεταπτυχιακού διπλώματος, ωστόσο, το ένα πέμπτο αυτών είναι λειτουργικά αναλφάβητοι.

Παράλληλα, και ενώ αυξάνεται ο αριθμός των πτυχιούχων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, οι νέοι ηλικίας 25-34 ετών στην Ελλάδα επιδεικνύουν επιδόσεις στον εγγραμματισμό παρόμοιες με αυτές των ατόμων ηλικίας 55-65 ετών. Αυτό υποδηλώνει ότι η φοίτηση στα ΑΕΙ δεν βελτιώνει ουσιαστικά τον «εγγραμματισμό» τους, σε σύγκριση με μεγαλύτερες ηλικίες που είχαν λιγότερες ευκαιρίες ακαδημαϊκής πρόσβασης, πριν από 35-45 έτη.

Τα παραπάνω αποτελούν μία από τις βασικές διαπιστώσεις μιας σημαντικής μελέτης που διενεργήθηκε από τη Μονάδα Οικονομικής Ανάλυσης και Έρευνας της Eurobank, με τίτλο «Η τριτοβάθμια εκπαίδευση στην Ελλάδα: μεγέθη, προκλήσεις και δυνητική συνεισφορά στην ανάπτυξη». Τη μελέτη υπογράφουν οι Δρ. Τάσος Αναστασάτος, Επικεφαλής Οικονομολόγος, και Δρ. Κωνσταντίνος Πέππας, Ερευνητής Οικονομολόγος.

Υστέρηση στην Ποιότητα της Εκπαίδευσης

Ίσως το πιο ενδιαφέρον εύρημα της εν λόγω μελέτης αφορά την ποιότητα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στην Ελλάδα.

Όπως επισημαίνει, η έρευνα PIAAC (2016) του ΟΟΣΑ, που εστιάζει στις δεξιότητες των ενηλίκων, κατέδειξε ότι το 19% των αποφοίτων πανεπιστημίου είναι λειτουργικά αναλφάβητοι. Αυτό υποδηλώνει ότι η αύξηση του αριθμού των πτυχιούχων δεν συνεπάγεται αυτομάτως και αναβάθμιση της ποιότητας των παρεχόμενων σπουδών.

Προγενέστερη έρευνα PIAAC του ΟΟΣΑ, με στοιχεία έως το 2015, είχε επίσης δείξει ότι το 19% των αποφοίτων πανεπιστημίου ήταν λειτουργικά αναλφάβητοι.

Είναι πράγματι αξιοπερίεργο πώς ένα εκπαιδευτικό σύστημα είναι σε θέση να απονέμει πτυχία πανεπιστημίου σε άτομα που αξιολογούνται ως λειτουργικά αναλφάβητοι, τονίζεται στη μελέτη. Παρόμοια ανησυχητικά αποτελέσματα προέκυψαν και από την έρευνα PISA του ΟΟΣΑ για μαθητές δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης του 2022.

Ενώ άλλες χώρες κατέγραψαν βελτίωση στις βασικές δεξιότητες του πληθυσμού τους κατά περίπου 30%-35% από τη δεκαετία του ’50, στην Ελλάδα η αντίστοιχη βελτίωση ήταν μόλις 5%.

Επιπλέον, σε αντίθεση με την πορεία άλλων χωρών, στην Ελλάδα οι νέοι ηλικίας 25-34 ετών παρουσιάζουν παρόμοιες επιδόσεις στον εγγραμματισμό με άτομα ηλικίας 55-65 ετών, παρά τη ραγδαία αύξηση του ποσοστού των πτυχιούχων.

Συγκεκριμένα, ενώ σήμερα στις ηλικίες 25-35 ετών ο αριθμός των πτυχιούχων και των κατόχων μεταπτυχιακού έχει αυξηθεί σημαντικά σε σχέση με τις προηγούμενες δεκαετίες, εντούτοις, σε επίπεδο εγγραμματισμού έχουν τις ίδιες επιδόσεις με τους σημερινούς 50άρηδες και 60άρηδες, στους οποίους το ποσοστό των πτυχιούχων και των κατόχων μεταπτυχιακού είναι πολύ μικρότερο.

Πληθωρισμός Πτυχίων: Μια Σοβαρή Επισήμανση

Οι ερευνητές της Eurobank επισημαίνουν ότι τα ευρήματα αυτά εγείρουν τον προβληματισμό για το κατά πόσον η αύξηση του αριθμού των πτυχιούχων επιτεύχθηκε εις βάρος της χαλάρωσης των κριτηρίων εισαγωγής και αποφοίτησης, οδηγώντας σε χαμηλότερη ποιότητα γνώσεων και δεξιοτήτων, δηλαδή για το αν υφίσταται πληθωρισμός πτυχίων.

