ΓΣΕΕ: Η αύξηση του κατώτατου μισθού δεν αναπληρώνει την απώλεια της αγοραστικής δύναμης των εργαζομένων
«Την ώρα που οι εργαζόμενοι συνεχίζουν να βρίσκονται αντιμέτωποι με την ακρίβεια και το αυξημένο κόστος διαβίωσης, η κυβέρνηση ανακοίνωσε αύξηση μόλις 40 ευρώ στον κατώτατο μισθό», αναφέρει η Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδας (ΓΣΕΕ) σε ανακοίνωσή της, επισημαίνοντας ότι μία τέτοια περιορισμένη αύξηση δεν μπορεί να αντισταθμίσει την υποχώρηση της πραγματικής αγοραστικής δύναμης, καθώς οι
Η Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδας (ΓΣΕΕ) εκφράζει την έντονη ανησυχία της για την τρέχουσα οικονομική κατάσταση των εργαζομένων, επισημαίνοντας ότι η πρόσφατη κυβερνητική ανακοίνωση για αύξηση 40 ευρώ στον κατώτατο μισθό είναι ανεπαρκής για να αντισταθμίσει τις επιπτώσεις της ακρίβειας και του αυξημένου κόστους διαβίωσης. Σύμφωνα με τη ΓΣΕΕ, οι συνεχείς ανατιμήσεις σε βασικά αγαθά, την ενέργεια και τη στέγαση ασκούν πιέσεις στα εισοδήματα, καθιστώντας δύσκολη την κάλυψη των μηνιαίων αναγκών για μεγάλο ποσοστό εργαζομένων.
Ειδικότερα, όπως αναδεικνύουν οι μελέτες του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ (ΙΝΕ/ΓΣΕΕ), η Ελλάδα παραμένει σε χαμηλή θέση όσον αφορά την αγοραστική δύναμη εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το ΙΝΕ/ΓΣΕΕ εκτιμά ότι για το 2026, ο κατώτατος ακαθάριστος μηνιαίος μισθός που θα αντιστοιχεί σε αξιοπρεπή διαβίωση ανέρχεται σε 1.052 ευρώ μεικτά.
Η Συνομοσπονδία επαναλαμβάνει την πάγια θέση της ότι ο καθορισμός του κατώτατου μισθού δεν πρέπει να γίνεται πλέον με μονομερείς κυβερνητικές αποφάσεις, χωρίς ουσιαστική συμμετοχή των κοινωνικών εταίρων. Υπογραμμίζει την ανάγκη για επαναφορά των ελεύθερων συλλογικών διαπραγματεύσεων και των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας, τονίζοντας ότι η πρόσφατη Κοινωνική Συμφωνία απέδειξε τη δυνατότητα ουσιαστικής συνεννόησης μεταξύ των κοινωνικών εταίρων. Μόνο μέσω αυτής της θεσμικής διαδικασίας μπορεί να διασφαλιστεί ο δίκαιος και βιώσιμος καθορισμός του κατώτατου μισθού, προσφέροντας αξιοπρεπείς αποδοχές και όρους εργασίας στους εργαζόμενους.
