27/03/2026

Γουίλεμ Νταφόε για την Παγκόσμια Ημέρα Θεάτρου: «Το Θέατρο Μας Βοηθά να Δούμε τον Κόσμο: Τι Ήταν, Τι Είναι και Τι Θα Μπορούσε να Γίνει»

«Από κοινωνικής και πολιτικής απόψεως, το θέατρο δεν ήταν ποτέ άλλοτε τόσο ζωτικής σημασίας για την κατανόηση του εαυτού μας και του κόσμου» , τονίζει, μεταξύ άλλων, ο Γουίλιαμ Νταφόε στο φετινό μήνυμα του για την Παγκόσμια Ημέρα Θεάτρου, που γιορτάζεται κάθε χρόνο στις 27 Μαρτίου. Μέσα από τα λόγια του, αναδεικνύεται η ουσία της

Γουίλεμ Νταφόε για την Παγκόσμια Ημέρα Θεάτρου: «Το Θέατρο Μας Βοηθά να Δούμε τον Κόσμο: Τι Ήταν, Τι Είναι και Τι Θα Μπορούσε να Γίνει»

«Το θέατρο, από κοινωνική και πολιτική σκοπιά, δεν υπήρξε ποτέ τόσο κρίσιμο για την αυτογνωσία μας και την κατανόηση του κόσμου», υπογραμμίζει ο Γουίλεμ Νταφόε στο φετινό του μήνυμα για την Παγκόσμια Ημέρα Θεάτρου, η οποία εορτάζεται κάθε χρόνο στις 27 Μαρτίου. Μέσα από τα λόγια του, αναδεικνύεται η fundamental φύση της θεατρικής τέχνης ως ενός χώρου ζωντανής συνάντησης και μεταμόρφωσης. «Μέσω της αφήγησης, της αισθητικής, της γλώσσας, της κίνησης, της σκηνογραφίας, το θέατρο ως μια ολοκληρωμένη μορφή τέχνης έχει τη δύναμη να μας αποκαλύψει τι ήταν, τι είναι και τι θα μπορούσε να είναι ο κόσμος μας», δηλώνει ο καταξιωμένος Αμερικανός ηθοποιός και δημιουργός.

Η Παγκόσμια Ημέρα Θεάτρου δεν είναι απλώς μια αφορμή για να ανατρέξουμε στην ιστορία της σκηνικής τέχνης, αλλά και μια ευκαιρία να αφουγκραστούμε τις δυναμικές αλλαγές που διαμορφώνουν το σύγχρονο θεατρικό τοπίο. Σε μια εποχή όπου τα όρια μεταξύ του πραγματικού και του ψηφιακού γίνονται όλο και πιο ρευστά, το θέατρο εξερευνά πρωτότυπους τρόπους έκφρασης, επαναπροσδιορίζοντας τη σχέση του με το κοινό και ενισχύοντας την ιδέα της ζωντανής σύνδεσης που τόνισε ο Νταφόε.

Τα τελευταία χρόνια, παρατηρείται μια αυξανόμενη τάση παραστάσεων να υπερβαίνουν τα συμβατικά όρια της σκηνής, ενσωματώνοντας προηγμένα τεχνολογικά μέσα, διαδραστικές τεχνικές και υβριδικές αφηγηματικές μορφές, διευρύνοντας έτσι την έννοια της θεατρικής εμπειρίας. Μια χαρακτηριστική περίπτωση είναι το έργο «An Ark», το οποίο έκανε την παγκόσμια πρεμιέρα του στις αρχές του 2026 στο The Shed της Νέας Υόρκης. Πρόκειται για το πρώτο θεατρικό έργο που σχεδιάστηκε εξ ολοκλήρου για μικτή πραγματικότητα (mixed reality), με πρωταγωνιστή τον Ίαν ΜακΚέλεν. Τέσσερις ηθοποιοί εμφανίζονται μέσα από γυαλιά μικτής πραγματικότητας, σε άμεση οπτική επαφή με το κοινό. Η εμπειρία αυτή μετατρέπει τη σκηνή σε έναν προσωπικό, αλλά ταυτόχρονα συλλογικό, χώρο εξερεύνησης της ανθρώπινης πορείας, από τον πρώτο έρωτα έως το τέλος της ζωής. Οι θεατές περιηγούνται σε αυτόν τον εικονικό κόσμο, καθοδηγούμενοι από τους τέσσερις χαρακτήρες, που μοιράζονται ιστορίες για την ευαλωτότητα, τη σύνδεση και την αμφισημία της ύπαρξης.

