06/09/2026

Από τα Δέματα στα Drones: Η Νέα Εποχή του Υβριδικού Πολέμου Πλησιάζει την Ελλάδα

Από τα δέματα στα drones: Ο υβριδικός πόλεμος πλησιάζει την Ελλάδα

Η πρόσφατη υπόθεση στη Λειψία δεν αποτελεί ένα απλό περιστατικό ασφαλείας. Λειτουργεί ως μια έντονη προειδοποίηση για τη μεταβαλλόμενη φύση του υβριδικού πολέμου στην Ευρώπη. Η απειλή μετατοπίζεται από τον κυβερνοχώρο και την παραπληροφόρηση προς κρίσιμους τομείς όπως οι μεταφορές, τα αεροδρόμια, η ενέργεια και οι θεμελιώδεις υποδομές. Το πιο ανησυχητικό είναι ότι αξιοποιεί μικρές, φαινομενικά ασύνδετες ενέργειες, προκειμένου να επιτύχει δυσανάλογα μεγάλο στρατηγικό αντίκτυπο.

Η Εξέλιξη της Απειλής: Από τα Δέματα στα Drones

Στις 19 Ιουλίου 2024, τέσσερα δέματα που περιείχαν αυτοσχέδιους εκρηκτικούς-εμπρηστικούς μηχανισμούς εστάλησαν από το Βίλνιους μέσω των εταιρειών DHL και DPD. Στις 20 Ιουλίου, στις 05:45, ο πρώτος μηχανισμός ενεργοποιήθηκε στο αεροδρόμιο Leipzig/Halle, λίγο πριν φορτωθεί σε εμπορευματικό αεροσκάφος με προορισμό τη Βρετανία. Παρόμοια περιστατικά σημειώθηκαν στην Πολωνία στις 21 Ιουλίου και στο Μπέρμιγχαμ στις 22 Ιουλίου.

Η εις βάθος έρευνα αποκάλυψε κάτι πολύ πιο σύνθετο από τους ίδιους τους μηχανισμούς: ένα κατακερματισμένο δίκτυο δράσης. Διαφορετικά άτομα αναλάμβαναν τη μεταφορά, την αποθήκευση και την ενεργοποίηση. Η επικοινωνία γινόταν μέσω διαδικτυακών εφαρμογών, ενώ για τη χρηματοδότηση χρησιμοποιούνταν κρυπτονομίσματα. Τον Μάρτιο του 2026, η Eurojust ανακοίνωσε ότι είχαν ταυτοποιηθεί 22 ύποπτοι στη Λιθουανία και την Πολωνία, οι οποίοι φέρονται να δρούσαν για λογαριασμό της ρωσικής στρατιωτικής υπηρεσίας πληροφοριών. Επιπλέον, εντοπίστηκαν δοκιμαστικά δέματα που είχαν αποσταλεί προς τις ΗΠΑ και τον Καναδά.

Στις 4 Αυγούστου 2026, η απειλή έλαβε νέα μορφή. Ένα drone εξοπλισμένο με εκρηκτικά εντοπίστηκε στο Leipzig/Halle, πλησίον ενός ουκρανικού αεροσκάφους. Την 1η Σεπτεμβρίου, η γερμανική κυβέρνηση απέδωσε την επιχείρηση στη Ρωσία, η οποία, ωστόσο, διέψευσε τις κατηγορίες.

Παρόλο που δεν έχει αποδειχθεί δημοσίως η σύνδεση των περιστατικών του 2024 και του 2026 σε μία ενιαία επιχειρησιακή αλυσίδα, υπάρχει μια ανησυχητική στρατηγική συνέχεια: χαμηλό κόστος, χρήση ενδιάμεσων εκτελεστών, δυνατότητα άρνησης, στόχευση κρίσιμων υποδομών και δράση σε επίπεδο κάτω από το όριο του συμβατικού πολέμου.

Χώρες που Προετοιμάζονται και Λόγοι

Η Γερμανία πλέον εστιάζει στην αντιμετώπιση όχι μόνο των drones, αλλά ολόκληρης της αλυσίδας που περιλαμβάνει την εισαγωγή, τη στρατολόγηση, τη χρηματοδότηση και την επιχειρησιακή υποστήριξη. Αυτή η ολιστική προσέγγιση είναι ζωτικής σημασίας. Δεν αρκεί η απλή κατάρριψη ενός drone, αν δεν είναι γνωστό ποιος το προμηθεύτηκε, ποιος το τροποποίησε, ποιος επέλεξε τον στόχο και ποιος πλήρωσε τον χειριστή.

Η Πολωνία, η Λιθουανία, η Λετονία και η Εσθονία αντιμετωπίζουν πλέον το σαμποτάζ, τη στρατολόγηση μέσω τρίτων, τις κυβερνοεπιθέσεις και την παρακολούθηση κρίσιμων υποδομών ως αναπόσπαστα στοιχεία ενός ευρύτερου επιχειρησιακού περιβάλλοντος.

