15/03/2026

Κρίση στη Μέση Ανατολή: Επιπτώσεις στην Ελληνική Αγορά, τον Καταναλωτή και οι Νέες Καταναλωτικές Συνήθειες

Τον τρόπο με τον οποίο επηρεάζει η κρίση στην Μέση Ανατολή την αγορά και τον Έλληνα καταναλωτή εξηγεί ο Καθηγητής του Τμήματος Μάρκετινγκ & Επικοινωνίας του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών, Διευθυντής Μεταπτυχιακών Σπουδών, Γεώργιος Μπάλτας μιλώντας στο Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων. «Ενώ η Ελλάδα δεν εισάγει καύσιμα από το Ιράν, εμπορεύματα όπως το πετρέλαιο και το φυσικό

Κρίση στη Μέση Ανατολή: Επιπτώσεις στην Ελληνική Αγορά, τον Καταναλωτή και οι Νέες Καταναλωτικές Συνήθειες

Ο τρόπος με τον οποίο η κρίση στη Μέση Ανατολή επηρεάζει την αγορά και τον Έλληνα καταναλωτή αναλύει ο Καθηγητής του Τμήματος Μάρκετινγκ & Επικοινωνίας του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών, Διευθυντής Μεταπτυχιακών Σπουδών, Γεώργιος Μπάλτας, σε συνέντευξή του στο Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων.

«Παρόλο που η Ελλάδα δεν εισάγει καύσιμα απευθείας από το Ιράν, εμπορεύματα όπως το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο τιμολογούνται σε παγκόσμιες αγορές. Όταν διαταράσσεται ένα στρατηγικό σημείο του δικτύου εφοδιασμού, η αναστάτωση μεταδίδεται διεθνώς. Εκτιμάται ότι η σύρραξη στη Μέση Ανατολή έχει ήδη οδηγήσει στην αναστολή περίπου του ενός πέμπτου της παγκόσμιας παραγωγής καυσίμων, με τις αγορές να έχουν ήδη αντιδράσει αναλόγως», σημειώνει.

Σύμφωνα με τον κ. Μπάλτα, είναι αναμενόμενο η πρώτη και ταχύτερη επίπτωση της κρίσης στη Μέση Ανατολή για τον Έλληνα καταναλωτή να είναι οι αυξήσεις στις τιμές των καυσίμων. Ενώ η άνοδος των τιμών του πετρελαίου είναι μέχρι στιγμής συγκρίσιμη με αυτές που προκάλεσαν προηγούμενες κρίσεις στην περιοχή, η επίπτωση στις τιμές του φυσικού αερίου είναι πιο έντονη. «Αυτό έχει συνέπειες για την ηλεκτροπαραγωγή και τη θέρμανση, δεδομένου ότι το φυσικό αέριο αποτελεί σημαντικό παράγοντα στο ενεργειακό μείγμα. Ωστόσο, είναι σημαντικό να επισημανθεί ότι οι τιμές της ενέργειας παρουσιάζουν διαχρονικά έντονες διακυμάνσεις, με απότομες αυξήσεις και μειώσεις. Επομένως, ενδέχεται να επιστρέψουν γρήγορα στα προ κρίσης επίπεδα, αν η σύρραξη τερματιστεί σύντομα», τονίζει.

Η επίπτωση της σύρραξης στο κόστος των τροφίμων εμφανίζεται με καθυστέρηση, αλλά ενδέχεται να αποδειχθεί πιο επίμονη από τις αυξήσεις στο ενεργειακό κόστος, σύμφωνα με τον κ. Μπάλτα. Οι βασικοί δίαυλοι μετάδοσης της κρίσης στις αγορές τροφίμων είναι οι εξής:

