ΙΟΒΕ: Νέα Στοιχεία Αποκαλύπτουν την Επίδραση των Δανείων της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας στις Επιχειρήσεις
Σε ειδική εκδήλωση της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας (ΕΑΤ) παρουσιάστηκαν τα συμπεράσματα μιας ανεξάρτητης μελέτης του ΙΟΒΕ, η οποία ανέλυσε το οικονομικό αποτύπωμα των προγραμμάτων χρηματοδότησης της ΕΑΤ προς τις επιχειρήσεις κατά την περίοδο 2019-2025.
Η εκδήλωση πραγματοποιήθηκε παρουσία του Αναπληρωτή Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, κ. Νίκου Παπαθανάση, ο οποίος έχει την εποπτεία της ΕΑΤ. Η Διευθύνουσα Σύμβουλος της ΕΑΤ, κα Ισμήνη Παπακυρίλλου, παρουσίασε την πορεία της Τράπεζας, ενώ ο Γενικός Διευθυντής του ΙΟΒΕ, κ. Νίκος Βέττας, παρουσίασε τα βασικά ευρήματα της μελέτης.
Βασικά Ευρήματα της Μελέτης του ΙΟΒΕ
Η εν λόγω μελέτη, η οποία χρησιμοποιεί το υπόδειγμα εισροών-εκροών (Leontief), αποτιμά τη σωρευτική επίδραση στην ελληνική οικονομία των προγραμμάτων της ΕΑΤ. Αυτά τα προγράμματα αφορούν δάνεια συνολικής αξίας 11,5 δισεκατομμυρίων ευρώ και επικεντρώνονται σε τρεις κρίσιμους τομείς:
- Την ευρύτερη οικονομία,
- την πράσινη μετάβαση,
- και την αγορά πιστώσεων.
Το πιο εντυπωσιακό εύρημα: Για κάθε 1 ευρώ πόρων που επενδύεται στα χρηματοδοτικά εργαλεία της ΕΑΤ, παράγονται 3,58 ευρώ ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος (ΑΕΠ). Παράλληλα, το ίδιο 1 ευρώ αντιστοιχεί σε 2,10 ευρώ εισόδημα εργαζομένων και 1,43 ευρώ δημόσια έσοδα. Επίσης, κάθε 1 εκατομμύριο ευρώ δεσμευμένων πόρων υποστηρίζει 110 ετήσιες θέσεις εργασίας.
Συνολικά, για την περίοδο 2019-2025, τα προγράμματα της ΕΑΤ, σε συνδυασμό με τις επενδύσεις των ωφελούμενων επιχειρήσεων, συνέβαλαν σημαντικά:
- Σε μια συνολική επίδραση 12,5 δισεκατομμυρίων ευρώ στο ΑΕΠ (άμεση, έμμεση και προκαλούμενη).
- Στη δημιουργία 383.600 ετήσιων θέσεων πλήρους απασχόλησης.
- Σε 7,3 δισεκατομμύρια ευρώ εισόδημα εργαζομένων.
- Σε 5 δισεκατομμύρια ευρώ δημόσια έσοδα.
Η επίδραση αυτή προέρχεται κατά κύριο λόγο από τη μικρομεσαία επιχειρηματικότητα, με το 78% των δανείων να κατευθύνεται σε μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Το 56% της επίδρασης στο ΑΕΠ και το 60% της επίδρασης στην απασχόληση προέρχονται από πολύ μικρές και μικρές επιχειρήσεις. Αξίζει να σημειωθεί ότι το 1/3 της επίδρασης στην απασχόληση προέρχεται αποκλειστικά από πολύ μικρές επιχειρήσεις με κύκλο εργασιών έως 2 εκατομμύρια ευρώ.
Σε επίπεδο κλάδων, το 74% των δανείων (8,6 δισ. ευρώ) κατευθύνθηκε σε τομείς όπως το εμπόριο, η μεταποίηση και οι κλάδοι των καταλυμάτων και της εστίασης. Γεωγραφικά, το 61% της επίδρασης στο ΑΕΠ προέρχεται από επιχειρήσεις στην Αττική και την Κεντρική Μακεδονία. Ωστόσο, οι πολλαπλασιαστικές επιδράσεις ήταν υψηλότερες σε περιοχές όπως το Νότιο Αιγαίο, τα Ιόνια Νησιά και η Κρήτη. Η ισχυρότερη ετήσια επίδραση καταγράφηκε το 2020, χάρη στα εργαλεία αντιμετώπισης της πανδημίας. Για το 2025, η εκτιμώμενη επίδραση των εκταμιεύσεων στην απασχόληση ανέρχεται σε 23.500 ετήσιες θέσεις πλήρους απασχόλησης, αριθμός που αποτελεί την υψηλότερη επίδοση της τελευταίας τετραετίας.
