Η επίθεση Φιντάν, οι απαντήσεις Γεραπετρίτη – Δένδια και ο πόλεμος των υποθαλάσσιων καλωδίων
Η επίθεση του Χακάν Φιντάν εναντίον της Ελλάδας δεν ήταν μόνο σε ρητορικό επίπεδο, υπενθυμίζοντας με εμφατικό τρόπο ότι το “Casus Belli” είναι εν ισχύ. Ήταν ωμή πολιτική παρέμβαση στα πολιτικά δρώμενα της χώρας αλλά και ωμή απειλή για το καλώδιο ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας – Κύπρου – Ισραήλ και κατ’ επέκταση για τον αγωγό IMEC

Η επίθεση του Χακάν Φιντάν εναντίον της Ελλάδας δεν ήταν μόνο σε ρητορικό επίπεδο, υπενθυμίζοντας με εμφατικό τρόπο ότι το “Casus Belli” είναι εν ισχύ. Ήταν ωμή πολιτική παρέμβαση στα πολιτικά δρώμενα της χώρας αλλά και ωμή απειλή για το καλώδιο ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας – Κύπρου – Ισραήλ και κατ’ επέκταση για τον αγωγό IMEC, από την Ινδία. Η Άγκυρα ανεβάζει τους τόνους: Οι προκλητικές δηλώσεις Φιντάν και η αυστηρή απάντηση της Αθήνας Του Χρήστου Μαζανίτη Κάθε άλλο παρά τυχαία θεωρείται η επίθεση του Τούρκου υπουργού εξωτερικών προς την Ελλάδα, στοχεύοντας όμως και τον Νίκο Δένδια. Το ερώτημα είναι ωστόσο, γιατί τώρα; Γιατί σε αυτή την περίοδο; Με ποια αφορμή; Ο Χακάν Φιντάν δεν είναι ένας συνηθισμένος πολιτικός, που ανέλαβε το χαρτοφυλάκιο του υπουργείου Εξωτερικών, διαδεχόμενος τον Μεβλούτ Τσαβούσογλου. Ήταν ο «λύκος» των μυστικών υπηρεσιών της Τουρκίας (ΜΙΤ) κι επί σειρά ετών ο εξ απορρήτων του Ρ. Ταγίπ Ερντογάν. Δεν κάνει δημόσιες σχέσεις και δεν προσπαθεί να καλλιεργήσει το πολιτικό του προφίλ. Απλά… είναι! Με ό, τι αυτό συνεπάγεται για τη μεθοδικότητα ή τους ανορθόδοξους τρόπους δράσης, που του πιστώνουν εχθροί και φίλοι στο εσωτερικό της χώρας του. Γιατί τώρα Η εποχή που επέλεξε να υπενθυμίσει τα αυτονόητα της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής έναντι της Ελλάδας είναι η πιο «ασφαλής» για την Τουρκία. Διαδραματίζει ρόλο στην επίλυση του Ουκρανικού, εμφανίζεται ως υποψήφια στήριξης του ευρωπαϊκού αμυντικού οικοδομήματος καλλιεργώντας ισχυρούς δεσμούς με Ιταλία, Ισπανία, Γερμανία και κατ’ επέκταση το Ηνωμένο Βασίλειο ενώ ήδη έχει αρχίσει η επιχείρηση προσέγγισης με Αίγυπτο και Στρατάρχη Χάφταρ στην ανατολική Λιβύη, παράλληλα με την Ρωσία. Επιπλέον, παραδοσιακά το τέλος Αυγούστου σηματοδοτεί και το πέρας της τουριστικής σεζόν του καλοκαιριού, οπότε από την όποια ενδεχόμενη ένταση προκληθεί με την Αθήνα το κακό για την τουρκική τουριστική βιομηχανία θα είναι περιορισμένο. Οι στόχοι Όμως, υπάρχουν επιπλέον δύο ισχυροί παράγοντες. Ο πρώτος αφορά στο καλώδιο ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας – Κύπρου – Ισραήλ, το Great Sea Interconnector ή GSI. Η Ελλάδα, διά