Η διάκριση μεταξύ σκηνής και πλατείας καταργείται επίσης στο λεγόμενο immersive theatre, το οποίο εισάγει νέα επίπεδα προσωπικής συμμετοχής, επιλογής και αυτενέργειας στις σκηνικές εμπειρίες. Ο θεατής γίνεται ενεργός συμμετέχων, βιώνοντας την παράσταση σαν κάτι που βίωσε, παρά κάτι που απλώς παρακολούθησε, χάρη σε ένα πιο εστιασμένο βιωματικό σχεδιασμό.

Ένα εμβληματικό παράδειγμα είναι η παραγωγή «Sleep No More» της βρετανικής θεατρικής ομάδας Punchdrunk. Παρουσιάστηκε αρχικά στο Λονδίνο το 2003 και από το 2011 εγκαταστάθηκε μόνιμα στο McKittrick Hotel της Νέας Υόρκης, όπου έπαιξε έως τις αρχές του 2025. Εμπνευσμένη από τον «Μακμπέθ» του Ουίλιαμ Σαίξπηρ, η παράσταση παρουσιάζει μια σκοτεινή εκδοχή της ιστορίας, με στοιχεία φιλμ νουάρ και ψυχολογικού θρίλερ. Το κοινό έχει την ελευθερία να περιπλανηθεί σε δεκάδες δωμάτια, παρακολουθώντας διαφορετικές εκδοχές της αφήγησης μέσω παράλληλων δράσεων, συνθέτοντας έτσι τη δική του μοναδική εμπειρία.

Στην ίδια κατεύθυνση, το «Then She Fell», μια πλήρως εμβυθιστική, πολυαισθητηριακή εμπειρία από την αμερικανική ομάδα Third Rail Projects, παρουσιάστηκε στο Μπρούκλιν της Νέας Υόρκης από το 2012 έως το 2020, αποσπώντας πολλαπλά βραβεία και εξαιρετικές κριτικές. Το έργο, εμπνευσμένο από τον κόσμο της «Αλίκης στη Χώρα των Θαυμάτων» και τη ζωή του συγγραφέα Λιούις Κάρολ, εκτυλίσσεται ως μια εσωτερική διαδρομή μνήμης και ταυτότητας. Μικρές ομάδες των 15 ατόμων κινούνταν συχνά αυτόνομα στους χώρους, ανακαλύπτοντας κρυφές σκηνές, ερχόμενες σε προσωπική επαφή με τους ερμηνευτές, αποκαλύπτοντας στοιχεία για ένα μυστηριώδες γεγονός, χρησιμοποιώντας αντικείμενα για να αποκτήσουν πρόσβαση σε κρυμμένα μυστικά και δοκιμάζοντας ειδικά παρασκευασμένα ελιξίρια.

Μια άλλη αξιοσημείωτη περίπτωση είναι το «Draw Me Close», το οποίο θόλωνε τα όρια μεταξύ ζωντανής περφόρμανς, εικονικής πραγματικότητας και animation, δημιουργώντας ένα έντονα βιωματικό αφήγημα για τη σχέση μιας μητέρας με τον γιο της, μετά τη διάγνωση της ανίατης ασθένειάς της. Η παράσταση, που έκανε πρεμιέρα στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας το 2017 και στη συνέχεια παρουσιάστηκε στο Young Vic του Λονδίνου, φέρει την υπογραφή του βραβευμένου συγγραφέα και κινηματογραφιστή Τζόρνταν Τάναχιλ και αποτελεί συμπαραγωγή του National Theatre Immersive Storytelling Studio και του National Film Board of Canada. Συνδυάζοντας τη θεατρική αφήγηση με τεχνολογία αιχμής, η παράσταση επέτρεπε στον θεατή να αναλάβει τον ρόλο του πρωταγωνιστή, βιώνοντας την ιστορία ως Τζόρνταν, μέσα σε έναν ζωντανό, ψηφιακά ανεπτυγμένο κόσμο. Καθοδηγούμενος από μια ηθοποιό που ενσάρκωνε τη μητέρα του, ο θεατής περιηγείται στο παιδικό σπίτι του Τζόρνταν, σε ένα έργο έντονα προσωπικό και συγκινητικό, που εξερευνά τη βαθιά εμπειρία της αγάπης και της αναπόφευκτης απώλειας.