Στον τομέα της πράσινης μετάβασης, οι χρηματοδοτήσεις της ΕΑΤ εμφανίζουν χαμηλότερη σταθμισμένη μέση ένταση άνθρακα (δείκτης WACI) σε σύγκριση με το υπόλοιπο τραπεζικό σύστημα (0,36 έναντι 0,68 το 2024). Επιπλέον, πάνω από τα 3/4 των επιχειρηματικών δανείων εκδόθηκαν σε κλάδους που είναι ιδιαίτερα σημαντικοί για την πράσινη μετάβαση. Στις περιοχές απολιγνιτοποίησης, όπως η Κοζάνη και η Αρκαδία, το μερίδιο συμμετοχής της ΕΑΤ είναι σήμερα υψηλότερο από ό,τι πριν από την πανδημία.
Όσον αφορά την αγορά πιστώσεων, η δραστηριότητα της ΕΑΤ συνέβαλε στην πιστωτική ανάκαμψη κατά την περίοδο 2020-2025, ιδιαίτερα σε κλάδους με έντονη συμμετοχή της, όπως το εμπόριο, όπου το μερίδιό της στις συνολικές εκταμιεύσεις δανείων προς επιχειρήσεις έφτασε το 38%. Κατά μέσο όρο, από κάθε 100 ευρώ νέων πιστώσεων την περίοδο 2020-2025, τα 21 ευρώ δόθηκαν με τη συμβολή της ΕΑΤ. Η αυξημένη συμμετοχή της ΕΑΤ συνδέεται με χαμηλότερα ποσοστά εξόδου επιχειρήσεων κατά τη διάρκεια της πανδημίας: μια αύξηση της συμμετοχής κατά 10 ποσοστιαίες μονάδες αντιστοιχεί σε μείωση του ποσοστού εξόδου κατά 0,4 ποσοστιαίες μονάδες.
Η Εξέλιξη της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας
Η αποτελεσματικότητα των χρηματοδοτικών εργαλείων της ΕΑΤ έγκειται στην ικανότητά τους να πολλαπλασιάζουν και να ανακυκλώνουν τους πόρους. Σε αντίθεση με τις επιχορηγήσεις, οι πόροι αυτοί δεν εξαντλούνται άπαξ, αλλά μoχλεύονται με κεφάλαια των τραπεζών. Καθώς τα δάνεια αποπληρώνονται και οι εγγυήσεις αποδεσμεύονται, οι επιστροφές από προηγούμενα εργαλεία επαναχρησιμοποιούνται για τη χρηματοδότηση νέων προγραμμάτων για τις επιχειρήσεις.
Από το 2019 έως τα μέσα Σεπτεμβρίου 2026, η ΕΑΤ έχει εγκρίνει χρηματοδοτήσεις ύψους 15,57 δισ. ευρώ προς επιχειρήσεις και νοικοκυριά, μέσω 89.214 δανείων. Από αυτά, τα 61.596 είναι επιχειρηματικά δάνεια, συνολικού ύψους 12,99 δισ. ευρώ, τα οποία έφτασαν σε 46.025 επιχειρήσεις. Από αυτές, το 77% έχει κύκλο εργασιών έως 2 εκατ. ευρώ και το 72% απασχολεί έως 10 εργαζομένους.
Μετά την πανδημία, η ΕΑΤ έχει μεταμορφωθεί από ένα εργαλείο έκτακτης ανάγκης σε έναν μόνιμο αναπτυξιακό μηχανισμό. Η γκάμα των προϊόντων της έχει διευρυνθεί σημαντικά, περιλαμβάνοντας τα ΤΕΠΙΧ ΙΙΙ, Μικροπιστώσεις, Ταμεία Εγγυοδοσίας Καινοτομίας και ΕΑΤ-ΤΜΕΔΕ, το Ταμείο Δίκαιης Αναπτυξιακής Μετάβασης, και το Ταμείο Αγροτικής Επιχειρηματικότητας. Επιπλέον, η ΕΑΤ έχει εισέλθει στον τομέα της στεγαστικής πολιτικής με τα προγράμματα «Σπίτι μου Ι» και «Σπίτι μου ΙΙ», ενώ έχει ολοκληρώσει επιτυχώς το Pillar Assessment της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
Το επόμενο σημαντικό βήμα, όπως ανακοινώθηκε από τον Πρωθυπουργό στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης (ΔΕΘ), είναι η αξιοποίηση 1,5 δισ. ευρώ νέων πόρων, οι οποίοι θα μοχλευθούν για τη δημιουργία χρηματοδοτήσεων 5 δισ. ευρώ προς μικρομεσαίες επιχειρήσεις, με ενεργοποίηση έως τις αρχές του 2027. Παράλληλα, δρομολογείται το νέο πρόγραμμα «Σπίτι μου ΙΙΙ», με προϋπολογισμό 2 δισ. ευρώ.
