ΗΠΑ: Το Δημόσιο Χρέος Αγγίζει Ιστορικά Υψηλά Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο
Το δημόσιο χρέος των Ηνωμένων Πολιτειών έχει φτάσει σε επίπεδα που είχαν να παρατηρηθούν από το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, καθώς η αυξανόμενη εξάρτηση από τον κρατικό δανεισμό επισκιάζει τα οφέλη από την ισχυρή οικονομική ανάπτυξη. Σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία, το χρέος που διακρατείται από ιδιώτες και θεσμικούς επενδυτές ανήλθε στο 100,03% του ΑΕΠ κατά το δημοσιονομικό έτος που έληξε στις 30 Σεπτεμβρίου.
Συγκεκριμένα, οι υποχρεώσεις της ομοσπονδιακής κυβέρνησης προς το επενδυτικό κοινό έφτασαν τα 32,2 τρισ. δολάρια, καταγράφοντας αύξηση από το 99,4% του ΑΕΠ στο τέλος του δημοσιονομικού έτους 2025. Το ποσοστό αυτό είναι ελαφρώς χαμηλότερο από την πρόβλεψη του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κογκρέσου (CBO), το οποίο είχε εκτιμήσει ότι θα έφτανε το 100,6%.
Οι ΗΠΑ βρίσκονται πλέον κοντά στο ιστορικό ρεκόρ του 1946, όταν το δημόσιο χρέος είχε φτάσει το 106% του ΑΕΠ, αποτέλεσμα των τεράστιων δαπανών για τη χρηματοδότηση του πολέμου. Παράλληλα, το ετήσιο δημοσιονομικό έλλειμμα πλησίασε τα 2 τρισ. δολάρια, ποσοστό που αντιστοιχεί στο 6,2% του ΑΕΠ. Η διατήρηση τόσο υψηλών ελλειμμάτων σε περίοδο που δεν διεξάγεται πόλεμος ή υφίσταται ύφεση, εντείνει τις ανησυχίες για τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών.
Οι οικονομολόγοι εστιάζουν κυρίως στο χρέος που κατέχει το επενδυτικό κοινό, παραβλέποντας το συνολικό ομοσπονδιακό χρέος, το οποίο έχει ξεπεράσει τα 40 τρισ. δολάρια. Αυτός ο δεύτερος δείκτης περιλαμβάνει και τις ενδοκυβερνητικές υποχρεώσεις, όπως τους τίτλους του Δημοσίου που διακρατούνται από το σύστημα Κοινωνικής Ασφάλισης.
Η σημερινή δημοσιονομική κατάσταση αποτελεί μια σημαντική αντίθεση σε σχέση με το 2000, όταν το χρέος αντιστοιχούσε μόλις στο 33,7% του ΑΕΠ και η κυβέρνηση παρουσίαζε πλεονάσματα. Από τότε, οι φορολογικές μειώσεις, η αύξηση των κρατικών δαπανών και οι διαδοχικές κρίσεις, από τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου έως τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008-2009 και την πανδημία Covid-19, έχουν συμβάλει στη συσσώρευση του χρέους. Επιπρόσθετα, η γήρανση του πληθυσμού συνεπάγεται αυξημένες δαπάνες για συντάξεις και υγειονομική περίθαλψη.
Οι μακροπρόθεσμες προοπτικές παραμένουν δυσοίωνες. Τα αποθεματικά του συστήματος Κοινωνικής Ασφάλισης αναμένεται να εξαντληθούν έως το 2032, εάν δεν ληφθούν μέτρα, ενώ το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους προβλέπεται να αυξηθεί σημαντικά την επόμενη δεκαετία.
Ενδεικτικό της ευαισθησίας του προϋπολογισμού είναι το γεγονός ότι μια αύξηση των επιτοκίων κατά μόλις 0,1 ποσοστιαία μονάδα σε σχέση με τις προβλέψεις του CBO θα μπορούσε να προσθέσει 379 δισ. δολάρια στους τόκους κατά την επόμενη δεκαετία. Συνεπώς, η αυξανόμενη επιβάρυνση από τον δανεισμό περιορίζει τα δημοσιονομικά περιθώρια των ΗΠΑ, ακόμη και σε περιόδους ισχυρής οικονομικής ανάπτυξης.
