06/02/2026

«Κατάργηση Φόρου Πολυτελείας 10% στα Κοσμήματα: Ο Δρόμος προς μια Δίκαιη Αγορά»

Το αίτημα για την κατάργηση του μνημονιακού φόρου πολυτελείας 10% στο κόσμημα επαναφέρει εκ νέου το Βιοτεχνικό Επιμελητήριο Αθήνας επιβεβαιώνοντας τη στήριξή του στον κλάδο της αργυροχρυσοχοΐας. Είναι ένας φόρος  που λειτουργεί ανασταλτικά για την ανάπτυξη, την ανταγωνιστικότητα και τη βιωσιμότητα της ελληνικής αργυροχρυσοχοΐας, σημειώνει. Το ΒΕΑ δηλώνει ότι γνωρίζει σε βάθος το ζήτημα, έχει

ΒΕΑ: Γιατί είναι αναγκαία η κατάργηση του φόρου πολυτελείας 10% στο κόσμημα – enikonomia.gr

Αίτημα για Κατάργηση του Φόρου Πολυτελείας στο Κόσμημα

Το Βιοτεχνικό Επιμελητήριο Αθήνας επαναφέρει το αίτημα για την κατάργηση του μνημονιακού φόρου πολυτελείας 10% που επιβάλλεται στα κοσμήματα,υπογραμμίζοντας τη στήριξή του στον τομέα της αργυροχρυσοχοΐας. Σύμφωνα με την ανακοίνωσή τους, αυτός ο φόρος αποτελεί εμπόδιο στην ανάπτυξη, ανταγωνιστικότητα και βιωσιμότητα της ελληνικής βιοτεχνίας.

Το ΒΕΑ γνωρίζει καλά την κατάσταση και έχει παρέμβει σε θεσμικό επίπεδο ήδη στο παρελθόν. Αυτή τη φορά αποστέλλει νέα επιστολή προς τον υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Κυριάκο Πιερρακάκη και τον υπουργό Ανάπτυξης, Τάκη Θεοδωρικάκο, ζητώντας άμεση δράση για να ληφθούν τα απαραίτητα μέτρα.Στην ανακοίνωση αναφέρεται πως συνεργάζονται στενά με τους εκπροσώπους του κλάδου μέχρι να εκλείψει ο αντιαναπτυξιακός αυτός φόρος.

Ο πρόεδρος του ΒΕΑ, Κωνσταντίνος Δαμίγος, δήλωσε: «Η κατάργηση αυτού του φόρου στο κόσμημα είναι ζήτημα δικαιοσύνης και λογικής. Το ΒΕΑ αναγνωρίζει πλήρως το πρόβλημα και θα συνεχίσει να πιέζει δυναμικά έως ότου υπάρξει οριστική λύση. Η υποστήριξη της αργυροχρυσοχοΐας σημαίνει ουσιαστικά στήριξη της ελληνικής παραγωγής καθώς επίσης και των θέσεων εργασίας μας».

Ο Ειδικός Φόρος Πολυτελείας

Θα πρέπει να θυμόμαστε ότι ο Ειδικός Φόρος Πολυτελείας έχει εισαχθεί το 2010 ως προσωρινή φορολογική ρύθμιση εν μέσω οικονομικής κρίσης. «Περισσότερα από 15 χρόνια μετά την εφαρμογή του, δεν εκπληρώνει τους αρχικούς στόχους αλλά βαραίνει δυσανάλογα έναν βασικό παραγωγικό τομέα της ελληνικής βιοτεχνίας», προσθέτει η ανακοίνωση του ΒΕΑ.

Ο συγκεκριμένος φόρος έχει σαν αποτέλεσμα να αυξάνει τεχνητά τις τιμές των προϊόντων κι έτσι περιορίζει σημαντικά τη ζήτηση ενώ πλήττει οι μικρές επιχειρήσεις που είναι οι κύριοι πυλώνες της αργυροχρυσοχοΐας. Όπως σημειώνουν οι εκπρόσωποι αυτού του επιμελητηρίου: «Η άνιση εφαρμογή αυτού του φόρου θίγει κυρίως την εγχώρια παραγωγή συγκριτικά με τα εισαγόμενα προϊόντα».

Το γεγονός αυτό δημιουργεί συνθήκες άδικου ανταγωνισμού εις βάρος των ελληνικών εργαστηρίων που εστιάζουν στη δεξιοτεχνία και στην ποιότητα των κοσμημάτων τους.

Σύμφωνα με το Βιοτεχνικό Επιμελητήριο Αθήνας, η αξία ενός ελληνικού κομματιού κοσμήματος έγκειται όχι μόνο στην αισθητική αλλά στο πολιτιστικό υπόβαθρο από όπου προέρχεται,. Η φορολόγηση πολυτέλειας σε προϊόντα όπως γάμου ή παραδοσιακά κοσμήματα αλλοιώνει αυτήν την πραγματικότητα δημιουργώντας μία στρεβλή εικόνα για τον κλάδο.

Eπιπλέον σημειώνεται ότι ο συγκεκριμένος φόρος αποτρέπει επισκέπτες από αγορές τέτοιων προϊόντων κατά τη διάρκεια ταξιδιών τους στη χώρα μας ενώ σύμφωνα με θεσμικές εκθέσεις η κατάργησή του μπορεί να μεταφραστεί σε αύξηση πωλήσεων καθώς επίσης στον τζίρο των επιχειρήσεων – οδηγώντας σε υψηλότερα κρατικά έσοδα από τον ΦΠΑ.

Tο ΒΕΑ δηλώνει ότι δεν θα αφήσει αυτό το θέμα ανεκτέλεστο . Θα συνεχίσει τις προσπάθειές τους προς όλους αρμόδιους φορείς θέτοντας ψηλά στην ατζέντα τις απαιτούμενες μεταρρυθμίσεις που θα στηρίξουν ιδιωτικές επιχειρήσεις κατασκευής εμπορευμάτων στην Ελλάδα μέχρι ότου υπάρξει ολοκληρωτική διαγραφή αυτού κανονιστικού πλαισίoυν μη συμβατού πλέον στις σημερινές οικονομικές συνθήκες.