  • Ο πρώτος δίαυλος είναι το μεταφορικό κόστος. Η αύξηση των ναύλων και των ασφαλίστρων αυξάνει σημαντικά το κόστος των μεταφορών, το οποίο εν τέλει ενσωματώνεται στις τιμές των εμπορευμάτων.
  • Ο δεύτερος δίαυλος είναι το υψηλότερο ενεργειακό κόστος, το οποίο επηρεάζει καθοριστικά την αγροτική και βιομηχανική παραγωγή, ενώ ταυτόχρονα καθιστά τις μεταφορές τροφίμων ακριβότερες σε κάθε στάδιο της εφοδιαστικής αλυσίδας.
  • Ο τρίτος δίαυλος είναι τα λιπάσματα και συναφείς εισροές στην αγροτική παραγωγή. Η άνοδος των τιμών τους θα μπορούσε να οδηγήσει σε μειωμένες αποδόσεις καλλιεργειών, υψηλότερο κόστος παραγωγής αγροτικών προϊόντων και, κατά συνέπεια, σε αυξημένες τιμές τροφίμων για τον καταναλωτή.

Σύμφωνα με τον κ. Μπάλτα, αυτά τα τρία κανάλια μετάδοσης της κρίσης στα τρόφιμα πλήττουν τον Έλληνα καταναλωτή σε ένα ήδη επιβαρυμένο περιβάλλον, με τις σημαντικές συσσωρευτικές ανατιμήσεις της περιόδου 2021-2025 να έχουν ήδη διαμορφώσει υψηλές τιμές που επιβαρύνουν έντονα τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς.

«Οι προβλέψεις για την πορεία της σύρραξης είναι αβέβαιες και υπερβαίνουν τον σκοπό της συζήτησης. Το μόνο σίγουρο είναι ότι το μέγεθος των επιπτώσεων στον καταναλωτή και στην ακρίβεια εξαρτάται πρωτίστως από τη διάρκειά της», τονίζει ο κ. Μπάλτας, προσθέτοντας: «Αν απλουστεύσουμε σκόπιμα μια σύνθετη κατάσταση, διακρίνουμε δύο σενάρια: το αισιόδοξο και το απαισιόδοξο. Στο αισιόδοξο σενάριο, σημειώνεται ταχεία αποκλιμάκωση εντός εβδομάδων, με επιπτώσεις αισθητές, αλλά προσωρινές και αντιστρέψιμες. Τα καύσιμα σταδιακά επανέρχονται στις προ κρίσης τιμές τους, οι οποίες ήταν σχετικά χαμηλές. Οι τιμές των καταναλωτικών αγαθών αυξάνονται ελαφρώς, αλλά σύντομα σταθεροποιούνται ή επανέρχονται στα προ κρίσης επίπεδα. Στο απαισιόδοξο σενάριο, η σύρραξη παρατείνεται, με σοβαρότερες επιπτώσεις. Στο δυσμενές σενάριο, το ενεργειακό κόστος αυξάνεται και παραμένει σε πολύ υψηλά επίπεδα, καθιστώντας τις μετακινήσεις και τη θέρμανση εξαιρετικά ακριβές για τους καταναλωτές. Οι τρεις δίαυλοι που αναφέραμε μεταδίδουν την κρίση στις αγορές τροφίμων. Σταδιακά επηρεάζονται όλοι οι κλάδοι που σχετίζονται με τους καταναλωτές, καθώς το αυξημένο κόστος παραγωγής και λειτουργίας των επιχειρήσεων προκαλεί μεγάλες αλυσιδωτές ανατιμήσεις που διαχέονται στην ελληνική οικονομία.»

