Στέφανος Μάνος και Κώστας Σημίτης: Πολιτικοί που έδωσαν προτεραιότητα στις ιδέες έναντι των αξιωμάτων
Του Αλέξανδρου Αλεξανδράκη – μέλους του Περιφερειακού Συμβουλίου Αττικής του ΠΑΣΟΚ-Κίνημα Αλλαγής
Η απώλεια του Στέφανου Μάνου σηματοδοτεί το τέλος μιας πολιτικής εποχής, η οποία, όσο απομακρύνεται, τόσο περισσότερο αναδεικνύει τη διαφοροποίησή της από τη σημερινή πραγματικότητα. Πριν από περίπου ενάμιση χρόνο, αποχαιρετήσαμε και τον Κώστα Σημίτη. Δύο πολιτικοί με διαφορετικές αφετηρίες. Ο ένας συνδεδεμένος με τον φιλελεύθερο χώρο, ο άλλος με τη μεταρρυθμιστική, ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία και το ΠΑΣΟΚ. Παρότι δεν υπήρχε απόλυτη ταύτιση σε όλα, ούτε είναι απαραίτητο να συμφωνούμε με όλες τις θέσεις και τις πράξεις τους.
Ωστόσο, υπήρχε ένα κοινό στοιχείο που τους συνέδεε και σήμερα μοιάζει να σπανίζει στην πολιτική ζωή: Κατείχαν ιδέες προτού καταλάβουν θέσεις εξουσίας και δεν πρόδιδαν τις ιδέες τους για να διατηρήσουν τις θέσεις αυτές.
Η Πολιτική ως Σύγκρουση και όχι ως Διαχείριση Δημοτικότητας
Ο Στέφανος Μάνος αποτελούσε ίσως μια από τις πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις πολιτικού της Μεταπολίτευσης, ο οποίος ήταν διατεθειμένος να υποστηρίξει θέσεις, γνωρίζοντας εκ των προτέρων ότι δεν ήταν δημοφιλείς. Είχε τολμήσει να μιλήσει για ένα μικρότερο και πιο αποτελεσματικό κράτος, για την αξιολόγηση, τις ιδιωτικοποιήσεις, τον ανταγωνισμό, τον περιορισμό της γραφειοκρατίας και τη δημοσιονομική υπευθυνότητα, σε εποχές που πολλές από αυτές τις έννοιες προκαλούσαν έντονες πολιτικές και κοινωνικές αντιδράσεις. Ανεξάρτητα από τη συμφωνία ή διαφωνία με την πολιτική του αντίληψη, ο Μάνος παρέμεινε πιστός σε αυτήν, ακόμη και όταν έπαψε να του αποφέρει εκλογικά οφέλη. Έφυγε από τη Νέα Δημοκρατία, ίδρυσε τους Φιλελεύθερους, συνεργάστηκε εκλογικά με το ΠΑΣΟΚ και συνέβαλε στη δημιουργία της Δράσης. Άλλαξε πολιτικές στέγες, αλλά ο πυρήνας των ιδεών του παρέμεινε εντυπωσιακά σταθερός. Αυτή ακριβώς είναι η ουσιαστική διαφορά μεταξύ της πολιτικής μετακίνησης και του πολιτικού καιροσκοπισμού. Η πορεία του Μάνου αποδεικνύει περίτρανα ότι αναζητούσε πολιτικό χώρο για τις ιδέες του, και όχι ιδέες που θα ταίριαζαν στον εκάστοτε πολιτικό χώρο ή μια «καρέκλα» για να δηλώνει απλώς βουλευτής ή υπουργός.
Από Διαφορετική Όχθη, ο Κώστας Σημίτης
Ο Κώστας Σημίτης προερχόταν από έναν εντελώς διαφορετικό πολιτικό κόσμο. Ήταν ιδρυτικό στέλεχος του ΠΑΣΟΚ, υπουργός του Ανδρέα Παπανδρέου και, στη συνέχεια, πρωθυπουργός και πρόεδρος του Κινήματος. Δεν ήταν φιλελεύθερος, όπως ο Μάνος. Ήταν σοσιαλδημοκράτης και βαθιά Ευρωπαϊστής. Παρόλα αυτά, οι δύο πολιτικές διαδρομές τους συναντήθηκαν σε κρίσιμα σημεία, όπως η πίστη στις μεταρρυθμίσεις, η ανάγκη για ένα αποτελεσματικό κράτος, και ο ευρωπαϊκός προσανατολισμός της Ελλάδας. Συμφώνησαν στην αντίληψη ότι η οικονομία δεν μπορεί να λειτουργεί διαρκώς με δανεικά, ελλείμματα και πελατειακές υποσχέσεις. Κυρίως, μοιράζονταν την πεποίθηση ότι η πολιτική ορισμένες φορές οφείλει να συγκρούεται με αυτό που είναι πρόσκαιρα δημοφιλές. Ο Σημίτης συνέδεσε ολόκληρη την πολιτική του παρουσία με τη λέξη εκσυγχρονισμός. Η Ελλάδα που εντάχθηκε στην ευρωπαϊκή σύγκλιση, που υιοθέτησε το ευρώ, που υλοποίησε μεγάλα έργα υποδομής, που προχώρησε σε θεσμικές αλλαγές και υιοθέτησε μια νέα αντίληψη για τη λειτουργία του κράτους, αποτέλεσε τον πυρήνα του πολιτικού του σχεδίου.