Μία από τις πλέον επιτυχημένες παραστάσεις των τελευταίων ετών, που επιβεβαιώνει την καταλυτική επίδραση της τεχνολογίας στη σύγχρονη θεατρική πραγματικότητα, ήταν το «The Encounter». Η καθηλωτική αυτή εμπειρία προηγμένης τεχνολογίας «μετέφερε» το κοινό στα τροπικά δάση του Αμαζονίου και στο υποσυνείδητο, με ξεναγό τον Σάιμον ΜακΜπέρνι, ιδρυτή της θρυλικής ομάδας Complicite. Το μόνο που χρειαζόταν να κάνουν οι θεατές ήταν να φορέσουν ακουστικά. Η παράσταση έκανε παγκόσμια πρεμιέρα το 2015 στο Φεστιβάλ του Εδιμβούργου και φιλοξενήθηκε στην Ελλάδα από τη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση το 2016.

Ο σκηνοθέτης και ηθοποιός Σάιμον ΜακΜπέρνι, ένας ανήσυχος ερευνητής της θεατρικής αφήγησης, της νέας τεχνολογίας και της οπτικοακουστικής φόρμας, αξιοποίησε σε αυτό το hi-tech σόλο ρεσιτάλ μια προηγμένη 3D ακουστική συνθήκη για να «μεταφέρει» τους θεατές στον Αμαζόνιο. Τους κάλεσε να συναντηθούν με τις νομαδικές φυλές και τους σαμάνους που ζουν στο αρχέγονο, και σήμερα απειλούμενο, οικοσύστημα του «πνεύμονα της Γης», εστιάζοντας στην εξερεύνηση του υποσυνείδητου.

Αντίστοιχα, στο «I AM (VR)», το οποίο φιλοξενήθηκε από διεθνείς σκηνές, συμπεριλαμβανομένης της Στέγης, το 2022, η διακεκριμένη Γερμανίδα σκηνοθέτιδα Σουζάνε Κένεντι και οι multimedia καλλιτέχνες Μάρκους Ζελγκ και Ρόντρικ Μπίρστεκερ, αντλώντας έμπνευση από το μαντείο των Δελφών και το επίγραμμα «γνώθι σαυτόν», δημιούργησαν ένα περιβάλλον εικονικής πραγματικότητας. Για 35 λεπτά, οι θεατές ταξίδεψαν σε μια μεταθεατρική συνθήκη ψηφιακής αντίληψης, παιχνιδιού αυτογνωσίας και διάδρασης. Φορώντας ένα VR headset, μπορούσαν να βρεθούν σε μυστηριώδη δωμάτια, να ανοίξουν πόρτες στο άγνωστο και να διαβούν τούνελ που οδηγούσαν στον χωροχρόνο και από εκεί σε νέους πλανήτες και νέα μαντεία.

Η Σουζάνε Κένεντι, τακτική συνεργάτιδα της Φολκσμπύνε, έχει πειραματιστεί ριζοσπαστικά για περίπου δύο δεκαετίες, εισάγοντας στη σκηνή τη δραματουργία του διαδικτύου και τον παγανισμό του κυβερνοχώρου. Αυτό συμβαίνει ακόμη και όταν ανεβάζει κλασικά έργα όπως οι «Τρεις Αδερφές» του Τσέχοφ, ή σύγχρονα έργα που δημιουργεί η ίδια με τους συνεργάτες της, όπως το «ANGELA (a strange loop)» (Ιούλιος 2024, Πειραιώς 260). Σε αυτό, η ζωή εκτυλίσσεται μεταξύ του πραγματικού και του εικονικού, με κεντρική ηρωίδα μια τυπική influencer που πάσχει από μια μυστηριώδη ασθένεια. Με τη χαρακτηριστική μετα-ανθρωπιστική, φουτουριστική αισθητική της, η Κένεντι εξετάζει τη δυναμική σχέση μεταξύ ανθρώπινου σώματος, τεχνολογίας και τέχνης στη μεταπανδημική εποχή.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η δουλειά των Rimini Protokoll, της πολυβραβευμένης γερμανικής κολεκτίβας των Χέλγκαρντ Χάουγκ, Στέφαν Κέγκι και Ντάνιελ Βέτσελ, η οποία εστιάζει στη συνεχή εξέλιξη των θεατρικών εργαλείων και στην προσέγγιση της πραγματικότητας υπό ασυνήθιστες οπτικές γωνίες.