Εστιάζοντας στον ρόλο του ψυχολογικού παράγοντα, σημειώνει ότι «είναι στην πράξη περισσότερο πρωταγωνιστικός από όσο συνήθως αντιλαμβανόμαστε». Όπως εξηγεί, «μια παρατεταμένη και διευρυμένη σύρραξη μεταβάλλει την ψυχολογία όλων των εμπλεκομένων στην αγορά και προκαλεί ποικίλες παρενέργειες. Για παράδειγμα, η ανησυχία για την επάρκεια αγαθών ή για επικείμενες μεγάλες ανατιμήσεις οδηγεί τους καταναλωτές σε προληπτικές αγορές, οι οποίες θα λειτουργήσουν, εν μέρει, ως αυτοεκπληρούμενη προφητεία. Επιπλέον, η διάχυτη αβεβαιότητα διαμορφώνει μια πιο επιφυλακτική καταναλωτική συμπεριφορά, με στόχο την προστασία των διαθέσιμων πόρων και τη μείωση των δαπανών, σε μια προσπάθεια ανάκτησης του ελέγχου. Σε άλλες περιπτώσεις, παράγοντες της αγοράς μπορεί να παρασυρθούν από υπερβολική ανησυχία και να αναστείλουν επενδύσεις ή επιχειρηματικές κινήσεις. Τέτοιες ψυχολογικές αντιδράσεις από την πλευρά των επιχειρήσεων διευρύνουν το οικονομικό αποτύπωμα της κρίσης. Τέλος, γνωρίζουμε ότι οι μεγάλες κρίσεις μπορούν να προκαλέσουν κερδοσκοπική ψυχολογία και οπορτουνιστικές συμπεριφορές. Για το λόγο αυτό, απαιτείται αυτοσυγκράτηση, ψυχραιμία και θεσμική εποπτεία της αγοράς, ώστε οι συνέπειες της κρίσης στη Μέση Ανατολή να μην πολλαπλασιαστούν από τον ψυχολογικό παράγοντα στο εσωτερικό της χώρας.»

Το νέο προφίλ του Έλληνα καταναλωτή

Την ίδια στιγμή, οι παρεμβάσεις της πολιτείας κρίνονται ως καίριες, καθώς το διαθέσιμο εισόδημα των ελληνικών νοικοκυριών έχει ήδη πιεσθεί τα τελευταία χρόνια από τον υψηλό πληθωρισμό. Η περίοδος των μεγάλων αυξήσεων σε τρόφιμα και ενέργεια άφησε ισχυρό αποτύπωμα στις καταναλωτικές συνήθειες, διαμορφώνοντας ένα διαφορετικό προφίλ για τον Έλληνα καταναλωτή. Συγκεκριμένα, οι αγορές χαρακτηρίζονται από μεγαλύτερη προσοχή και συγκράτηση. Οι καταναλωτές συγκρίνουν συστηματικά τιμές, στρέφονται συχνότερα σε προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας και αναζητούν προσφορές πριν προχωρήσουν σε αγορές. Παράλληλα, η κατανάλωση σε ορισμένες κατηγορίες μη βασικών αγαθών έχει περιοριστεί, καθώς προτεραιότητα δίνεται στις βασικές ανάγκες του νοικοκυριού. Ιδιαίτερα στον τομέα των τροφίμων, η συμπεριφορά έχει αλλάξει αισθητά. Τα ελληνικά νοικοκυριά οργανώνουν περισσότερο τις αγορές τους, αποφεύγουν τις σπατάλες και επιλέγουν προϊόντα με βάση την τιμή αλλά και την ποσότητα. Οι αλυσίδες σούπερ μάρκετ καταγράφουν αυξημένη ζήτηση σε οικονομικότερες επιλογές, γεγονός που επιβεβαιώνει τη στροφή προς πιο «συντηρητικά» καταναλωτικά πρότυπα.

Σύμφωνα με έρευνα της Circana με τίτλο «Καταναλωτικές τάσεις στην Ελλάδα: Οικονομική πίεση, νέες συνήθειες, νέες ευκαιρίες», η οποία παρουσιάστηκε πρόσφατα σε εκδήλωση του Ινστιτούτου Πωλήσεων Ελλάδος, οι καταναλωτές βρίσκονται σε αβεβαιότητα, εμφανίζονται ιδιαίτερα προσεκτικοί στις δαπάνες τους και στρέφονται περισσότερο σε βασικά αγαθά και οικονομικότερες επιλογές. Αναλυτικότερα, μόλις 1 στους 5 καταναλωτές αισθάνεται οικονομικά ασφαλής, ενώ περίπου το 25% των νοικοκυριών δηλώνει ότι δυσκολεύεται να καλύψει τις μηνιαίες υποχρεώσεις του. Παράλληλα, μόνο οι μισοί εργαζόμενοι δηλώνουν ότι αισθάνονται ασφάλεια για τη δουλειά τους, στοιχείο που επηρεάζει άμεσα την καταναλωτική συμπεριφορά.

