ΕΒΕΠ: Η πρόταση για ισορροπία μεταξύ άμεσων και έμμεσων φόρων και ενίσχυση της φορολογικής συμμόρφωσης
Να υπάρξει μια σταδιακή αναδιάρθρωση του φορολογικού μείγματος προκειμένου να ενισχυθεί η ισορροπία μεταξύ των άμεσων και των έμμεσων φόρων αλλά και να ενισχυθεί η φορολογική συμμόρφωση, προτείνει το Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Πειραιώς (ΕΒΕΠ). Όπως σημειώνει σε ανακοίνωσή του, βασικό πρόβλημα της ελληνικής φορολογίας δεν είναι το συνολικό φορολογικό βάρος, αλλά η μονομερής στήριξη
Το Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Πειραιώς (ΕΒΕΠ) προτείνει τη σταδιακή αναδιάρθρωση του φορολογικού μείγματος, με στόχο την επίτευξη ισορροπίας μεταξύ άμεσων και έμμεσων φόρων, καθώς και την ενίσχυση της φορολογικής συμμόρφωσης. Το Επιμελητήριο τονίζει ότι το βασικό πρόβλημα της ελληνικής φορολογίας δεν έγκειται στο συνολικό φορολογικό βάρος, αλλά στην υπερβολική στήριξη στους έμμεσους φόρους. Αυτοί επιβαρύνουν δυσανάλογα την κατανάλωση, τα νοικοκυριά και την επιχειρηματικότητα.
Σύμφωνα με το ΕΒΕΠ, ο στόχος είναι η δημιουργία ενός φορολογικού συστήματος που είναι πιο δίκαιο, αποτελεσματικό και ανταγωνιστικό. Ένα τέτοιο σύστημα θα πρέπει να διατηρεί τη δημοσιονομική σταθερότητα, χωρίς όμως να υπονομεύει την αγοραστική δύναμη, την κοινωνική συνοχή και την αναπτυξιακή προοπτική της χώρας.
Ο πρόεδρος του ΕΒΕΠ, Βασίλης Κορκίδης, επισημαίνει ότι οι έμμεσοι φόροι στην Ελλάδα, παρά τα πλεονεκτήματά τους για την κυβέρνηση, δημιουργούν σημαντικά μειονεκτήματα για τους πολίτες. Όταν η εξαίρεση από αυτούς γίνεται κανόνας και η δημοσιονομική σταθερότητα δοκιμάζει την κοινωνική αντοχή, προκύπτει ένα διαρθρωτικό δίλημμα. Η υψηλή εξάρτηση από τον ΦΠΑ και τους ειδικούς φόρους ενσωματώνεται στις τελικές τιμές, ενισχύοντας τις πληθωριστικές πιέσεις.
Το δίλημμα, όπως αναφέρεται, αφορά το αν συμφέρει τα δημόσια έσοδα της χώρας: να παρέχει η κυβέρνηση γενναιόδωρες εξαιρέσεις από έναν υψηλό συντελεστή ή να επιβάλει έναν χαμηλότερο συντελεστή σε όλους. Αναφερόμενο σε στοιχεία από την Tax Foundation, επισημαίνεται ότι η κατάργηση των εξαιρέσεων και των μειωμένων συντελεστών ΦΠΑ θα μπορούσε να οδηγήσει την Ελλάδα σε αυξημένα έσοδα με έναν βασικό συντελεστή 11%, έναντι του ευρωπαϊκού ελάχιστου επιτρεπόμενου του 15%. Εκτιμάται ότι μια αναμόρφωση του ΦΠΑ με δύο συντελεστές θα μπορούσε να αποφέρει ετήσια έσοδα άνω των 29 δισ. ευρώ, με αναδιανεμητικό αντίκτυπο προς όφελος όλων των καταναλωτών και των νοικοκυριών χαμηλού εισοδήματος. Επιπλέον, θα απλοποιούσε το φορολογικό σύστημα, θα μείωνε το διοικητικό κόστος και θα οδηγούσε σε δραστική μείωση του «κενού ΦΠΑ» λόγω αυξημένης συμμόρφωσης των επιχειρήσεων.

Σε ανακοίνωσή του, το ΕΒΕΠ συγκρίνει τους φόρους στην ΕΕ-27, τονίζοντας ότι η ισορροπία μεταξύ άμεσης και έμμεσης φορολόγησης είναι το κεντρικό ζήτημα, και όχι μόνο το ποσοστό. Στην Ελλάδα, οι άμεσοι φόροι αντιστοιχούν σε χαμηλότερο ποσοστό του ΑΕΠ, ενώ οι έμμεσοι φόροι σε σαφώς υψηλότερο, σε σύγκριση με πολλές ευρωπαϊκές οικονομίες, δημιουργώντας ένα φορολογικό μείγμα έντονα προσανατολισμένο στην κατανάλωση.
Παρόλο που οι έμμεσοι φόροι υπήρξαν ένα αποτελεσματικό εργαλείο δημοσιονομικής σταθερότητας, η υπερβολική τους εξάρτηση εγκυμονεί κινδύνους για την κοινωνία και την ανάπτυξη. Το ζητούμενο για τα επόμενα χρόνια δεν είναι η κατάργησή τους, αλλά η σταδιακή εξισορρόπηση του φορολογικού μείγματος, ώστε να διατηρηθεί η δημοσιονομική αξιοπιστία χωρίς να πληγεί η αγοραστική δύναμη, η κοινωνική συνοχή και η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας.
