16/02/2026

Αλλαγές στο Άρθρο 86: Η Κυβερνητική Πρόταση για την Ποινική Ευθύνη Υπουργών

Στον ουσιαστικό περιορισμό του ρόλου και της εμπλοκής της Βουλής στα ζητήματα ποινικής ευθύνης των υπουργών καταλήγει η πρόταση της Νέας Δημοκρατίας ενόψει της Συνταγματικής Αναθεώρησης. Παρά το γεγονός ότι η διαδικασία της προτείνουσας Βουλής δεν δεσμεύει την αναθεωρητική Βουλή ως προς την τελική διατύπωση, η Νέα Δημοκρατία σκοπεύει να αποκαλύψει τις αλλαγές στο άρθρο

Βουλή: «Όχι» στην άρση ασυλίας του Κουτσούμπα, «Ναι» για Μάντζο – Έντονη αντιπαράθεση Καιρίδη με τον ΓΓ του ΚΚΕ

Η πρόταση της Νέας Δημοκρατίας για τη Συνταγματική Αναθεώρηση προβλέπει ουσιαστικό περιορισμό του ρόλου και της εμπλοκής της Βουλής στα ζητήματα ποινικής ευθύνης των υπουργών. Αν και η προτείνουσα Βουλή δεν δεσμεύει την αναθεωρητική, η Νέα Δημοκρατία σκοπεύει να παρουσιάσει τις προτεινόμενες αλλαγές στο άρθρο 86, οι οποίες περιλαμβάνουν την κατάργηση των προανακριτικών επιτροπών. Τη θέση τους καταλαμβάνει πλέον η ανάθεση της προανάκρισης σε ειδικό δικαστικό όργανο, πιθανώς στο δικαστικό συμβούλιο που ήδη διενεργεί την προανακριτική έρευνα.

Στο πλαίσιο αυτό, η Ν.Δ. στοχεύει να περιορίσει την εμπλοκή της Βουλής σε μία μόνο απόφαση, η οποία θα λαμβάνεται στην Ολομέλεια και θα παραπέμπει στην ισχύουσα διαδικασία για τη βουλευτική ασυλία. Η απόφαση για την κατάργηση της άμεσης, «αμελλητί» διαβίβασης της δικογραφίας στη Βουλή, από τη στιγμή που εισαγγελικός ή δικαστικός λειτουργός εντοπίζει εμπλοκή υπουργού, θεωρείται ειλημμένη. Το επικρατέστερο σενάριο αυτή τη στιγμή είναι η προανάκριση να πραγματοποιείται από δικαστικό συμβούλιο που θα αποτελείται από ανώτατους εισαγγελικούς λειτουργούς. Εφόσον το δικαστικό συμβούλιο κρίνει ότι υπάρχουν οι απαραίτητες ενδείξεις ή αποδείξεις, θα υποβάλλει αίτημα στη Βουλή για άδεια συνέχισης της διαδικασίας και άσκησης δίωξης κατά μέλους της κυβέρνησης.

Παρόλο που η γνωμοδότηση του δικαστικού συμβουλίου δεν θα είναι δεσμευτική για τη Βουλή, καθίσταται σαφές ότι σε μια τέτοια περίπτωση θα είναι εξαιρετικά δύσκολο για οποιαδήποτε πλειοψηφία να αρνηθεί την άσκηση δίωξης κατά υπουργού, εφόσον θα έχει προηγηθεί προκαταρκτική εξέταση και τεκμηριωμένη κρίση ανώτατων δικαστικών λειτουργών.

Η συζήτηση

Η πολιτική συζήτηση γύρω από τη Συνταγματική Αναθεώρηση έχει αναζωπυρωθεί τις τελευταίες εβδομάδες, ακόμη και πριν την επίσημη κατάθεση οποιασδήποτε πρότασης στη Βουλή. Η ανακοίνωση του Κυριάκου Μητσοτάκη σχετικά με την πρόθεση της Νέας Δημοκρατίας να ξεκινήσει τη διαδικασία της Συνταγματικής Αναθεώρησης στην Βουλή «φούντωσε» τη συζήτηση.

Παραδόξως, η ουσιαστική αντιπαράθεση αυτή τη στιγμή δεν διεξάγεται μεταξύ πλειοψηφίας και αντιπολίτευσης, αλλά μεταξύ κυβέρνησης και Ευάγγελου Βενιζέλου. Η αντιπολίτευση, προς το παρόν, φαίνεται να ευθυγραμμίζεται με τις θέσεις του συνταγματολόγου και πρώην αντιπροέδρου της κυβέρνησης.