Σημαντικές Δηλώσεις
Ο κ. Παπαθανάσης, στην παρέμβασή του, τόνισε ότι τα επίσημα στοιχεία επιβεβαιώνουν την αποτελεσματικότητα της αναπτυξιακής οικονομικής πολιτικής που ακολουθείται από το 2019, με ισχυρό κοινωνικό πρόσημο και δημοσιονομική στοχοθεσία. Υπογράμμισε ότι η Ελλάδα επιτυγχάνει ρυθμούς ανάπτυξης υπερδιπλάσιους του ευρωπαϊκού μέσου όρου, αυξάνει τις επενδύσεις και μειώνει τους φόρους, με αποτέλεσμα το όφελος της ανάπτυξης να φτάνει στην κοινωνία και η ανεργία να έχει μειωθεί σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα. Αναφέρθηκε επίσης στην επιτυχή ολοκλήρωση των στόχων του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, με απορρόφηση 36 δισ. ευρώ, που αντιστοιχούν στο 16% του ελληνικού ΑΕΠ. Σχετικά με τον αναπτυξιακό ρόλο της ΕΑΤ, σημείωσε ότι έχουν δοθεί δάνεια ύψους σχεδόν 13 δισ. ευρώ σε 46.000 επιχειρήσεις, με το 77% των δικαιούχων να έχει ετήσιο κύκλο εργασιών έως 2 εκατ. ευρώ και το 72% να απασχολεί έως 10 εργαζομένους. «Η Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα θα συνεχίσει να στηρίζει τη μικρομεσαία επιχειρηματικότητα, με ακόμα περισσότερους πόρους που εξασφαλίστηκαν από το Ταμείο Ανάκαμψης και που αναμένεται να κινητοποιήσουν δάνεια ύψους 5 δισ. ευρώ, συμβάλλοντας ταυτόχρονα στην αντιμετώπιση μεγάλων σύγχρονων ζητημάτων, όπως το Στεγαστικό. Η πρόκληση της επόμενης τετραετίας είναι η περαιτέρω αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος και η βελτίωση της καθημερινότητας των συμπολιτών μας. Και σε αυτή την κατεύθυνση, επιταχύνουμε το έργο και τις μεταρρυθμίσεις, με στόχο τη δημιουργία της Ελλάδας του 2030», δήλωσε χαρακτηριστικά ο κ. Παπαθανάσης.
Η Διευθύνουσα Σύμβουλος της ΕΑΤ, κα Ισμήνη Παπακυρίλλου, ανέφερε: «Η μελέτη του ΙΟΒΕ τεκμηριώνει την επιτυχία και την αναπτυξιακή στόχευση των δράσεων της ΕΑΤ. Οι δημόσιοι πόροι που χρησιμοποιούνται στα χρηματοδοτικά εργαλεία της ΕΑΤ αποδίδουν πολλαπλάσια μέσω της μόχλευσης ιδιωτικών κεφαλαίων, επιστρέφουν και χρηματοδοτούν ξανά την πραγματική οικονομία. Το οικονομικό και κοινωνικό αποτύπωμα είναι, πρωτίστως, οι πολύ μικρές και μικρές επιχειρήσεις που άντεξαν στην κρίση, επένδυσαν και στήριξαν θέσεις εργασίας σε όλη τη χώρα. Η ΕΑΤ λειτουργεί πλέον ως κεντρικός αναπτυξιακός μηχανισμός της ελληνικής οικονομίας. Με τους νέους πόρους που μας εμπιστεύθηκε η Πολιτεία, δημιουργούμε ακόμη περισσότερες ευκαιρίες για χρηματοδότηση των ΜμΕ».
Ο Γενικός Διευθυντής του ΙΟΒΕ, κ. Νίκος Βέττας, επισήμανε: «Η μελέτη αποτιμά, με το υπόδειγμα εισροών-εκροών, το αποτύπωμα των προγραμμάτων της ΕΑΤ προς επιχειρήσεις την περίοδο 2019-2025. Για κάθε 1 ευρώ που δεσμεύει η ΕΑΤ, οι συνολικές επενδύσεις δημιουργούν 3,58 ευρώ ΑΕΠ, 2,10 ευρώ εισόδημα εργαζομένων και 1,43 ευρώ δημόσια έσοδα. Η σωρευτική επίδραση εκτιμάται σε 12,5 δισ. ευρώ στο ΑΕΠ και σε 383.600 ετήσιες θέσεις εργασίας, με το 56% της επίδρασης στο ΑΕΠ να προέρχεται από πολύ μικρές και μικρές επιχειρήσεις. Η ανάλυση δείχνει επίσης ότι η δραστηριότητα της ΕΑΤ συνεισέφερε στην πιστωτική ανάκαμψη, ότι η υψηλότερη ανάμειξή της συνδέεται με χαμηλότερα ποσοστά εξόδου επιχειρήσεων στην πανδημία και ότι τα δάνειά της έχουν χαμηλότερη ένταση άνθρακα έναντι των υπόλοιπων τραπεζών. Συνολικά, η ΕΑΤ συνέβαλε κατά την περίοδο διαδοχικών κρίσεων στην ανθεκτικότητα των ελληνικών επιχειρήσεων, με πράσινο πρόσημο, ενώ κρίσιμη ευκαιρία για το μέλλον θα είναι η περαιτέρω συμβολή στη χρηματοδότηση ενός επιχειρηματικού υποδείγματος με γνώμονα την καινοτομία και την εξωστρέφεια».