Στο «Remote X», που ξεκίνησε το 2013 στο Βερολίνο και παρουσιάζεται σε δεκάδες πόλεις παγκοσμίως, η «σκηνή» είναι η ίδια η πόλη. Περίπου 50 θεατές κινούνται σε δημόσιους χώρους φορώντας ακουστικά, καθοδηγούμενοι από μια τεχνητή φωνή, όπως αυτές των GPS. Η φωνή θέτει ερωτήματα και δίνει οδηγίες, μετατρέποντας την εμπειρία σε ένα συλλογικό πείραμα για τη συμπεριφορά, την ελευθερία και τη λήψη αποφάσεων μέσα στον αστικό ιστό.

Στο «Situation Rooms», που έκανε πρεμιέρα το 2013 και παρουσιάστηκε και στην Αθήνα, η αφήγηση επικεντρώνεται στο θέμα των όπλων, της βίας και των πολέμων. Σε αυτή την υβριδική θεατρική εγκατάσταση επαυξημένης πραγματικότητας, που συνδύαζε κινηματογραφική αφήγηση και ζωντανή δράση, οι θεατές κινούνταν σε έναν ειδικά διαμορφωμένο χώρο, καθοδηγούμενοι από ψηφιακές συσκευές. Μέσα από αυτές, ακολουθούσαν τις ιστορίες πραγματικών ανθρώπων – στρατιωτών, εμπόρων όπλων, προσφύγων και θυμάτων πολέμου. Η παράσταση λειτουργούσε ως διαδραστικό ντοκιμαντέρ, όπου κάθε θεατής βίωνε μια διαφορετική διαδρομή, συνθέτοντας τελικά ένα πολυφωνικό πορτρέτο για τις πολλαπλές όψεις της σύγχρονης βίας.

Σε μία από τις πιο πρόσφατες δουλειές τους, το «Uncanny Valley» («Κοιλάδα του ανοίκειου»), που παρουσιάστηκε σε διεθνή φεστιβάλ και στην Αθήνα το 2024 στο πλαίσιο του Athens Digital Arts Festival, ένα ανθρωπόμορφο, animatronic αντίγραφο του Γερμανού συγγραφέα Τόμας Μέλε πήρε τη θέση του στη σκηνή. Σκοπός του ήταν να αφηγηθεί τη ζωή και την εμπειρία του με τη διπολική διαταραχή. Με ελάχιστη σκηνική δράση και την απουσία του ίδιου του συγγραφέα επί σκηνής, η παράσταση μετατόπιζε το βάρος στην παρουσία του «αντιγράφου», θέτοντας επίμονα ερωτήματα γύρω από την ταυτότητα, την αυθεντικότητα, την ενσυναίσθηση, αλλά και την ίδια την ανθρώπινη ύπαρξη.

Μέσα σε αυτό το διαρκώς μεταβαλλόμενο τοπίο, όπου η τεχνολογία ανοίγει νέους δρόμους χωρίς να αναιρεί τον πυρήνα της θεατρικής πράξης, τα λόγια του Γουίλεμ Νταφόε για το θέατρο ως αναντικατάστατη πράξη παρουσίας επανέρχονται με ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα. Όσο κι αν οι μορφές αφήγησης μετασχηματίζονται και οι εμπειρίες γίνονται πιο σύνθετες και εμβυθιστικές, η ουσία παραμένει η ίδια: η ανάγκη του ανθρώπου να βρίσκεται μαζί με άλλους, να μοιράζεται χρόνο, χώρο και νόημα. Ίσως τελικά το θέατρο να μην αλλάζει για να απομακρυνθεί από την παρουσία, αλλά για να τη διεκδικήσει εκ νέου – με όρους που ανταποκρίνονται στον κόσμο του σήμερα. Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