Σύμφωνα με την επιχειρηματολογία της Ν.Δ., το Σύνταγμα πρέπει να παραμένει ένα «ζωντανό» κείμενο, ικανό να προσαρμόζεται στις διαρκώς μεταβαλλόμενες κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες. Κυβερνητικές πηγές υποστηρίζουν ότι η συγκυρία είναι κατάλληλη για να ανοίξει η συζήτηση, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά διατάξεις που έχουν αποτελέσει επανειλημμένα αντικείμενο κριτικής, όπως το άρθρο 86 περί ευθύνης υπουργών. Θεωρούν ότι η κοινωνική απαίτηση για μεγαλύτερη λογοδοσία του πολιτικού προσωπικού προσφέρει επαρκή βάση για την έναρξη της αναθεωρητικής διαδικασίας.

Από την άλλη πλευρά, ο Ευ. Βενιζέλος, με τη διττή ιδιότητά του ως πρώην αντιπροέδρου της κυβέρνησης και καθηγητή Συνταγματικού Δικαίου, εγείρει ζητήματα θεσμικής ωριμότητας και πολιτικής σταθερότητας. Υποστηρίζει ότι, υπό τις παρούσες συνθήκες, δεν είναι δυνατόν να επιτευχθεί η απαιτούμενη συναίνεση, τονίζοντας ότι η Αναθεώρηση δεν πρέπει να εργαλειοποιείται επικοινωνιακά ή να εκκινεί σε περιβάλλον έντονης πολιτικής πόλωσης. Κατά την άποψή του, η διαδικασία της Συνταγματικής Αναθεώρησης απαιτεί σαφή στρατηγικό σχεδιασμό, διακομματικές συγκλίσεις και, κυρίως, την αποφυγή κάθε υποψίας για παρέμβαση με συγκυριακά κίνητρα.

Η Σύγκρουση για το Άρθρο 86

Η σύγκρουση κορυφώνεται γύρω από το άρθρο 86 του Συντάγματος, το οποίο καθορίζει το ειδικό ποινικό καθεστώς ευθύνης των μελών της κυβέρνησης. Η επισήμανση του Ευ. Βενιζέλου ότι η κυβέρνηση της Ν.Δ. έκανε κατάχρηση του συγκεκριμένου άρθρου για την προστασία συγκεκριμένων υπουργών προκάλεσε την άμεση αντίδραση του Μεγάρου Μαξίμου. Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, Παύλος Μαρινάκης (σε δηλώσεις του στον ΑΝΤ1), αντέστρεψε την κατηγορία, αναφέροντας ότι ο Ευ. Βενιζέλος ήταν αυτός που πρωτοστάτησε στην πρόταση για την προσθήκη της λέξης «αμελλητί» στην Αναθεώρηση του 2001. «Ο κύριος Βενιζέλος τότε πρόσθεσε το αμελλητί, δηλαδή να σταματά η Δικαιοσύνη όταν συναντά ένα όνομα πολιτικού. Ο άνθρωπος δηλαδή που πρωτοστάτησε στο να απαγορεύεται στη Δικαιοσύνη να κάνει έρευνα, κατηγορεί εμάς που κάναμε υποχρεωτική χρήση της διάταξης. Το Σύνταγμα από το 2001 σε υποχρεώνει να κάνεις εσύ τη δουλειά του εισαγγελέα», ανέφερε ο Π. Μαρινάκης, προσθέτοντας ότι η σύντομη παραγραφή ενσωματώθηκε επίσης στην Αναθεώρηση του 2001 και αφαιρέθηκε στην Συνταγματική Αναθεώρηση του 2019 επί πρωθυπουργίας Κυριάκου Μητσοτάκη.

Διαφωνία και Ειδικοί

Στον δημόσιο διάλογο παρεμβαίνουν και άλλες σημαντικές συνταγματικές φωνές. Ενδεικτική είναι η διαφωνία μεταξύ του Νίκου Αλιβιζάτου και του Ευ. Βενιζέλου, η οποία αναδεικνύει την πολυπλοκότητα της συζήτησης. Το απόγευμα της περασμένης Δευτέρας, κατά τη διάρκεια εκδήλωσης του Κύκλου Ιδεών, οι Βενιζέλος και Αλιβιζάτος είχαν έναν έντονο διάλογο για το άρθρο 86. Ο Ν. Αλιβιζάτος υποστήριξε ότι η Αναθεώρηση του 2001 (στην οποία ο Ευ. Βενιζέλος διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο) αποτέλεσε βήμα οπισθοδρόμησης, τονίζοντας ότι τότε η αποκλειστική αρμοδιότητα για την άσκηση δίωξης κατά υπουργών μεταβιβάστηκε στη Βουλή. «Η σύγκριση μεταξύ του 1975 και του 2001 είναι καταλυτική», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Η αντίδραση του Ευ. Βενιζέλου ήταν άμεση και έντονη: «Είναι δυνατόν να λέμε ότι πιο πριν μπορούσε ο δικαστής να ασκεί ποινικές διώξεις σε υπουργούς; Η Βουλή ομόφωνα το 2001 επιχείρησε να βάλει τάξη στην αθλιότητα του 1989», δήλωσε.