Εμειναν στο συρτάρι οι μισές προτάσεις Πισσαρίδη -Ποιές εφαρμόστηκαν
Στο 50% διαμορφώνεται το ποσοστό πλήρους εφαρμογής των προτάσεων της Έκθεσης της Επιτροπής Πισσαρίδη στο πεδίο της δημοσιονομικής ισορροπίας, ενώ το 38% των προτάσεων βρίσκεται σε στάδιο μερικής εφαρμογής, σύμφωνα με την έκθεση του Παρατηρητηρίου του Κέντρου Φιλελεύθερων Μελετών. Εξετάζεται συγκεκριμένα το τμήμα της έκθεσης Πισσαρίδη σχετικά με το «Πεδίο της Δημοσιονομικής Ισορροπίας» και διαπιστώνει
Στο 50% διαμορφώνεται το ποσοστό πλήρους εφαρμογής των προτάσεων της Έκθεσης της Επιτροπής Πισσαρίδη στο πεδίο της δημοσιονομικής ισορροπίας, ενώ το 38% των προτάσεων βρίσκεται σε στάδιο μερικής εφαρμογής, σύμφωνα με την έκθεση του Παρατηρητηρίου του Κέντρου Φιλελεύθερων Μελετών. Εξετάζεται συγκεκριμένα το τμήμα της έκθεσης Πισσαρίδη σχετικά με το «Πεδίο της Δημοσιονομικής Ισορροπίας» και διαπιστώνει το ΚΕΦΙΜ, ότι από τις 8 συνολικά προτάσεις πολιτικής που περιλαμβάνει η Έκθεση στο συγκεκριμένο πεδίο, τέσσερις (50%) αξιολογούνται ως πλήρως εφαρμοσμένες, τρεις (38%) ως μερικώς εφαρμοσμένες, ενώ μία (13%) δεν έχει εφαρμοστεί. υνολικά, το 88% των προτάσεων βρίσκεται σε κάποιο στάδιο υλοποίησης, γεγονός που καθιστά τη δημοσιονομική ισορροπία το πεδίο με τη μεγαλύτερη πρόοδο εφαρμογής σε σύγκριση με όλους τους υπόλοιπους τομείς της Έκθεσης. Αναλυτικότερα, από τις 8 προτάσεις πολιτικής που περιλαμβάνει η Έκθεση της Επιτροπής Πισσαρίδη στο πεδίο της Δημοσιονομικής Ισορροπίας, τέσσερις προτάσεις (50%) έχουν εφαρμοστεί πλήρως. Πιο συγκεκριμένα: Η πρόταση σχετικά με τη διατήρηση δημόσιου χρέους σε ήπια πτωτική τροχιά μέσω της επίτευξης συστηματικών πρωτογενών πλεονασμάτων εφαρμόζεται. Από το 2019 στο 2025 το δημόσιο χρέος έχει μειωθεί κατά 35 ποσοστιαίες μονάδες ενώ καταγράφηκαν πρωτογενή πλεονάσματα μεταξύ +3,8% (2019), και +4,7% (2024). Η πρόταση σχετικά με την εφαρμογή ενός πενταετούς Εθνικού Προγράμματος Ανάπτυξης (ΕΠΑ), το οποίο θα αναδεικνύει τις προτεραιότητες του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων (ΠΔΕ) (πρόταση 2) εφαρμόζεται. Το ΕΠΑ θεσπίστηκε βάσει του νόμου 4635/2019, ενώ το νέο ΕΠΑ για την περίοδο 2026–2030 προβλέπει συνολικό προϋπολογισμό 19 δισ. ευρώ. Η πρόταση σχετικά με την επίτευξη μακροπρόθεσμων, ήπιων και ρεαλιστικών δημοσιονομικών πλεονασμάτων με ευέλικτη στοχοθεσία (πρόταση 3) εφαρμόζεται. Μετά τα υψηλά ελλείμματα κατά την περίοδο της πανδημίας (–6,6% το 2020 και –4,8% το 2021), η χώρα επανήλθε σε σχεδόν ισοσκελισμένο πρωτογενές αποτέλεσμα το 2022 (–0,1%) και κατέγραψε στη συνέχεια σημαντικά πλεονάσματα, +2,0% το 2023 και +4,7% το 2024. Η πρόταση σχετικά με την σταδιακή μείωση του μεριδίου της δημόσιας συνταξιοδοτικής δαπάνης και το πάγωμα των συντάξεων έως το 2022, με αναπροσαρμογή τους στη συνέχεια βάσει του πληθωρισμού ή κάποιου ανάλογου μηχανισμού (πρόταση 4) εφαρμόζεται. Σύμφωνα με τα στοιχεία του προϋπολογισμού, η δημόσια δαπάνη για συντάξεις το 2019 ήταν 50,5%, το 2025 είναι 42% άρα έχει μειωθεί κατά 8,5 ποσοστιαίες μονάδες. