30/06/2026

Ανώτατο Δικαστήριο ΗΠΑ: Ο Τραμπ μπορεί πλέον να απολύει στελέχη ανεξάρτητων αρχών

Η απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου των ΗΠΑ με την οποία δίνεται στον Ντόναλντ Τραμπ η δυνατότητα να απολύει στελέχη ανεξάρτητων, ρυθμιστικών αρχών αποτελεί το επιστέγασμα των προσπαθειών δεκαετιών των συντηρητικών να ενισχύσουν τον έλεγχο που ασκεί ο Αμερικανός πρόεδρος σε βασικούς μοχλούς της εξουσίας, εκτίμησαν σήμερα νομικοί. Με τη χθεσινή ετυμηγορία του το Ανώτατο Δικαστήριο

Ντόναλντ Τραμπ: Το Ισραήλ δεν θα βομβαρδίζει πλέον τον Λίβανο, σύμφωνα με τις ΗΠΑ

Με μια απόφαση κομβικής σημασίας, το Ανώτατο Δικαστήριο των Ηνωμένων Πολιτειών άνοιξε τον δρόμο στον Ντόναλντ Τραμπ, και κατ’ επέκταση σε μελλοντικούς προέδρους, να απολύουν στελέχη ανεξάρτητων ρυθμιστικών αρχών. Νομικοί εκτιμούν ότι η ετυμηγορία αυτή αποτελεί τη φυσική εξέλιξη πολυετών προσπαθειών συντηρητικών κύκλων να ενισχύσουν την προεδρική εξουσία σε καίριους κρατικούς μηχανισμούς.

Η χθεσινή απόφαση του δικαστηρίου ανατρέπει προηγούμενη απόφαση Εφετείου, η οποία τον Μάρτιο του 2025 είχε εμποδίσει την απόλυση της Ρεμπέκα Σλότερ, μέλους της Ομοσπονδιακής Επιτροπής Εμπορίου (FTC), της αρμόδιας αρχής για τον ανταγωνισμό στις ΗΠΑ. Η πλειοψηφία των έξι συντηρητικών δικαστών τάχθηκε υπέρ της κυβέρνησης Τραμπ, ενώ οι τρεις προοδευτικοί δικαστές ψήφισαν κατά. Ωστόσο, το δικαστήριο επιφύλαξε διαφορετική μεταχείριση για τη διοικήτρια της Ομοσπονδιακής Τράπεζας, Λίζα Κουκ, αρνούμενο στον πρόεδρο την εξουσία να την απολύσει, αναγνωρίζοντας έτσι την κρίσιμη ανεξαρτησία της Fed.

Νομικοί κύκλοι χαρακτηρίζουν την απόφαση για την FTC ως ένα ισχυρό πλήγμα στο «διοικητικό κράτος», έναν όρο που περιγράφει το εκτεταμένο δίκτυο ομοσπονδιακών υπηρεσιών που ρυθμίζουν ουσιαστικούς τομείς της αμερικανικής ζωής, από την οικονομία και την ασφάλεια πτήσεων έως τις εργασιακές σχέσεις. Αυτό το σύστημα, μέχρι πρότινος, θεωρούνταν σε μεγάλο βαθμό προστατευμένο από την άμεση προεδρική παρέμβαση.

Παράλληλα, η απόφαση θεωρείται ορόσημο για την εδραίωση της θεωρίας της «ενιαίας εκτελεστικής εξουσίας». Πρόκειται για ένα συντηρητικό δόγμα που έκανε την εμφάνισή του τη δεκαετία του 1980, επί προεδρίας Ρόναλντ Ρίγκαν, υποστηρίζοντας ότι ο πρόεδρος πρέπει να έχει τον απόλυτο έλεγχο της εκτελεστικής εξουσίας, συμπεριλαμβανομένης της δυνατότητας να απολύει και να αντικαθιστά επικεφαλής ομοσπονδιακών υπηρεσιών κατά βούληση.

Η ενίσχυση των προεδρικών εξουσιών έρχεται σε μια περίοδο που ο Ντόναλντ Τραμπ ήδη εξετάζει τα όρια της δύναμής του, τόσο εσωτερικά όσο και διεθνώς.

Αντιδράσεις

Ο καθηγητής Νομικής στο Πανεπιστήμιο της Βόρειας Καρολίνας, Μάικλ Γκέρχαρντ, δήλωσε ότι η απόφαση είναι «η πιο σημαντική που επεκτείνει τις προεδρικές εξουσίες εδώ και δεκαετίες» και αποτελεί «το αποκορύφωμα ετών σχεδιασμού από συντηρητικές ομάδες». «Το διοικητικό κράτος συρρικνώθηκε σχεδόν στο μηδέν», προσέθεσε.

Ο Τζο Γιου, καθηγητής Νομικής στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας, εκτίμησε ότι «η προεδρία μόλις απέκτησε τη μεγαλύτερη συνταγματική εξουσία» και «δεν υπάρχει πια ανεξάρτητο διοικητικό κράτος».

Ο Έρβιν Τσεμερίνσκι, πρύτανης της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνιας, αναμένει ότι η απόφαση θα οδηγήσει σε περαιτέρω πολιτικοποίηση των ομοσπονδιακών ρυθμιστικών υπηρεσιών, οι οποίες μέχρι τώρα επιδίωκαν να διοικούνται από ανεξάρτητους ειδικούς. «Πιστεύω ότι πλέον έχει χαθεί η ανεξαρτησία των υπηρεσιών», τόνισε. «Οι υπηρεσίες, όπως και τα υπουργεία, θα πρέπει να κάνουν ό,τι θέλει ο πρόεδρος». Το πιθανό αποτέλεσμα, κατά τον ίδιο, θα είναι μεγαλύτερες διακυμάνσεις στη ρυθμιστική πολιτική, ανάλογα με το ποιος βρίσκεται στον Λευκό Οίκο.

Ο Στιβ Σβιν, καθηγητής Νομικής στο Πανεπιστήμιο του Σικάγο, προειδοποίησε ότι οι ΗΠΑ θα οδηγηθούν «στην υπερπολιτικοποίηση μέχρι πρότινος ανεξάρτητων ομοσπονδιακών υπηρεσιών». «Ανησυχώ ότι εμείς, οι πολίτες, δεν θα κατανοήσουμε πλήρως τις επιπτώσεις» αυτής της απόφασης παρά μόνο «χρόνια ή δεκαετίες» μετά, υπογράμμισε ο Σβιν.

ΠΗΓΗ:ΑΠΕ