στόματος Πρωθυπουργού, Κυριάκου Μητσοτάκη έχει εκφράσει την βούλησή της να ολοκληρωθεί το πρόγραμμα, που χρηματοδοτείται και στηρίζεται και από την ΕΕ, με σύντομο ορίζοντα επανέναρξης των εργασιών. Πρόκειται για ένα πρόγραμμα, η υλοποίηση του οποίου θα στείλει αμετάτρεπτο μήνυμα ισχυρής βούλησης προς κάθε κατεύθυνση και παράλληλα θα εκπέμψει στην Ανατολική Μεσόγειο το δόγμα του καθολικού πυλώνα σταθερότητας και εγγυητή κάθε μεγάλου έργου. Κι αυτό γιατί θα αποτελέσει την παρακαταθήκη για την υλοποίηση του project IMEC (India-Middle East-Europe Economic Corridor), δηλαδή του μεγάλου αγωγού που θα ξεκινά από την Ινδία και θα καταλήγει στην Ελλάδα, μέσω ΗΑΕ, Σαουδικής Αραβίας, Ιορδανίας, Ισραήλ. Περιλαμβάνει συνδυασμό θαλάσσιων, σιδηροδρομικών και ψηφιακών δικτύων, καθώς και ενεργειακές συνδέσεις, μειώνοντας το κόστος και τον χρόνο μεταφοράς αγαθών μεταξύ των ηπείρων. Το πιο ουσιαστικό είναι ότι αυτός ο διάδρομος περιλαμβάνει την πόντιση αγωγού υδρογόνου καθώς και καλωδίων ηλεκτρικής διασύνδεσης και τηλεπικοινωνιών – data. Συνεπώς, η υλοποίηση του GSI εμπνέει εμπιστοσύνη σε όλες τις εμπλεκόμενες χώρες ότι η Ελλάδα μπορεί να εγγυηθεί και να φέρει σε πέρας τον IMEC, στο κομμάτι που της αναλογεί, το οποίο είναι και το ουσιαστικότερο ως η πύλη της Ευρώπης. Ο δεύτερος παράγοντας που έβαλε με τις δηλώσεις του στο στόχαστρο ο Φιντάν, είναι η συνοχή της ελληνικής κυβέρνησης, συναρτήσει του πρώτου. Ο στόχος είναι να μπορέσει να καθυστερήσει αν όχι να αποτρέψει τις παραπάνω εξελίξεις, στις οποίες η Τουρκία δεν βρίσκεται πουθενά μες στην εξίσωση με απώτερο σκοπό την παράκαμψη της Ελλάδας και την αλλαγή σχεδίασης του IMEC μέσα από το έδαφός της ή τις θαλάσσιες περιοχές επιρροής της. Υβριδική επίθεση Η επιλογή του Νίκου Δένδια από τον Φιντάν δεν ήταν τυχαία. Ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών ανέφερε συγκεκριμένα: «Τους συμβουλεύω να σταματήσουν το αντιτουρκικό αίσθημα. Αυτός ο φόβος δεν τους ωφελεί. Τους οδηγεί σε πανικό. Όταν έχουν ένα μπελά πάντα προκύπτει μια δήλωση του Δένδια. Στους ανθρώπους δείχνουν συνέχεια μια τουρκική απειλή. Ουσιαστικά δεν λένε «να εκλέξετε εμένα έναντι αυτού που υπάρχει απέναντι». Αυτή είναι μια φθηνή πολιτική». Με αυτή τη δήλωση ουσιαστικά διεξάγει υβριδική επίθεση, επιχειρώντας να παγιδέψει την κυβέρνηση Μητσοτάκη σε ένα σπιράλ εσωστρέφειας με απώτερο σκοπό την πρόκληση πολιτικής αστάθειας. Ο Νίκος Δένδιας ήταν αυτός που όντας υπουργός Εξωτερικών, στην πρώτη τετραετία διακυβέρνησης Μητσοτάκη, είχε πει μες στην Άγκυρα μεταξύ άλλων: «Η Τουρκία παραβιάζει τα κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας. Έχει κάνει 400 