Ιερά Σύνοδος: Διευκρινίσεις για τη μισθοδοσία των μητροπολιτών – «Οι αναφορές σε υπέρογκα ποσά είναι ανακριβείς»
Σε ανακοίνωση προβαίνει η Διαρκής Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος αναφορικά με όσα γράφονται και λέγονται το τελευταίο διάστημα για το σ/ν του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, το οποίο, μεταξύ άλλων, προβλέπει και ρύθμιση για τις αποδοχές αρχιερέων. Ο μητροπολίτης Πολυανής και Κιλκισίου Βαρθολομαίος, εκπρόσωπος Τύπου της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου, κατόπιν ερώτησης από
Η Διαρκής Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος προέβη σε ανακοίνωση σχετικά με τις πρόσφατες δημοσιεύσεις και δηλώσεις αναφορικά με το νομοσχέδιο του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, το οποίο περιλαμβάνει και ρυθμίσεις για τις αποδοχές των αρχιερέων. Ο Μητροπολίτης Πολυανής και Κιλκισίου Βαρθολομαίος, ως εκπρόσωπος Τύπου της Συνόδου, απαντώντας σε ερωτήσεις δημοσιογράφων, εξέδωσε γραπτή δήλωση, τονίζοντας ότι οι αναφορές σε υπέρογκα ή εσφαλμένα ποσά συχνά οφείλονται σε παρερμηνεία ή σκόπιμη διαστρέβλωση των πραγματικών στοιχείων. Ζήτησε δε η προσέγγιση του θέματος να γίνεται με ειλικρίνεια, δικαιοσύνη και αμοιβαίο σεβασμό, αποφεύγοντας τις υπερβολές και την παραγωγή εντυπώσεων.
Παράλληλα, διευκρινίστηκε ότι η προτεινόμενη ρύθμιση από την ελληνική Πολιτεία δεν εισάγει νέα προνόμια, αλλά ενσωματώνει τη μισθοδοσία των αρχιερέων στο γενικότερο πλαίσιο της δημόσιας διοίκησης.
Αναλυτικά η δήλωση του Μητροπολίτη:
«Η πρόσφατη συζήτηση σχετικά με το μισθολογικό καθεστώς των Αρχιερέων, ενώ ανέδειξε εύλογους προβληματισμούς, συνοδεύτηκε και από αρκετές ανακρίβειες, καθιστώντας απαραίτητη μια νηφάλια αποσαφήνιση. Πρωτίστως, είναι σημαντικό να τονιστεί ότι η μισθοδοσία του ιερού κλήρου αποτελεί την ιστορική και διαχρονική ανταπόδοση του κράτους για την τεράστια μοναστηριακή περιουσία που απαλλοτριώθηκε από τις Ιερές Μονές μεταξύ 1833-1952, χωρίς δίκαιη και πλήρη αποζημίωση. Η περιουσία αυτή αποτέλεσε πόρο για την ελληνική κοινωνία στο σύνολό της, ανεξαρτήτως θρησκευτικών πεποιθήσεων, συμβάλλοντας ουσιαστικά στη λειτουργία εκπαιδευτικών ιδρυμάτων και νοσοκομείων, στην αποκατάσταση αγροτών, προσφύγων, ακτημόνων και μικροκαλλιεργητών, καθώς και στη δημιουργία κοινόχρηστων χώρων και άλλων υποδομών γενικού συμφέροντος. Υπό αυτό το πρίσμα, η μισθοδοσία του Κλήρου συνδέεται ιστορικά με την αξιοποίηση της εκκλησιαστικής περιουσίας προς όφελος του κοινωνικού συνόλου, και όχι ως αποτέλεσμα προνομιακής ή χαριστικής μεταχείρισης από πλευράς του κράτους.
Επιπλέον, η πρόσφατη ρύθμιση που προωθεί η ελληνική Πολιτεία δεν δημιουργεί νέα προνόμια. Επαναφέρει τη μισθοδοσία των αρχιερέων εντός του γενικού πλαισίου της δημόσιας διοίκησης. Στην ελληνική έννομη τάξη, η ευθύνη διοίκησης και ο θεσμικός ρόλος αντικατοπτρίζονται και μισθολογικά. Για τον λόγο αυτό, οι αποδοχές των αρχιερέων αντιστοιχούν στο αντίστοιχο μισθολογικό κλιμάκιο των ανώτατων δημοσίων λειτουργών.
Οι αναφορές σε υπέρογκα ή εσφαλμένα ποσά πηγάζουν συχνά από λανθασμένη ανάγνωση ή σκόπιμη παραποίηση των πραγματικών δεδομένων. Ζητούμε, λοιπόν, το ζήτημα να εξετάζεται με ειλικρίνεια, δικαιοσύνη και αμοιβαίο σεβασμό, απέχοντας από υπερβολές και τη δημιουργία εύκολων εντυπώσεων.
Για την ποιμαίνουσα Εκκλησία, η προσπάθεια επίλυσης των πραγματικών προβλημάτων των ανθρώπων αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της ποιμαντικής ευθύνης και διακονίας. Αυτή η διακονία επιτελείται διακριτικά από κάθε ποιμένα, χωρίς επιδεικτικότητα, σύμφωνα με την Ευαγγελική εντολή: «σου δε ποιούντος ελεημοσύνην μη γνώτω η αριστερά σου τι ποιεί η δεξιά σου» (Ματθ. 6:3).»
