Εμπορικός Σύλλογος Αθηνών: Οι χειμερινές εκπτώσεις επιδείνωσαν την πτώση τζίρου, προειδοποιεί για λουκέτα
Προβληματισμό αλλά και ταυτόχρονα, διατύπωση προτάσεων, δημιούργησε η καταγραφή της μείωσης του τζίρου για τα εμπορικά καταστήματα της Αθήνας κατά τη διάρκεια των χειμερινών εκπτώσεων. Αυτό προκύπτει από ανακοίνωση για τα αποτελέσματα της έρευνας την οποία διεξήγαγε ο Εμπορικός Σύλλογος Αθηνών για τις Χειμερινές Εκπτώσεις 2026. Τα βασικά συμπεράσματα της έρευνας είναι τα εξής: Σχεδόν οι μισές επιχειρήσεις (44,6%) είδαν
Η μείωση του τζίρου των εμπορικών καταστημάτων της Αθήνας κατά τη διάρκεια των φετινών χειμερινών εκπτώσεων προκαλεί προβληματισμό, οδηγώντας σε διατύπωση προτάσεων για την αντιμετώπιση της κατάστασης. Αυτά προκύπτουν από την ανακοίνωση του Εμπορικού Συλλόγου Αθηνών σχετικά με τα αποτελέσματα της έρευνας που διεξήχθη για τις Χειμερινές Εκπτώσεις 2026.
Τα βασικά συμπεράσματα της έρευνας είναι τα εξής:
- Σχεδόν οι μισές επιχειρήσεις (44,6%) κατέγραψαν μείωση τζίρου άνω του 21%, γεγονός που θέτει σε κίνδυνο τη βιωσιμότητά τους.
- Το 43,2% των καταστημάτων έκλεισε την περίοδο με αυξημένα αποθέματα (21-30%), δεσμεύοντας κεφάλαια απαραίτητα για τη νέα σεζόν.
- Το 99,8% των συμμετεχόντων πιστεύει ότι η απελευθέρωση των προσφορών έχει εξαλείψει πλήρως την αξία των θεσμοθετημένων εκπτώσεων.
- Το 97,4% ζητά άμεση αναθεώρηση του θεσμικού πλαισίου (Ν4965/2022) που διέπει τις εκπτώσεις και τις προσφορές, καθώς και περιορισμό των τελευταίων.
Σύμφωνα με τον σύλλογο, η μείωση του διαθέσιμου εισοδήματος των καταναλωτών, η αύξηση των λειτουργικών εξόδων και ο αθέμιτος ανταγωνισμός δημιουργούν έναν «ασφυκτικό κλοιό» για το μικρομεσαίο εμπόριο.
Ο πρόεδρος του Εμπορικού Συλλόγου Αθηνών, Θάνος Τσαγγάρης, δήλωσε:
«Η έρευνα του Εμπορικού Συλλόγου Αθηνών, η οποία κάλυψε 426 εμπορικά σημεία, αποτυπώνει μια πραγματικότητα που δεν επιδέχεται ωραιοποιήσεις. Οι φετινές χειμερινές εκπτώσεις δεν λειτούργησαν ως μοχλός τόνωσης της αγοράς. Αντιθέτως, ανέδειξαν το βάθος του προβλήματος.
Ο Ιανουάριος έκλεισε με πτώση τζίρου από 10% έως 20%, ενώ ο Φεβρουάριος κατέγραψε ακόμη μεγαλύτερη μείωση, από 20% έως 40%. Παρά τις εκτεταμένες εκπτώσεις και τη μεγάλη χρονική τους διάρκεια, η κατανάλωση παρέμεινε υποτονική. Η βασικότερη αιτία είναι ξεκάθαρη: η δραματική μείωση του διαθέσιμου καταναλωτικού εισοδήματος λόγω της ακρίβειας. Όταν το εισόδημα εξαφανίζεται για την κάλυψη βασικών αναγκών, όπως ενέργεια, στέγαση και τρόφιμα, οι αγορές περιορίζονται, ακόμη και σε περιόδους έντονων εκπτώσεων. Παράλληλα, παρατηρείται μετατόπιση σημαντικού μέρους του τζίρου από τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις προς μεγάλες αλυσίδες, πολυεθνικές εταιρείες και διεθνείς ψηφιακές πλατφόρμες, γεγονός που εντείνει τον άνισο ανταγωνισμό και αποδυναμώνει τον εμπορικό ιστό των πόλεων. Ο Νόμος 4965/2022 αποτελεί μία από τις σημαντικότερες παραμέτρους που επιδείνωσαν την κατάσταση. Η πλήρης απελευθέρωση των προσφορών καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους οδήγησε σε καθεστώς μονίμων εκπτώσεων, με αποτέλεσμα να απαξιωθεί το βασικό εργαλείο ρευστοποίησης αποθεμάτων των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, που ήταν οι θεσμοθετημένες εκπτώσεις. Για δεκαετίες, οι εκπτώσεις αποτελούσαν τη στοχευμένη περίοδο κατά την οποία οι επιχειρήσεις μπορούσαν να ρευστοποιήσουν τα εμπορεύματά τους και να αποκτήσουν την απαραίτητη ρευστότητα για να προετοιμάσουν την επόμενη εμπορική σεζόν. Σήμερα, το εργαλείο αυτό έχει ουσιαστικά αποδυναμωθεί, καθώς η αγορά λειτουργεί σε καθεστώς συνεχών προσφορών.
Ο Εμπορικός Σύλλογος Αθηνών έχει αποστείλει πέντε επίσημα αιτήματα στον υπουργό Ανάπτυξης, ζητώντας συνάντηση για να παρουσιάσει τεκμηριωμένα:
- Τη συρρίκνωση του τζίρου των ΜμΕ.
- Την απώλεια του εργαλείου των εκπτώσεων.
- Την ένταση του άνισου ανταγωνισμού.
Δυστυχώς, η συνάντηση δεν έχει ακόμη πραγματοποιηθεί. Τα σημερινά στοιχεία είναι αποκαλυπτικά. Υψηλό ποσοστό αποθεμάτων παραμένει αδιάθετο, η ρευστότητα περιορίζεται, τα λειτουργικά κόστη αυξάνονται και η πίεση εντείνεται. Σύμφωνα με στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, ο αριθμός των κενών καταστημάτων στους εμπορικούς δρόμους αυξάνεται ραγδαία. Εάν δεν υπάρξουν άμεσες διορθωτικές παρεμβάσεις, ιδίως στο θεσμικό πλαίσιο των προσφορών, τότε μέσα στα επόμενα δύο χρόνια, το 50% των ΜμΕ κινδυνεύει να βάλει λουκέτο. Και τότε, το ζήτημα δεν θα είναι μόνο οικονομικό. Οι ΜμΕ κρατούν ζωντανές τις πόλεις όλο τον χρόνο, δημιουργούν απασχόληση και διατηρούν την κοινωνική συνοχή. Εάν οι εμπορικοί δρόμοι γεμίσουν κενά καταστήματα, οι πόλεις θα ερημώσουν. Τα αποτελέσματα της έρευνας αποτελούν μια σαφή προειδοποίηση. Χρειάζεται ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος. Χρειάζεται αποκατάσταση ισορροπίας στον ανταγωνισμό. Χρειάζεται επαναξιολόγηση του πλαισίου των προσφορών. Η αγορά δεν ζητά προνόμια. Ζητά συνθήκες επιβίωσης.