Σύμφωνα με τα τελευταία ευρωπαϊκά στοιχεία, οι έμμεσοι φόροι στην Ελλάδα κυμαίνονται από 17,3% έως 19% του ετήσιου ΑΕΠ, έναντι μέσου όρου 13,5% στην Ευρώπη. Η χώρα μας κατατάσσεται στην 4η υψηλότερη θέση στην ΕΕ, με αρνητικές επιπτώσεις στην ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων, τον πληθωρισμό και το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών. Περίπου το 44% των συνολικών φορολογικών εσόδων προέρχεται από την κατανάλωση, όταν ο μέσος όρος της ΕΕ είναι κοντά στο 33%. Αυτή η διαφορά δεν είναι τυχαία, αλλά μια δομική επιλογή.
Το κρίσιμο ερώτημα, κατά το ΕΒΕΠ, δεν είναι αν η Ελλάδα έχει συνολικά υψηλή φορολογία, αλλά πώς επιλέγει να φορολογεί και ποιες είναι οι κοινωνικές και οικονομικές συνέπειες όταν οι έμμεσοι φόροι γίνονται ο βασικός πυλώνας.
Το ΕΒΕΠ θεωρεί ότι η στροφή προς τους έμμεσους φόρους δεν ήταν τυχαία. Λόγω προβλημάτων φοροδιαφυγής και διακυμάνσεων στα εισοδήματα, οι φόροι κατανάλωσης αποτέλεσαν για πολλές κυβερνήσεις το πιο αξιόπιστο εργαλείο χρηματοδότησης. Είναι φόροι με υψηλή εισπραξιμότητα, δύσκολα αποφεύγονται και προσφέρουν σταθερά έσοδα, ακόμη και σε περιόδους οικονομικής πίεσης. Για μια χώρα που βίωσε βαθιά κρίση, αυτή η σταθερότητα λειτούργησε ως «δημοσιονομικό δίχτυ ασφαλείας», διατηρώντας τη ροή εσόδων όταν οι άμεσοι φόροι κατέρρεαν.
Το πρόβλημα δημιουργείται όταν η έμμεση φορολογία παύει να είναι «συμπληρωματικό εργαλείο» και γίνεται ο βασικός άξονας. Ιδιαίτερα σε περιόδους ακρίβειας, η υψηλή έμμεση φορολογία ενισχύει τις πληθωριστικές πιέσεις, περιορίζοντας την αγοραστική δύναμη. Οι φόροι στην κατανάλωση έχουν αντίστροφα προοδευτικό χαρακτήρα, επιβαρύνοντας ομοιόμορφα όλους, ανεξαρτήτως εισοδήματος. Τα χαμηλά και μεσαία εισοδήματα, που δαπανούν το μεγαλύτερο μέρος τους σε βασικά αγαθά, υφίστανται δυσανάλογη πίεση.
Τα πλεονεκτήματα των έμμεσων φόρων για την κυβέρνηση περιλαμβάνουν τη σταθερότητα και την προβλεψιμότητα των δημοσίων εσόδων, καθώς συνδέονται άμεσα με την κατανάλωση, η οποία παρουσιάζει μικρότερη μεταβλητότητα. Αποτελούν επίσης βασικό εργαλείο σε χώρες με προβλήματα φοροδιαφυγής, προσφέροντας διοικητική ευκολία και υψηλή εισπραξιμότητα. Επίσης, ευθυγραμμίζονται με ευρωπαϊκές πολιτικές μέσω ειδικών και περιβαλλοντικών φόρων.
Τα βασικά μειονεκτήματα για τους πολίτες είναι ο αντίστροφα προοδευτικός χαρακτήρας τους, η επιβάρυνση στα χαμηλότερα εισοδήματα, η αύξηση της πίεσης στην αγοραστική δύναμη και τον πληθωρισμό, καθώς και η αύξηση του τελικού κόστους προϊόντων και υπηρεσιών, επηρεάζοντας την ανταγωνιστικότητα. Το πρόβλημα εντείνεται όταν οι άμεσοι φόροι παραμένουν σχετικά χαμηλοί.
Χατζηθεοδοσίου: Μονόδρομος η μείωση του ΦΠΑ
Ο πρόεδρος του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών, Γιάννης Χατζηθεοδοσίου, επανέλαβε το αίτημα για άμεση μείωση του ΦΠΑ, ιδίως στα τρόφιμα. Υπογράμμισε ότι ο ΦΠΑ είναι άδικος φόρος, καθώς επιβαρύνει το ίδιο μικρούς και μεγάλους, ανεξαρτήτως εισοδήματος. Η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις χώρες με από τους υψηλότερους συντελεστές ΦΠΑ στα τρόφιμα στην Ευρώπη, ενώ σε άλλες χώρες οι αντίστοιχοι συντελεστές κυμαίνονται από 0% έως 7%.
Επικαλέστηκε πρόσφατη έρευνα, σύμφωνα με την οποία η συντριπτική πλειονότητα των πολιτών θεωρεί την ακρίβεια το σοβαρότερο πρόβλημα, τονίζοντας ότι η μείωση του ΦΠΑ αποτελεί το βασικό και άμεσο εργαλείο για την αποκλιμάκωση του πληθωρισμού.
