26/02/2026

ΕΒΕΠ: Οι Βασικοί Λόγοι Πίσω από την Απογοητευτική Επίδοση των Χειμερινών Εκπτώσεων

Το  Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Πειραιώς  είχε εκτιμήσει στις αρχές Ιανουαρίου, πως οι 50 ημέρες των εκπτώσεων στην αγορά θα μπορούσαν να περιορίσουν τον χειμερινό πληθωρισμό. Όμως παρά τα αισιόδοξα δεδομένα της εορταστικής αγοράς, η επιμονή του πληθωρισμού ανέτρεψε τις προσδοκίες, με τον ετήσιο πληθωρισμό στην Ελλάδα να διαμορφώνεται σύμφωνα με την Eurostat τον Ιανουάριο στο

ΕΒΕΠ: Οι Βασικοί Λόγοι Πίσω από την Απογοητευτική Επίδοση των Χειμερινών Εκπτώσεων

Αρχές Ιανουαρίου, το Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Πειραιώς (ΕΒΕΠ) είχε εκφράσει την εκτίμηση ότι το πενηντάήμερο των εκπτώσεων θα μπορούσε να συμβάλει στον περιορισμό του χειμερινού πληθωρισμού. Ωστόσο, παρά τα ενθαρρυντικά στοιχεία από την εορταστική περίοδο, η επιμονή του πληθωρισμού ανέτρεψε αυτές τις προσδοκίες. Σύμφωνα με την Eurostat, ο ετήσιος πληθωρισμός στην Ελλάδα τον Ιανουάριο διαμορφώθηκε στο 2,8%, παραμένοντας σχεδόν αμετάβλητος σε μηνιαία βάση και σημαντικά υψηλότερος από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, που ήταν 1,7%.

Αντίστοιχα, η ΕΛΣΤΑΤ κατέγραψε για τον Ιανουάριο έναν πληθωρισμό της τάξης του 2,5%, ενώ παράλληλα σημειώθηκε η μικρότερη ετήσια αύξηση των τελευταίων πέντε ετών στο λιανικό εμπόριο, υπολειπόμενη μάλιστα κατά μισή ποσοστιαία μονάδα του συνολικού πληθωρισμού. Ιδιαίτερα αποθαρρυντικές είναι οι επιδόσεις του παραδοσιακού κλάδου της ένδυσης-υπόδησης τους τελευταίους 12 μήνες, οι οποίες εκτείνονται και στην περίοδο των εκπτώσεων.

Οι πωλήσεις στο λιανικό εμπόριο παρουσιάζουν στασιμότητα, με μια μόλις μικρή ετήσια αύξηση 2%, αντί της αναμενόμενης σταθεροποίησης της κατανάλωσης. Οι έμποροι προσδοκούσαν μια ετήσια αύξηση της τάξης του +5% για να ξεκινήσει η νέα χρονιά, ειδικά με τις χειμερινές εκπτώσεις, προσδοκία που δεν επαληθεύτηκε. Ακόμα και αν από τον συνολικό τζίρο του λιανεμπορίου των 74,8 δισ. ευρώ αφαιρέσουμε τους τρεις μεγάλους κλάδους (τρόφιμα, οχήματα, καύσιμα), ο ετήσιος τζίρος των 27,3 δισ. ευρώ των λοιπών επιχειρήσεων λιανικής αντιστοιχεί επίσης σε αύξηση 2%.

Μοναδική εξαίρεση αποτελούν οι Σούπερ Μάρκετ, με κύκλο εργασιών που παρουσίασε αύξηση 4,4% φτάνοντας τα 20,4 δισ. ευρώ. Μάλιστα, για πρώτη φορά, ξεπερνούν το 27% του συνολικού τζίρου στο λιανικό εμπόριο.

Οι προτιμήσεις των καταναλωτών κατά τη διάρκεια των φετινών εκπτώσεων παρέμειναν οι καθιερωμένες, με τις αγοραστικές συνήθειες να εστιάζουν ξανά σε προσωπικές και οικογενειακές ανάγκες, αλλά με μικρότερη συχνότητα και ένταση. Κατά τη διάρκεια των χειμερινών εκπτώσεων του 2026, εκτιμάται ότι τουλάχιστον 6 στους 10 καταναλωτές αξιοποίησαν τις εκπτωτικές τιμές. Συγκεκριμένα, 3 στους 10 έκαναν αγορές ένδυσης-υπόδησης, 2 στους 10 σε είδη τεχνολογίας και 1 στους 10 σε είδη σπιτιού.

Για τους υπόλοιπους 4 στους 10 καταναλωτές, η περίοδος των εκπτώσεων ήταν «αδιάφορη» λόγω της παγιωμένης ακρίβειας, η οποία αντιμετωπίζεται δύσκολα ακόμα και με εκπτωτικές τιμές.

Στη δημοφιλέστερη κατηγορία, την «Ένδυση και Υπόδηση», σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, η ετήσια αύξηση του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή (ΔΤΚ) μεταξύ Ιανουαρίου 2026 και Ιανουαρίου 2025 ήταν +8,0%. Σημειώνεται ότι η αύξηση του ΔΤΚ στην ένδυση-υπόδηση ήταν περίπου +1,8% στο τέλος του 2025, ενώ ο τζίρος ήταν ουσιαστικά στάσιμος, αγγίζοντας πέρυσι τα 3,8 δισ. ευρώ. Ειδικότερα, στα καταστήματα ενδυμάτων καταγράφηκε οριακή ετήσια αύξηση +0,6%, ενώ στα καταστήματα υποδημάτων υπήρξε μείωση -3,2%. Επιπλέον, σε αποπληθωρισμένες τιμές, που αντικατοπτρίζουν τον περιορισμό του διαθέσιμου εισοδήματος, οι αγορές μειώθηκαν κατά -1,8% στην ένδυση και -5,6% στην υπόδηση.