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, στην Ελλάδα το ποσοστό της συνολικής συνταξιοδοτικής δαπάνης ως ποσοστό του ΑΕΠ το 2019 ήταν 15,8% και το 2023 είναι 14,01%, δηλαδή μειωμένο κατά 1,79 ποσοστιαίες μονάδες. Καθοριστικό ρόλο στη μείωση διαδραμάτισε το «πάγωμα» των συντάξεων έως το 2022 (νόμος 4475/2017) και η ενεργοποίηση από το 2023 του θεσμοθετημένου μηχανισμού αναπροσαρμογής (νόμος 4670/2020), ο οποίος συνδέει τις αυξήσεις με τον πληθωρισμό και τον ρυθμό μεγέθυνσης του ΑΕΠ. Ο μηχανισμός εφαρμόζεται πλέον σταθερά και ενσωματώνεται στον Προϋπολογισμό 2026. Μερική εφαρμογή Τρεις προτάσεις (38%) βρίσκονται σε στάδιο μερικής εφαρμογής και συγκεκριμένα: Η πρόταση σχετικά με την ανακατανομή των αμοιβών των δημοσίων υπαλλήλων και τη μερική αποσυμπίεση του ενιαίου μισθολογίου, συνδέοντας τις αμοιβές με δεξιότητες και περιγράμματα θέσεων (πρόταση 5) εφαρμόζεται μερικώς. Την περίοδο 2023–2026 υλοποιήθηκαν σημαντικές παρεμβάσεις, όπως αυξήσεις στους βασικούς μισθούς, ενίσχυση της οικογενειακής παροχής, αναπροσαρμογές ειδικών μισθολογίων και θεσμοθέτηση μηχανισμού ετήσιας αύξησης από το 2025. Από το 2025 εφαρμόζεται επίσης σύστημα κινήτρων και ανταμοιβής, ενώ για τον Απρίλιο 2026 προβλέπεται οριζόντια αύξηση όλων των μισθών. Παρά τις παρεμβάσεις αυτές, ο συνολικός επανασχεδιασμός του μισθολογίου δεν έχει ολοκληρωθεί, καθώς δεν υπάρχει πλήρως θεσμοθετημένο σύστημα σύνδεσης αμοιβών με περιγράμματα θέσεων, επίπεδα εξειδίκευσης και δεξιότητες, ούτε στρατηγική αξιοποίηση των συνταξιοδοτήσεων για ανακατανομή πόρων. Η πρόταση σχετικά με την ενίσχυση των δαπανών του συστήματος υγείας, αλλά και των δομών προσχολικής εκπαίδευσης και μετασχολικής κατάρτισης (πρόταση 6) εφαρμόζεται μερικώς. Η δημόσια χρηματοδότηση της υγείας στην Ελλάδα αυξήθηκε από 8,15% το 2019, σε 9,38% το 2020, έπεσε σε 9,16% το 2021, σε 9,12% το 2022 σε 9,6% του ΑΕΠ το 2023. Παρά τη βελτίωση αυτή, η χώρα εξακολουθεί να υπολείπεται του μέσου όρου της Ευρωζώνης, όπου η δημόσια δαπάνη υγείας ανήλθε στο 10% το 2023. Στον τομέα της εκπαίδευσης, η προσχολική βαθμίδα συνεχίζει να εμφανίζει χαμηλές δαπάνες (0,28% του ΑΕΠ το 2022, έναντι 0,56% στην ΕΕ27), ενώ η μεταδευτεροβάθμια–μη τριτοβάθμια χαρακτηρίζεται από περιορισμένα και ασταθή δημοσιονομικά μεγέθη. Η ανάλυση των προϋπολογισμών 2023–2026 δείχνει ότι το μερίδιο της προσχολικής–πρωτοβάθμιας μειώνεται (33,7% το 2023 σε 27,1% το 2026), ενώ η μεταδευτεροβάθμια