Ανησυχητική αύξηση της φτώχειας στην Ελλάδα του 2025, παρά την “ανάπτυξη” – Στοιχεία ΕΛΣΤΑΤ
Αύξηση της φτώχειας στην Ελλάδα της… ανάπτυξης καταγράφηκε το 2025 όπως αποκαλύπτουν τα επίσημα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής, στοιχείο που καταδεικνύει και επιβεβαιώνει άλλες έρευνες εγχώριων και ξένων φορέων για τις δραματικές συνθήκες που βιώνουν εκατομμύρια Έλληνες. Μάλιστα, η Ελλάδα βρίσκεται στη δεύτερη θέση του πίνακα της φτώχειας μεταξύ των χωρών της ΕΕ, πίσω
Αύξηση της φτώχειας στην Ελλάδα της… ανάπτυξης καταγράφηκε το 2025, όπως αποκαλύπτουν τα επίσημα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής. Το στοιχείο αυτό ενισχύει και επιβεβαιώνει άλλες έρευνες εγχώριων και ξένων φορέων σχετικά με τις δραματικές συνθήκες που βιώνουν εκατομμύρια Έλληνες.
Η Ελλάδα κατέχει τη δεύτερη θέση στον πίνακα της φτώχειας μεταξύ των χωρών της ΕΕ, πίσω μόνο από τη Βουλγαρία, η οποία, ωστόσο, παρουσίασε μείωση στο ποσοστό φτώχειας το 2025 σε σχέση με το 2024.
Η έκρηξη της φτώχειας στην Ελλάδα καταγράφεται το 2025, μόλις δύο μήνες πριν την επίθεση των ΗΠΑ και του Ισραήλ στο Ιράν, γεγονός που προκάλεσε τεράστια ενεργειακή κρίση και νέο κύμα ακρίβειας.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Έρευνας Εισοδήματος και Συνθηκών Διαβίωσης των Νοικοκυριών 2025 της ΕΛΣΤΑΤ, ο πληθυσμός που βρίσκεται σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικό αποκλεισμό ανέρχεται στο 27,5% του πληθυσμού της χώρας, δηλαδή 2.797.000 άτομα. Αυτό παρουσιάζει αύξηση κατά 0,6 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το 2024, όπου το ποσοστό ήταν 26,9%.
Είναι σημαντικό να τονιστεί πως, στο πλαίσιο του προγράμματος «Ευρώπη 2030» για την καταπολέμηση της φτώχειας, έχει τεθεί ως στόχος η μείωση κατά 15 εκατομμύρια των ατόμων που βρίσκονται ή κινδυνεύουν να βρεθούν σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικό αποκλεισμό, με 5 εκατομμύρια από αυτούς να είναι παιδιά, έως το 2030. Αντιθέτως, η Ελλάδα ακολουθεί αντίστροφη πορεία, καταγράφοντας αύξηση αντί μείωσης του ποσοστού της φτώχειας.
Η αύξηση του ποσοστού του κινδύνου φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού – δείκτης που συντίθεται από τους επιμέρους δείκτες του κινδύνου φτώχειας, της υλικής και κοινωνικής στέρησης και της χαμηλής έντασης εργασίας – οφείλεται στην αύξηση του ποσοστού τόσο της υλικής όσο και της κοινωνικής στέρησης, η οποία ανήλθε στο 14,9% το 2025 από 14,0% το 2024.
Ο κίνδυνος φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού είναι υψηλότερος για τα παιδιά ηλικίας 17 ετών και κάτω, φτάνοντας στο 29,6%, αυξημένος σε σχέση με το 2024 (27,9%).
Το ποσοστό του πληθυσμού ηλικίας 18-64 ετών που διαβιεί σε νοικοκυριά με χαμηλή ένταση εργασίας υπολογίζεται σε 7,6% επί του συνόλου του πληθυσμού αυτής της ηλικιακής ομάδας, εμφανίζοντας μείωση κατά 1 ποσοστιαία μονάδα σε σχέση με το 2024. Για τους άνδρες, το ποσοστό ανέρχεται σε 6,9% και για τις γυναίκες σε 8,4%.
