Η Σαρακοστή: Μια περίοδος αυξημένης ζήτησης για νηστίσιμα και ευκαιρίες αναδιάταξης στην εστίαση
Η περίοδος της Σαρακοστής αποτελεί κάθε χρόνο έναν από τους πιο προβλέψιμους αλλά και πιο δυναμικούς εποχικούς κύκλους για το οργανωμένο λιανεμπόριο τροφίμων και τον κλάδο της εστίασης. Αν και παραδοσιακά συνδέεται με διατροφικές συνήθειες συγκεκριμένων εβδομάδων, τα τελευταία χρόνια εξελίσσεται σε καθαρά οικονομικό φαινόμενο: αυξημένη ζήτηση, διεύρυνση κωδικολογίου, νέα λανσαρίσματα προϊόντων και στοχευμένες εμπορικές
Η περίοδος της Σαρακοστής αποτελεί παραδοσιακά έναν από τους πιο προβλέψιμους αλλά και πιο δυναμικούς εποχικούς κύκλους για το οργανωμένο λιανεμπόριο τροφίμων και τον κλάδο της εστίασης. Ενώ συνδέεται παραδοσιακά με συγκεκριμένες διατροφικές συνήθειες, τα τελευταία χρόνια εξελίσσεται σε ένα σημαντικό οικονομικό φαινόμενο. Η αυξημένη ζήτηση, η διεύρυνση του κωδικολογίου, τα νέα λανσαρίσματα προϊόντων και οι στοχευμένες εμπορικές καμπάνιες δημιουργούν έναν τζίρο που για πολλές κατηγορίες ισοδυναμεί με μια «μικρή πασχαλινή περίοδο».
Κατά τη διάρκεια της Σαρακοστής, παρατηρείται μια σημαντική μετατόπιση της καταναλωτικής δαπάνης από το κρέας και τα γαλακτοκομικά προς κατηγορίες όπως:
- Όσπρια και ρύζι
- Κατεψυγμένα και νωπά λαχανικά
- Θαλασσινά (κατεψυγμένα και νωπά)
- Αλείμματα φυτικής ή μη βάσης (ταραμοσαλάτα, μελιτζανοσαλάτα, χούμους)
- Προϊόντα σόγιας και φυτικής πρωτεΐνης
- Χαλβάς και ταχίνι
Σύμφωνα με εκτιμήσεις παραγόντων της αγοράς, η κατηγορία των κατεψυγμένων θαλασσινών παρουσιάζει διψήφια ποσοστιαία άνοδο στις πωλήσεις σε σύγκριση με έναν «κανονικό» μήνα. Αντίστοιχα, τα όσπρια και το ρύζι αυξάνονται σε όγκο πωλήσεων κατά 15%-25%, ανάλογα με το δίκτυο πώλησης.
Η τρέχουσα συγκυρία έχει προσδώσει ιδιαίτερη βαρύτητα στη διαχείριση των τιμών των νηστίσιμων προϊόντων. Το κόστος των βασικών πρώτων υλών, όπως το ελαιόλαδο, το σουσάμι (για χαλβά και ταχίνι) και τα κατεψυγμένα θαλασσινά (λόγω του κόστους μεταφορών και των διεθνών τιμών), έχει επηρεάσει την τελική τιμή στο ράφι. Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι αυξήσεις σε βασικά εποχικά προϊόντα ήταν αισθητές, ωθώντας τις αλυσίδες να επενδύσουν σε προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας (private label) προκειμένου να συγκρατήσουν τις τελικές τιμές.
Το «Καλάθι της Σαρακοστής», που εντάσσεται στη λογική των εποχικών παρεμβάσεων τιμών, λειτούργησε στο παρελθόν ως αποτελεσματικό εργαλείο συγκράτησης τιμών σε βασικά είδη, περιλαμβάνοντας όσπρια, κατεψυγμένα λαχανικά, χαλβά και θαλασσινά. Η ύπαρξή του ενίσχυσε την επισκεψιμότητα στα μεγάλα σούπερ μάρκετ, καθώς οι καταναλωτές αναζητούν πλέον πιο στοχευμένες αγορές με έμφαση στην αξία.