Οι χώρες της Βαλτικής Θάλασσας ενισχύουν παράλληλα τη μεταξύ τους συνεργασία στον τομέα της άμυνας κατά των drones και στην ανταλλαγή πληροφοριών. Η Φινλανδία, υιοθετώντας την αρχή της συνολικής ασφάλειας, προετοιμάζει τόσο το κράτος όσο και την κοινωνία για την αντιμετώπιση ταυτόχρονων κρίσεων, που κυμαίνονται από κυβερνοεπιθέσεις και διακοπές ηλεκτρικού ρεύματος έως προβλήματα υδροδότησης και στρατιωτικές απειλές.

Το ουσιαστικό δίδαγμα για την Ελλάδα είναι σαφές. Οι χώρες αυτές δεν εστιάζουν μόνο στην ταυτοποίηση του δράστη. Εξετάζουν την πορεία της δράσης: πώς εισήλθε, πώς έγινε η στρατολόγηση, πώς διεξήχθη η επικοινωνία, πώς εξασφαλίστηκε η χρηματοδότηση, τι παρατηρήθηκε πριν από την επίθεση, ποια υποδομή επιλέχθηκε και ποιος θα μπορούσε να είναι ο επόμενος στόχος.

Ελλάδα και Κύπρος: Προπορευόμενες της Απειλής

Η Ελλάδα και η Κύπρος έχουν επιτακτικούς λόγους να αναλάβουν δράση άμεσα. Η γεωγραφική τους θέση, στο σταυροδρόμι Ευρώπης, Ανατολικής Μεσογείου και Μέσης Ανατολής, τις καθιστά στρατηγικής σημασίας. Αεροδρόμια, λιμάνια, ναυτιλία, στρατιωτικές εγκαταστάσεις, ενεργειακές υποδομές, τηλεπικοινωνίες, υποθαλάσσια καλώδια και ηλεκτρικές διασυνδέσεις συνθέτουν ένα πυκνό δίκτυο ζωτικής σημασίας.

Επομένως, το ερώτημα δεν περιορίζεται στην αναγνώριση της πιο σημαντικής υποδομής μας. Πρέπει να αναρωτηθούμε: ποια είναι η πιο ευάλωτη, πόσο γρήγορα μπορούμε να εντοπίσουμε την προετοιμασία μιας επίθεσης και ποια αλυσιδωτή ζημιά θα προκαλούσε η διακοπή της λειτουργίας της;

Σε αυτό το πλαίσιο, είναι απαραίτητη η εξέλιξη της φιλοσοφίας των υπηρεσιών πληροφοριών. Η ΕΥΠ, η ΕΛ.ΑΣ., το Λιμενικό, οι Ένοπλες Δυνάμεις, οι τελωνειακές αρχές, οι υπηρεσίες κυβερνοασφάλειας και οι διαχειριστές κρίσιμων υποδομών χρήζουν μιας κοινής επιχειρησιακής εικόνας.

Ένα ύποπτο drone, μια ασυνήθιστη αγορά υλικών, μια μεταφορά κρυπτονομισμάτων, η επαναλαμβανόμενη φωτογράφιση μιας εγκατάστασης ή μια προσπάθεια κυβερνο-αναγνώρισης μπορεί μεμονωμένα να μην έχουν ιδιαίτερη βαρύτητα. Ωστόσο, ο συνδυασμός τους μπορεί να αποτελέσει την κρίσιμη προειδοποίηση που αναζητούν οι υπηρεσίες.

Η Ελλάδα, συνεπώς, χρειάζεται μια εθνική χαρτογράφηση του υβριδικού κινδύνου, έναν μόνιμο μηχανισμό σύντηξης πληροφοριών και διακλαδική συνεργασία. Απαιτείται επίσης κλιμακωτή αντι-drone προστασία σε επιλεγμένα αεροδρόμια, λιμάνια, ενεργειακές και στρατιωτικές εγκαταστάσεις, καθώς και η διεξαγωγή ρεαλιστικών ασκήσεων που να συνδυάζουν φυσικό σαμποτάζ, drones, κυβερνοεπίθεση και επιχείρηση παραπληροφόρησης.

Η Κύπρος οφείλει να συμμετέχει ενεργά σε αυτή τη διαδικασία. Η γεωγραφική της θέση, οι ενεργειακές της προοπτικές, οι αεροπορικές και θαλάσσιες υποδομές της και η εγγύτητά της στις κρίσεις της Μέσης Ανατολής καθιστούν την ανθεκτικότητά της αναπόσπαστο μέρος της ευρύτερης ελληνικής και ευρωπαϊκής ασφάλειας.

Απαιτείται μια διαφορετική αντίληψη της απειλής. Τόσο σε τακτικό και επιχειρησιακό επίπεδο, όσο και, τελικά, σε επίπεδο πολιτικής βούλησης.

Στον υβριδικό πόλεμο, η επιτυχία των υπηρεσιών πληροφοριών δεν έγκειται μόνο στην ανακάλυψη του δράστη. Έγκειται στην κατανόηση του ποιος προετοιμάζεται να χτυπήσει, πού και γιατί — προτού καν συμβεί.

*Γράφει ο Δρ. Μάριος Π. Ευθυμιόπουλος, Διευθυντής Strategy International (SI), Αναπληρωτής Καθηγητής Διεθνούς Ασφάλειας και Στρατηγικής, Vytautas Magnus University