Απέναντι στον Λαϊκισμό
Ωστόσο, υπάρχει και ένα βαθύτερο κοινό χαρακτηριστικό: ούτε ο Μάνος ούτε ο Σημίτης πίστεψαν ότι κάθε οργανωμένη κοινωνική απαίτηση είναι αυτομάτως και κοινωνικά δίκαιη. Δεν θεωρούσαν ότι κάθε «κεκτημένο» δικαίωμα πρέπει να παραμένει ανέγγιχτο για πάντα. Και δεν θεώρησαν ότι η αποστολή ενός πολιτικού είναι να λέει σε κάθε κοινωνική ομάδα αυτό που επιθυμεί να ακούσει. Αυτή η στάση τους έφερε αντιμέτωπους με συντεχνίες, οργανωμένα συμφέροντα, κομματικούς μηχανισμούς, ακόμη και με το πολιτικό κόστος. Εδώ βρίσκεται ίσως μία από τις σημαντικότερες διαφορές με τη σημερινή πολιτική πραγματικότητα. Ζούμε στην εποχή των καθημερινών δημοσκοπήσεων, της σχολαστικής μέτρησης κάθε λέξης, της επικοινωνιακής διαχείρισης κάθε κρίσης, της πολιτικής που πολλές φορές αποφασίζει με βάση το τι θα γίνει «trend» την επόμενη μέρα. Ο Μάνος και ο Σημίτης προέρχονταν από μια διαφορετική σχολή σκέψης. Από την αντίληψη ότι ο πολιτικός δεν εκλέγεται μόνο για να ακολουθεί την κοινωνία. Εκλέγεται για να προτείνει, να εξηγεί, να πείθει και, όταν χρειάζεται, να συγκρούεται.
Χωρίς Αγιογραφίες
Τίποτα από τα παραπάνω δεν σημαίνει ότι μετά τον θάνατό τους πρέπει να τους παρουσιάζουμε ως αλάνθαστες πολιτικές προσωπικότητες. Δεν ήταν, ούτε οι πολιτικές τους ήταν υπεράνω κριτικής. Η διακυβέρνηση Σημίτη είχε επιτυχίες, αλλά και αποτυχίες, συμβιβασμούς και επιλογές που εξακολουθούν να προκαλούν συζητήσεις. Οι απόψεις του Μάνου για την οικονομία και το κράτος προκάλεσαν έντονες αντιδράσεις, και πολλοί εξακολουθούν να πιστεύουν ότι η εφαρμογή τους θα οδηγούσε σε μεγαλύτερες κοινωνικές ανισότητες. Η δημοκρατία, άλλωστε, δεν χρειάζεται αγιογραφίες, αλλά χρειάζεται να αναγνωρίζει, ακόμη και σε αυτούς με τους οποίους διαφωνεί, ένα θεμελιώδες χαρακτηριστικό: τη συνέπεια.
Αυτό που Χάνει η Πολιτική
Ίσως λοιπόν η απώλεια του Στέφανου Μάνου, τόσο σύντομα μετά την απώλεια του Κώστα Σημίτη, να μας υπενθυμίζει κάτι παραπάνω από δύο σημαντικές προσωπικότητες της Μεταπολίτευσης. Μας υπενθυμίζει έναν συγκεκριμένο τύπο πολιτικού: Εκείνον που δεν αισθανόταν υποχρεωμένος να συμφωνεί με όλους, που δεχόταν το ενδεχόμενο να χάσει μια μάχη, που μπορούσε να εκφράσει μια αντιδημοφιλή άποψη χωρίς να την ανακαλέσει την επόμενη μέρα λόγω κακών μετρήσεων, που θεωρούσε την εξουσία ως εργαλείο εφαρμογής μιας πολιτικής αντίληψης και όχι ως αυτοσκοπό. Και ίσως αυτό να αποτελεί ένα μάθημα ιδιαίτερα επίκαιρο για τον χώρο του προοδευτικού Κέντρου και της Κεντροαριστεράς. Η απάντηση στον λαϊκισμό δεν μπορεί να είναι ένας άλλος λαϊκισμός. Η απάντηση στη συντήρηση δεν μπορεί να είναι ο φόβος απέναντι σε κάθε αλλαγή. Μια σύγχρονη προοδευτική πολιτική οφείλει να μιλήσει ξανά για κοινωνική δικαιοσύνη και παραγωγή. Για ένα ισχυρό κοινωνικό κράτος και παράλληλα για αξιολόγηση. Για την προστασία των εργαζομένων και ταυτόχρονα για πραγματικό ανταγωνισμό. Για το δημόσιο συμφέρον, χωρίς όμως να ταυτίζει το δημόσιο συμφέρον με κάθε συντεχνιακή απαίτηση. Και, κυρίως, οφείλει να ανακτήσει το θάρρος να δηλώνει: «Αυτό πιστεύουμε. Αυτό προτείνουμε. Και γι’ αυτό είμαστε διατεθειμένοι να κριθούμε.»
Ο Στέφανος Μάνος και ο Κώστας Σημίτης δεν ήταν ίδιοι, ούτε ανήκαν στην ίδια παράταξη. Δεν ξεκίνησαν καν από την ίδια ιδεολογία. Δεν είχαν την ίδια αντίληψη για το κράτος και την οικονομία. Ωστόσο, συναντήθηκαν σε κάτι πολύ σημαντικότερο: στην πεποίθηση ότι η πολιτική πρέπει να καθοδηγείται από ιδέες και όχι από την αγωνία της διατήρησης της εξουσίας. Σε μια εποχή όπου η πολιτική συχνά αλλάζει ιδέες για να μη χάσει ψήφους, ίσως αυτή να είναι τελικά η πιο επίκαιρη παρακαταθήκη τους. Διότι οι «καρέκλες» κάποτε αδειάζουν, αλλά οι ιδέες, όταν έχουν πραγματικά υπηρετηθεί, παραμένουν.