Την ίδια στιγμή, οι μεγάλες αλυσίδες λιανεμπορίου οργανώνουν θεματικές εβδομάδες με ειδική σήμανση στα ράφια, έντυπα φυλλάδια και ψηφιακές καμπάνιες. Η Lidl Ελλάς, για παράδειγμα, προωθεί κάθε χρόνο μια εκτεταμένη γκάμα νηστίσιμων επιλογών, με έντονη παρουσία προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας. Αντίστοιχα, οι αλυσίδες Σκλαβενίτης, ΑΒ Βασιλόπουλος, Μασούτης και Metro επενδύουν σε διευρυμένες κατηγορίες plant-based προϊόντων, έτοιμων γευμάτων και παραδοσιακών σαλατών. Κοινός παρονομαστής είναι η ενίσχυση των private label προϊόντων, οι προσφορές «2+1» σε όσπρια και κατεψυγμένα, η τοποθέτηση ειδικών stands για χαλβά και ταχίνι, αλλά και η ενσωμάτωση vegan επιλογών που διατηρούνται και μετά την περίοδο της Σαρακοστής.
Η στρατηγική αυτή δεν περιορίζεται πλέον μόνο στις εβδομάδες αιχμής. Πολλά προϊόντα που λανσάρονται την περίοδο της Σαρακοστής παραμένουν στο ράφι μόνιμα, καθώς η καταναλωτική βάση για φυτικά προϊόντα έχει διευρυνθεί σημαντικά.
Τα τελευταία χρόνια, η περίοδος της Σαρακοστής δεν ενισχύει μόνο τις παραδοσιακές κατηγορίες νηστίσιμων προϊόντων, αλλά λειτουργεί και ως επιταχυντής για τα φυτικά (plant-based) και τα vegan προϊόντα, τα οποία κερδίζουν σταθερά έδαφος στο καλάθι των καταναλωτών. Αυτή η μετατόπιση δεν αφορά μόνο όσους ακολουθούν πιστά τη θρησκευτική παράδοση. Όλο και περισσότεροι καταναλωτές υιοθετούν μια πιο «ευέλικτη» διατροφή, μειώνοντας την κατανάλωση ζωικών προϊόντων για λόγους υγείας, ευεξίας ή περιβαλλοντικής συνείδησης. Η Σαρακοστή γίνεται έτσι περίοδος δοκιμής νέων επιλογών, όπως ροφήματα φυτικής προέλευσης, φυτικά επιδόρπια, εναλλακτικά τυροκομικά, μπιφτέκια από όσπρια ή πρωτεΐνη μπιζελιού. Πολλά από αυτά τα προϊόντα ενσωματώνονται στη διατροφή των καταναλωτών και μετά το Πάσχα, μετατρέποντας την εποχική ζήτηση σε μακροπρόθεσμη τάση.
Οι βιομηχανίες τροφίμων προσαρμόζουν ανάλογα τη στρατηγική τους, επενδύοντας σε νέους κωδικούς plant-based, διευρύνοντας τις σειρές νηστίσιμων και ενισχύοντας τα τμήματα έρευνας και ανάπτυξης (R&D) για τη βελτίωση γεύσης, υφής και διατροφικού προφίλ. Παράλληλα, προχωρούν σε αναβαθμίσεις γραμμών παραγωγής και σε πιστοποιήσεις που διασφαλίζουν την τήρηση των κριτηρίων vegan. Η καινοτομία επικεντρώνεται όχι μόνο στα βασικά είδη, αλλά και σε έτοιμα γεύματα και σνακ, που καλύπτουν την ανάγκη για ευκολία. Στο πλαίσιο αυτό, μεγάλες γαλακτοβιομηχανίες όπως, μεταξύ άλλων, Δέλτα, Μεβγάλ, Όλυμπος, Δωδώνη, λανσάρουν φυτικά ροφήματα, φυτικής προέλευσης τυριά, φυτικά παγωτά και φυτικά επιδόρπια. Σε διεθνές επίπεδο, όμιλοι όπως η Nestlé και η Unilever επενδύουν δυναμικά σε χαρτοφυλάκια φυτικών προϊόντων, είτε μέσω εξαγορών είτε με λανσάρισμα νέων brands. Η στρατηγική αυτή επηρεάζει και την ελληνική αγορά, όπου πολυεθνικές και εγχώριες επιχειρήσεις ανταγωνίζονται σε καινοτομία και ποικιλία.