υπερπτήσεις πάνω από το ελληνικό έδαφος. Για την μειονότητα, αυτό προβλέπει η Συνθήκη της Λωζάννης, που έχει υπογράψει η Τουρκία, είτε της αρέσει είτε όχι» με τον Τσαβούσογλου να παρακολουθεί αποσβολωμένος και τον Δένδια να συνεχίζει: «Δε νομίζω ότι είναι η πρώτη φορά που τα ακούτε. Και θα μου έκανε μεγάλη εντύπωση αν περιμένατε, αγαπητέ μου Mevlüt, να μην τα πω εδώ στην Άγκυρα. Δηλαδή να έρθω εδώ στην Άγκυρα και να παρουσιάσω τα πράγματα σαν να μην έχει συμβεί τίποτε στο Αιγαίο και σαν να μην έχει συμβεί τίποτε στην Ανατολική Μεσόγειο» (…) «Γιατί υπάρχει στρατός στα νησιά; Υπάρχει γιατί απειλούνται από κάπου. Τα 6 έως 10 μίλια στον αέρα και τη θάλασσα, αν θυμάμαι καλά, ξεκινάνε το 1930. Η Τουρκία διαμαρτυρήθηκε για πρώτη φορά το 1975. Μετά από 50 χρόνια, μετά από μισό αιώνα». Δεν θα πρέπει να αγνοηθεί ότι μετά από αυτή την επίθεση Δένδια μες στην Άγκυρα οι πολιτικές μετοχές του ανέβηκαν κατακόρυφα, με ορισμένους κύκλους στη δημόσια συζήτηση να του δίνουν το άτυπο χρίσμα του διαδόχου του Κυριάκου Μητσοτάκη, όταν αυτός αποσυρθεί. Ουσιαστικά, με την δήλωσή του, ο Φιντάν επέδειξε τον Νίκο Δένδια ως το πρόβλημα στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, αφήνοντας να εννοηθεί ότι αν και βρίσκεται στο υπουργείο Άμυνας τώρα, αυτός συνεχίζει να διαμορφώνει τους όρους της εξωτερικής πολιτικής της Ελλάδας. Παίζοντας άψογα το παιχνίδι της διπλωματικής ακροβασίας και της ναρκοθέτησης των ορίων της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, ο Φιντάν επιχειρεί – ατυχώς ως φαίνεται εκ του αποτελέσματος – να σύρει τον Έλληνα Πρωθυπουργό στο παιχνίδι της αποδοκιμασίας ή ακόμη και της καθαίρεσης του υπουργού Εθνικής Άμυνας ενώ η διατήρησή του στον θώκο των Ενόπλων Δυνάμεων θα σημάνει – κατά τον Φιντάν – την ταύτιση του πυρήνα της εξωτερικής πολιτικής με τις δηλώσεις Δένδια. Η μπανανόφλουδα των δηλώσεων Φιντάν έγινε άμεσα αντιληπτή από την Αθήνα, με τον Νίκο Δένδια να δηλώνει: «Λυπάμαι ιδιαίτερα για τις δηλώσεις Fidan, για τις οποίες με πληροφόρησαν. Πέρα από το ότι είναι καθολικά απαράδεκτες και απρεπείς, παραβιάζουν μια αρχή γνωστή ακόμα και στους πρωτοετείς διπλωμάτες: Την αρχή της μη ανάμειξης στην εσωτερική πολιτική άλλων χωρών. Λυπάμαι λοιπόν ειλικρινά που επελέγη αυτή η οδός». Με τον Γιώργο Γεραπετρίτη να συμπληρώνει: «Δεν δεχόμαστε υποδείξεις από κανέναν. Αντιλαμβανόμαστε την ένταση που μπορεί να προκαλεί η ισχυρή και ενεργητική εξωτερική πολιτική της Ελλάδας». Και τον Κυβερνητικό Εκπρόσωπο, Παύλο Μαρινάκη να επισημαίνει: «Η πολιτική του διαλόγου χωρίς υποχώρηση έχει φέρει την Ελλάδα σε ένα σημείο να ισχυροποιείται ουσιαστικά και αυτό θα συνεχίσει να κάνει».