Η οικονομική πίεση οδηγεί σε πιο προσεκτικές αγοραστικές επιλογές. Σύμφωνα με την έρευνα, το 60% των καταναλωτών δηλώνει ότι αγοράζει προϊόντα κυρίως όταν βρίσκονται σε προσφορά, ενώ το 43% στρέφεται περισσότερο σε προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας ως οικονομικότερη λύση. Το 57% έχει περιορίσει τις αγορές μη αναγκαίων, το 52% συγκρίνει τιμές και αγοράζει συνήθως τη φθηνότερη μάρκα, το 29% αγοράζει μικρότερες ποσότητες ή λιγότερο συχνά, το 21% έχει σταματήσει την αγορά συγκεκριμένων προϊόντων και ένα 10% δηλώνει ότι αγοράζει περισσότερο κατεψυγμένα αντί για φρέσκα.

Παράλληλα, καταγράφεται σημαντική μεταβολή στις συνήθειες κατανάλωσης εκτός σπιτιού. Το 84% των καταναλωτών δηλώνει ότι έχει περιορίσει τη δαπάνη για φαγητό ή διασκέδαση εκτός σπιτιού, καθώς και για ρούχα, παπούτσια ή αξεσουάρ, ενώ η συχνότητα εξόδων διαμορφώνεται κατά μέσο όρο σε περίπου 5,9 ημέρες τον μήνα, καθώς η διασκέδαση παραμένει ανάγκη αλλά το κόστος την περιορίζει. Στις προτιμήσεις εξόδου, εστιατόρια και ταβέρνες έχουν το 60%, καφέ και μπαρ 50%, ταξίδια και εκδρομές 46%.

Ταυτόχρονα, παρά την πίεση, η έρευνα εντοπίζει ευκαιρίες για τις εταιρείες, όπως η ανάπτυξη private label, η έμφαση σε «value προϊόντα», οι προσφορές, οι προωθητικές ενέργειες και οι λύσεις που διευκολύνουν την κατανάλωση στο σπίτι. Δηλαδή, οι εταιρείες που προσαρμόζονται στη λογική «value for money» μπορούν να κερδίσουν μερίδιο αγοράς. Οι εξελίξεις αυτές διαμορφώνουν, σύμφωνα με την Circana, ένα νέο τοπίο στη λιανική αγορά, όπου η σχέση ποιότητας-τιμής, οι προωθητικές ενέργειες και οι οικονομικές επιλογές, αποκτούν ολοένα μεγαλύτερη σημασία για τους καταναλωτές.

Έκτακτα μέτρα για την αγορά καυσίμων και βασικών αγαθών

Η κρίση στη Μέση Ανατολή από την έναρξή της δημιούργησε ανησυχία για πιθανές ανατιμήσεις στην ενέργεια και σε βασικά αγαθά. Ωστόσο η ελληνική αγορά εμφανίζεται σήμερα πιο προετοιμασμένη σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια, ενώ η κυβέρνηση έχει ήδη ενεργοποιήσει παρεμβάσεις με στόχο να συγκρατηθούν οι τιμές και να περιοριστεί η επιβάρυνση για τα νοικοκυριά. Κεντρικό εργαλείο αποτελεί η επιβολή πλαφόν σε κρίσιμους τομείς, όπως η ενέργεια αλλά και βασικές κατηγορίες τροφίμων. Μέσω αυτών των μηχανισμών επιχειρείται να αποτραπεί η άμεση μεταφορά πιθανών αυξήσεων στο ράφι και στην «τσέπη» του καταναλωτή.