Η εστίαση προσαρμόζεται: Εποχικά μενού και εμπορική ευκαιρία
Οι αλυσίδες εστίασης και ταχυφαγείων έχουν μετατρέψει τη Σαρακοστή σε σημαντική εμπορική ευκαιρία, εμπλουτίζοντας τα μενού τους με γεύματα που συνδυάζουν θαλασσινά, λαχανικά και ζυμαρικά σε νηστίσιμες και vegan συνταγές. Αλυσίδες καταστημάτων όπως η Domino’s Pizza και η Pizza Hut προωθούν νηστίσιμες επιλογές με λαχανικά ή θαλασσινά, αλλά και φυτικά τυριά. Η L’Artigiano και άλλες αλυσίδες ενισχύουν τις vegetarian συνταγές, αφαιρώντας ζωικά συστατικά ή προσαρμόζοντας τις βάσεις και τις σάλτσες. Μέσω προσφορών και προβολής στις πλατφόρμες delivery, επιδιώκουν να διατηρήσουν τη ζήτηση και κατά τη διάρκεια της νηστείας.
Οι αλυσίδες γρήγορης εστίασης έχουν πλέον ενσωματώσει τη Σαρακοστή στον ετήσιο προγραμματισμό τους. Η McDonald’s, για παράδειγμα, με το μενού McSarakosti, εστιάζει στην ποικιλία γευστικών επιλογών για τους λάτρεις των θαλασσινών, ενώ το μενού συμπληρώνουν σαλάτες με γαρίδες, το κλασικό McVeggie, καλαμαράκια και μπιφτέκια λαχανικών. Η Goody’s Burger House επαναφέρει κάθε χρόνο τα Μεσογειακά Γεύματα, μια ολοκληρωμένη πρόταση συνδεδεμένη διαχρονικά με την περίοδο της Σαρακοστής, που συνδυάζει θαλασσινά, λαχανικά και ζυμαρικά σε νηστίσιμες και vegan συνταγές. Το μενού περιλαμβάνει και μια σειρά vegan επιλογών, όπως vegan nuggets από φυτική πρωτεΐνη, meat free burger, veggie burger, μεσογειακή σαλάτα κ.ά.
Παράλληλα, αλυσίδες καφέ και snack αναπτύσσουν ειδικές προτάσεις, από νηστίσιμα σάντουιτς και πίτες μέχρι γλυκά χωρίς γάλα και αυγό. Η προσαρμογή δεν αφορά μόνο το φαγητό, αλλά και τα ροφήματα, με αυξημένη προβολή φυτικών ροφημάτων αντί γάλακτος, ανταποκρινόμενα τόσο στις ανάγκες της νηστείας όσο και στη γενικότερη άνοδο των plant-based επιλογών. Η everest, για παράδειγμα, ενισχύει το portfolio της με νηστίσιμες πίτες, σάντουιτς και γλυκίσματα, αξιοποιώντας το δίκτυο μικρών καταστημάτων σε σημεία υψηλής διέλευσης. Η περίοδος αυτή αυξάνει την κίνηση σε take-away σημεία, ιδιαίτερα σε αστικά κέντρα. Η Γρηγόρης (Gregory’s) έχει επενδύσει συστηματικά τα τελευταία χρόνια σε vegan και νηστίσιμα προϊόντα που παραμένουν στο μενού και μετά το πέρας της περιόδου, ενισχύοντας τη συνολική εικόνα του brand ως «σύγχρονου» και ευέλικτου στις διατροφικές τάσεις. Τα Coffee Island δίνουν έμφαση στα φυτικά ροφήματα, προωθώντας επιλογές με γάλα αμυγδάλου, σόγιας ή βρώμης, που καλύπτουν τόσο τις ανάγκες της νηστείας όσο και τη γενικότερη τάση για plant-based κατανάλωση.
Η ένταξη νηστίσιμων επιλογών δεν είναι πλέον καθαρά εποχική. Οι αλυσίδες αξιοποιούν τη συγκυρία για να «τεστάρουν» νέα προϊόντα φυτικής βάσης, τα οποία, εφόσον έχουν καλή αποδοχή, παραμένουν στο βασικό μενού. Η περίοδος της Σαρακοστής λειτουργεί ως δοκιμαστική φάση για plant-based burgers, ευκαιρία για upselling σε συνοδευτικά (πατάτες, σαλάτες, ροφήματα) αλλά και αφορμή για ψηφιακές καμπάνιες μέσω apps και loyalty προγραμμάτων. Εξάλλου, οι παραγγελίες μέσω delivery παρουσιάζουν αυξημένη συμμετοχή σε νηστίσιμα προϊόντα, υποδηλώνοντας ότι το κοινό δεν περιορίζεται σε ηλικιακές ομάδες μεγαλύτερης ηλικίας αλλά επεκτείνεται και σε νεότερους καταναλωτές.