εμφανίζει σημαντικές διακυμάνσεις, κυρίως λόγω της χρηματοδότησης προγραμμάτων επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης. Η πρόταση σχετικά με την μεσοπρόθεσμη αύξηση του ύψους των δημόσιων δαπανών και των φορολογικών εσόδων με χαμηλότερο ρυθμό από το ΑΕΠ (πρόταση 7) εφαρμόζεται μερικώς. Τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής δείχνουν διαφοροποιήσεις μετά την πανδημία. Οι δημόσιες δαπάνες ακολουθούν σταθερά τον στόχο, με ρυθμούς αύξησης χαμηλότερους από το ονομαστικό ΑΕΠ για την περίοδο 2021–2026, επιβεβαιωμένους θεσμικά μέσω του Πολυετούς Δημοσιονομικού Προγραμματισμού 2026–2029 (3,7% για το 2025 και 3,6% για το 2026). Αντίθετα, τα φορολογικά έσοδα παρουσιάζουν πιο ασταθή συμπεριφορά λόγω της επίδρασης του πληθωρισμού στη φορολογική βάση, ιδιαίτερα στα έσοδα από ΦΠΑ, ενώ η ψηφιοποίηση της φορολογικής διοίκησης ενίσχυσε προσωρινά τη συμμόρφωση και μείωσε το κενό ΦΠΑ από 24% το 2019 σε 11,4% το 2023 (με περαιτέρω μείωση στο 9% το 2024). Οι προβλέψεις για την περίοδο 2025–2026 αναμένουν επιστροφή σε ήπιους ρυθμούς αύξησης των εσόδων, χαμηλότερους από τον ρυθμό μεγέθυνσης του ΑΕΠ. Δεν έχει εφαρμοστεί Μία πρόταση (13%) δεν έχει εφαρμοστεί και συγκεκριμένα αυτή που σχετίζεται με την απόδοση μειωμένης προτεραιότητας στις προσλήψεις περισσότερων διοικητικών υπαλλήλων γενικών καθηκόντων και αυξημένης προτεραιότητας σε λιγότερους αλλά εξειδικευμένους εργαζόμενους με δεξιότητες στις νέες τεχνολογίες (πρόταση 8). Παρά τον εκσυγχρονισμό του ΑΣΕΠ (νόμος 4765/2021) και την εισαγωγή γραπτού διαγωνισμού, δεν υπάρχουν ενδείξεις οργανωμένης μετατόπισης προτεραιοτήτων από διοικητικούς υπαλλήλους προς ειδικούς Τεχνολογιών Πληροφορίας και Επικοινωνιών (ΤΠΕ). Ο Προϋπολογισμός 2026 δεν προβλέπει μείωση των διοικητικών θέσεων ή ενίσχυση προσλήψεων ψηφιακά εξειδικευμένων στελεχών. Τα στοιχεία της Eurostat και ανεξάρτητων μελετών καταγράφουν σημαντικό έλλειμμα ειδικών ΤΠΕ, ενώ ο ΟΟΣΑ τονίζει ότι η επιτυχία του ψηφιακού μετασχηματισμού του Δημοσίου εξαρτάται από την προσέλκυση τέτοιου προσωπικού. Το συγκεκριμένο πεδίο καταγράφει το υψηλότερο ποσοστό πλήρους εφαρμογής σε σύγκριση με όλα τα υπόλοιπα πεδία της Έκθεσης. Σημειώνεται πως, το Policy Brief εκπονήθηκε από τον Υπεύθυνο Λειτουργικών Διαδικασιών του ΚΕΦΙΜ Ίωνα Βαλλιάνο και τον Βοηθό Ερευνητικών Προγραμμάτων Χρήστο Λούκα και εντάσσεται στο έργο του Δείκτη Εφαρμογής της Έκθεσης Πισσαρίδη του Παρατηρητηρίου του ΚΕΦΙΜ, ο οποίος αποσκοπεί στην ενίσχυση της διαφάνειας και της λογοδοσίας ως προς την υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων του Σχεδίου Ανάπτυξης για την Ελληνική Οικονομία, παρέχοντας συστηματική, τεκμηριωμένη και συγκρίσιμη αποτύπωση της προόδου ανά θεματικό πεδίο.