Στο πλαίσιο αυτό, με πράξη νομοθετικού περιεχομένου η κυβέρνηση έθεσε σε εφαρμογή έκτακτα μέτρα για την αγορά καυσίμων και βασικών αγαθών, με στόχο την αποτροπή φαινομένων αισχροκέρδειας εν μέσω διεθνών αναταράξεων. Σε δηλώσεις του, ο υπουργός Ανάπτυξης Τάκης Θεοδωρικάκος υπογράμμισε πρόσφατα ότι η διεθνής αβεβαιότητα επιβαρύνει την οικονομία και αυξάνει τις πιέσεις στην εφοδιαστική αλυσίδα, γεγονός που ενισχύει τις πληθωριστικές πιέσεις, ιδιαίτερα στα βασικά είδη. Όπως ανέφερε, το υπουργείο έχει ήδη εντείνει τους ελέγχους, πραγματοποιώντας περίπου 1.500 ελέγχους σε πρατήρια καυσίμων. Επίσης, στο πλαίσιο της πράξης νομοθετικού περιεχομένου επιβάλλεται πλαφόν στα περιθώρια κέρδους για βασικά είδη διαβίωσης και τρόφιμα. Σύμφωνα με τον υπουργό, από την έναρξη ισχύος του μέτρου κανένα προϊόν δεν θα μπορεί να πωλείται με μεγαλύτερο περιθώριο κέρδους από αυτό που ίσχυε το 2025. Το μέτρο θα ισχύσει έως τις 30 Ιουνίου, οπότε και θα αξιολογηθεί, εκ νέου, σε ποια προϊόντα θα συνεχιστεί.

Τα πρόστιμα για παραβάσεις φτάνουν έως τα 5 εκατομμύρια ευρώ και το μέτρο αφορά το χονδρεμπόριο, τα σούπερ μάρκετ, τη βιομηχανία και τις εταιρείες διακίνησης προϊόντων. «Είναι ένα αυστηρό μέτρο, αλλά οι συνθήκες το καθιστούν δίκαιο», ανέφερε ο κ. Θεοδωρικάκος, καλώντας την επιχειρηματικότητα να επιδείξει κοινωνική ευθύνη. «Το κέρδος είναι θεμιτό, η αισχροκέρδεια όχι», σημείωσε.

Με αφορμή τα νέα μέτρα της κυβέρνησης για την αντιμετώπιση πιθανών ανατιμήσεων λόγω των διεθνών εξελίξεων στη Μέση Ανατολή, η Ένωση Σούπερ Μάρκετ Ελλάδας (ΕΣΕ) εξέδωσε ανακοίνωση επιβεβαιώνοντας ότι τα μέλη της «βρίσκονται σταθερά στο πλευρό των ελληνικών νοικοκυριών, τόσο διαχρονικά όσο και σε έκτακτες περιόδους διεθνούς αβεβαιότητας, συγκρατώντας τις τιμές προς όφελος των Ελλήνων καταναλωτών».

Όπως αναφέρεται μεταξύ άλλων, «η εμπειρία των τελευταίων ετών και τα γρήγορα αντανακλαστικά του κλάδου σε περιόδους έντονων γεωπολιτικών κρίσεων και οικονομικών πιέσεων, δείχνουν πως ανεξάρτητα από την επιβολή οριζόντιων μέτρων από την Πολιτεία, τα σούπερ μάρκετ λειτουργούν καθημερινά με διαφάνεια, υπευθυνότητα, φροντίδα και σεβασμό απέναντι στους εκατομμύρια Έλληνες καταναλωτές που εξυπηρετούν σε κάθε μεριά της χώρας».

Η ΕΣΕ επικαλείται στοιχεία του ΙΕΛΚΑ, βάσει των οποίων ο μέσος όρος του πληθωρισμού στα σούπερ μάρκετ διαμορφώθηκε στο 1,29% το 2025, παρά την κατάργηση του πλαφόν στο περιθώριο μεικτού κέρδους τον Ιούλιο του ίδιου έτους. Το χαμηλό αυτό ποσοστό αποδεικνύει, σύμφωνα με την ΕΣΕ, πως «τόσο ο υγιής ανταγωνισμός, όσο και η ομαλή λειτουργία της αγοράς, συγκρατούν χαμηλά τις τιμές, με τα οφέλη να είναι άμεσα και απτά για τους πολίτες – καταναλωτές».