Σε δύο Μεγάλες Γεωγραφικές Περιοχές – NUTS 1 – (Αττική, Νησιά Αιγαίου και Κρήτη) καταγράφονται ποσοστά κινδύνου φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού χαμηλότερα από τον μέσο όρο της χώρας. Αντίθετα, στις άλλες δύο Μεγάλες Γεωγραφικές Περιοχές (Βόρεια Ελλάδα, Κεντρική Ελλάδα) τα αντίστοιχα ποσοστά είναι υψηλότερα.
Ποιους χτυπάει η φτώχεια
Το ποσοστό κινδύνου φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού για νοικοκυριά με έναν ενήλικα και τουλάχιστον ένα εξαρτώμενο παιδί ανέρχεται στο 36,1%, ενώ για νοικοκυριά με δύο ενήλικες και ένα εξαρτώμενο παιδί ανέρχεται στο 22,1%.
Ο πληθυσμός που βρίσκεται σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού και διαβιεί σε ιδιόκτητη κατοικία με οικονομικές υποχρεώσεις ανέρχεται σε 22,5%. Στην ιδιόκτητη κατοικία χωρίς οικονομικές υποχρεώσεις, το ποσοστό είναι 26,3%, ενώ σε ενοικιαζόμενη κατοικία με τιμές αγοράς, ανέρχεται σε 30,6%.
Το κατώφλι της φτώχειας ανέρχεται στο ποσό των 7.020 ευρώ ετησίως για μονοπρόσωπο νοικοκυριό και σε 14.742 ευρώ για νοικοκυριά με δύο ενήλικες και δύο εξαρτώμενα παιδιά ηλικίας κάτω των 14 ετών.
Επιπλέον, το κατώφλι της φτώχειας ορίζεται στο 60% του διάμεσου συνολικού ισοδύναμου διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών, το οποίο εκτιμήθηκε σε 11.700 ευρώ. Το μέσο ετήσιο διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών της χώρας εκτιμήθηκε σε 21.724 ευρώ.
Το έτος 2025 (με περίοδο αναφοράς εισοδήματος το 2024), το 19,6% του συνολικού πληθυσμού της χώρας βρισκόταν σε κίνδυνο φτώχειας, ακόμα και μετά τις κοινωνικές μεταβιβάσεις, ποσοστό που παραμένει σταθερό σε σχέση με το προηγούμενο έτος.
Τα νοικοκυριά που βρίσκονται σε κίνδυνο φτώχειας εκτιμώνται σε 896.000 επί συνόλου 4.286.000 νοικοκυριών. Τα μέλη τους ανέρχονται σε 1.991.000 στο σύνολο των 10.158.000 ατόμων του εκτιμώμενου πληθυσμού της χώρας που διαβιεί σε ιδιωτικά νοικοκυριά.
Ο κίνδυνος φτώχειας μετά τις κοινωνικές μεταβιβάσεις για παιδιά ηλικίας 0-17 ετών (παιδική φτώχεια) ανέρχεται σε 22,8%, σημειώνοντας αύξηση κατά 0,4 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το 2024 (22,4%). Για τις ηλικιακές ομάδες 18-64 ετών και 65 ετών και άνω, ο κίνδυνος ανέρχεται σε 18,2% (19,1% το 2024) και 20,9% (18,8% το 2024), αντίστοιχα.
Επιπλέον, ο κίνδυνος φτώχειας, υπολογιζόμενος με κατώφλια διαφορετικά του 60% του διάμεσου συνολικού διαθέσιμου ισοδύναμου εισοδήματος, ανέρχεται σε:
- 6,7%, αν το κατώφλι οριστεί στο 40% του διάμεσου συνολικού διαθέσιμου ισοδύναμου εισοδήματος.
- 11,7%, αν το κατώφλι οριστεί στο 50% του διάμεσου συνολικού διαθέσιμου ισοδύναμου εισοδήματος.
- 25,3%, αν το κατώφλι οριστεί στο 70% του διάμεσου συνολικού διαθέσιμου ισοδύναμου εισοδήματος.