Επομένως, το τεχνικά υψηλό ποσοστό αύξησης 8% του Ιανουαρίου 2026, σε σύγκριση με τα αντίστοιχα περυσινά επίπεδα, δεν οφείλεται σε υπερθέρμανση της αγοράς, αλλά αποτελεί κυρίως αποτέλεσμα του συνδυασμού των παρακάτω επτά διαρθρωτικών και συγκυριακών παραγόντων:

  • Ισχυρό εποχικό αποτέλεσμα (seasonal effect): Οι φετινές τιμές συγκρίνονται με τον Ιανουάριο του προηγούμενου έτους, ο οποίος είχε μεγαλύτερη ένταση εκπτώσεων και απορρόφηση κόστους από τις επιχειρήσεις. Έτσι, η σύγκριση γίνεται σε χαμηλή βάση (base effect), που διογκώνει το ποσοστό.
  • Αυξημένο κόστος εισαγωγών: Η ένδυση-υπόδηση στην Ελλάδα εισάγεται σε ποσοστό 80%. Οι βασικοί παράγοντες κόστους, όπως οι ναύλοι και τα logistics, έχουν αυξηθεί λόγω παρακάμψεων, όπως και το κόστος πρώτων υλών και ενέργειας στην παραγωγή, που έχουν μετακυλιστεί στις τελικές τιμές.
  • Ακριβότερα λειτουργικά έξοδα: Τα υψηλότερα ενοίκια εμπορικών χώρων, οι λογαριασμοί ενέργειας και το αυξημένο μισθολογικό κόστος δεν επέτρεψαν στις επιχειρήσεις επιπλέον περιθώρια απορρόφησης.
  • Μικρότερη ένταση εκπτώσεων: Πολλά καταστήματα περιόρισαν τις εκπτώσεις ή ξεκίνησαν με υψηλότερες αρχικές τιμές, με στόχο τη διατήρηση των απαραίτητων περιθωρίων κέρδους. Άλλωστε, ο ΔΤΚ καταγράφει τις τελικές τιμές ραφιού και όχι τις καλύτερες προσφορές.
  • Αλλαγή καταναλωτικού μείγματος: Η στροφή σε λιγότερες αγορές, αλλά με ακριβότερα επώνυμα προϊόντα, οδηγεί τα στατιστικά σε υψηλότερο μέσο δείκτη τιμών.
  • Μετακύλιση κόστους και συσσωρευμένη αύξηση: Πολλοί επιχειρηματίες διατήρησαν τις τιμές χαμηλά τους προηγούμενους μήνες, με αποτέλεσμα στις αρχές του 2026 να γίνει μια «καθυστερημένη διόρθωση».
  • Στατιστική σύγκριση: Ο ΔΤΚ του Ιανουαρίου δεν υποδηλώνει ότι τα ρούχα αυξήθηκαν 8%, ούτε πληθωρισμό ζήτησης ή αύξηση κατανάλωσης. Αποτελεί, ωστόσο, αποτέλεσμα κόστους, εποχικότητας και στατιστικής σύγκρισης.

Ο Πρόεδρος του Ε.Β.Ε.Π., Βασίλης Κορκίδης, επισημαίνει: «Το ζητούμενο των τακτικών εκπτώσεων είναι, μέσω της μείωσης των τιμών, οι επιχειρήσεις να ρευστοποιήσουν εποχικό εμπόρευμα και οι καταναλωτές να αποφορτίσουν τον οικογενειακό τους προϋπολογισμό. Σύμφωνα, όμως, με τα δεδομένα του τζίρου των χειμερινών εκπτώσεων, είναι εμφανές ότι η ακρίβεια συνεχίζει να επηρεάζει ολοένα και περισσότερο τους καταναλωτές, οι οποίοι περιορίζουν αγορές για να καλύψουν δαπάνες στέγασης και διατροφής, ενώ γενικά αγοράζουν λιγότερα και φθηνότερα προϊόντα.

Όλα, λοιπόν, δείχνουν πως οι χειμερινές εκπτώσεις ανέδειξαν για άλλη μια φορά την οικονομική κόπωση των καταναλωτών, οι οποίοι δικαιολογημένα δεν μπόρεσαν να ανταποκριθούν στις προσδοκίες των εμπόρων. Ο τζίρος στη λιανική το δίμηνο Ιανουαρίου – Φεβρουαρίου 2026, μπορεί να ξεπεράσει τα 6 δισ. ευρώ του αντίστοιχου περυσινού διμήνου, αλλά προφανώς σε πολλούς κλάδους δεν επαρκεί. Βεβαίως, θα αναμένουμε τα επίσημα στοιχεία του Φεβρουαρίου, συμπεριλαμβανομένων των on line πωλήσεων, για τα τελικά συμπεράσματα. Ωστόσο, οφείλουμε να λάβουμε σοβαρά υπόψη την αναδιάταξη της καταναλωτικής συμπεριφοράς και να βρούμε τρόπους να δώσουμε νέα ζωντάνια στις χειμερινές εκπτώσεις, ώστε να αξιοποιηθούν κατάλληλα.»