Η μελέτη υπογραμμίζει επίσης ότι οι διαπιστώσεις αυτές πιθανώς συμβάλλουν στην φυγή πολλών χιλιάδων νέων Ελλήνων και Ελληνίδων στο εξωτερικό για προπτυχιακές ή μεταπτυχιακές σπουδές. Το 2023, ο αριθμός αυτός ήταν 37.658, αυξημένος σε σχέση με το 2008, παρά την αύξηση των προσφερόμενων θέσεων στα ελληνικά ιδρύματα.

Αυτό έχει ως αποτέλεσμα το υψηλό κόστος για τα νοικοκυριά και την εθνική οικονομία σε συνάλλαγμα. Επιπλέον, στο βαθμό που πολλοί παραμένουν στο εξωτερικό, η χώρα στερείται εξειδικευμένο εργατικό δυναμικό, επιδεινώνοντας τις δυσμενείς προβλέψεις για την εξέλιξη του πληθυσμού.

Έλλειψη Σύνδεσης με την Αγορά Εργασίας

Η μελέτη της Eurobank επισημαίνει συνοπτικά τα εξής:

  • Η Ελλάδα χαρακτηρίζεται από υψηλή ζήτηση για σπουδές τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και ταυτόχρονα εύκολη πρόσβαση. Το ελληνικό σύστημα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης παρουσιάζει το υψηλότερο μέσο ποσοστό στην ΕΕ-27 όσον αφορά τη συμμετοχή των νέων 20 ετών στην τριτοβάθμια εκπαίδευση: 55,7% έναντι μέσου όρου 33,1% στην ΕΕ-27 (μέσο ποσοστό 2013-2024).
  • Ο αριθμός των προπτυχιακών φοιτητών σε κανονικά εξάμηνα σπουδών σε πανεπιστημιακό και τεχνολογικό τομέα κυμαίνεται περίπου στους 300.000 κατ’ έτος (296.800 το 2023).
  • Η άνοδος του αριθμού των αποφοίτων λυκείου που εισέρχονται στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, συνοδεύτηκε από ακόμα ταχύτερη αύξηση του αριθμού των κατόχων βασικού πτυχίου που ακολούθησαν μεταπτυχιακές ή διδακτορικές σπουδές.
  • Ο αριθμός των μεταπτυχιακών φοιτητών στον πανεπιστημιακό και τεχνολογικό τομέα υπερ-οκταπλασιάστηκε μεταξύ 2001 και 2023 (φτάνοντας τους 106.800) και των διδακτορικών σχεδόν τριπλασιάστηκε (φτάνοντας τους 33.700).
  • Σύμφωνα με το CEDEFOP, η Ελλάδα, το 2017 και το 2024, κατατάσσεται στην τρίτη και δεύτερη χαμηλότερη θέση, αντίστοιχα, μεταξύ 31 χωρών όσον αφορά την αποτελεσματική αντιστοίχιση των δεξιοτήτων με την αγορά εργασίας.
  • Την περίοδο 2008-2025, η Ελλάδα είχε το τέταρτο υψηλότερο ποσοστό (2η το 2025) υπερ-ειδίκευσης (over-qualification rate) μεταξύ των χωρών της ΕΕ-27. Αυτό αφορά τους απασχολούμενους με τριτοβάθμια εκπαίδευση που εργάζονται σε χαμηλής ή μεσαίας ειδίκευσης επαγγέλματα. Αυτό μπορεί να ερμηνευθεί ως ένδειξη πληθωρισμού πτυχιούχων ή ως ένδειξη της αδυναμίας της παραγωγικής βάσης της χώρας να δημιουργήσει επαρκή αριθμό θέσεων υψηλότερης εξειδίκευσης, λόγω της έμφασης σε τομείς χαμηλότερης γνώσης.
  • Αντίθετα με την αύξηση του αριθμού των φοιτητών, το διδακτικό προσωπικό της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης μειώθηκε μεταξύ 2001 και 2023 κατά 12,5%. Αυτή η εικόνα οφείλεται στην περίοδο κρίσης 2009-2014, όπου παρατηρήθηκε μείωση κατά 40,0% λόγω περικοπών δαπανών, με τον κύριο όγκο να αφορά τη μείωση του διδακτικού προσωπικού με σύμβαση ορισμένου χρόνου.
  • Η Ελλάδα βρίσκεται σε χαμηλές θέσεις στην ΕΕ-27 όσον αφορά τις δαπάνες ως ποσοστό του ΑΕΠ για το σύνολο της εκπαίδευσης, αλλά παρουσιάζει υψηλότερες του μέσου όρου δαπάνες για την τριτοβάθμια εκπαίδευση, με αμφότερα τα ποσοστά να αυξάνονται. Συνολικά, την περίοδο 2001-2024, οι δαπάνες για τριτοβάθμια εκπαίδευση αυξήθηκαν από 1,5% σε 2,7% του συνόλου των δαπανών της Γενικής Κυβέρνησης.
  • Εφόσον υπάρξει βελτίωση και αλλαγή προσανατολισμού της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στην Ελλάδα, μπορεί να συμβάλει στην αύξηση του ΑΕΠ κατά 12,7%.