Πώς η Ελλάδα θωρακίζει την οικονομία της απέναντι στις επιπτώσεις του πολέμου: Στρατηγικές και Προκλήσεις
Την αποτελεσματικότερη αξιοποίηση των κονδυλίων του Ταμείου Ανάκαμψης και άλλων διαθέσιμων πόρων και όχι απλά την απορρόφησή τους, παράλληλα με την αύξηση της παραγωγικότητας εργασίας, θεωρεί ως αναγκαιότητα, μελέτη της Eurobank, προκειμένου η οικονομία να θωρακιστεί απέναντι στη νέα κρίση που προκαλεί ο πόλεμος στη Μ. Ανατολή. Η μελέτη φέρνει στην επιφάνεια την τακτική διαχείρισης
Για να ενισχυθεί η ανθεκτικότητα της ελληνικής οικονομίας έναντι στις νέες κρίσεις που αναδύονται από τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή, είναι απαραίτητη η αποτελεσματικότερη αξιοποίηση των κονδυλίων του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (ΤΑΑ) και άλλων διαθέσιμων πόρων, πέραν της απλής απορρόφησής τους. Παράλληλα, κρίνεται αναγκαία η αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας, όπως επισημαίνεται σε μελέτη της Eurobank.
Η εν λόγω μελέτη αναδεικνύει την τακτική διαχείρισης των πόρων του ΤΑΑ, υποδεικνύοντας ότι σε πολλές περιπτώσεις, υπό την πίεση της μη απορρόφησης των κονδυλίων, δεσμεύονται πόροι για τη χρηματοδότηση έργων χαμηλότερης προτεραιότητας (όπως η αναστήλωση καμπαναριών) αντί να κατευθύνονται σε παραγωγικές επενδύσεις.
Οι άμυνες της οικονομίας απέναντι στις συνέπειες του πολέμου
Σύμφωνα με τη μελέτη της Eurobank, η σύρραξη στην ευρύτερη περιοχή ενέχει τον κίνδυνο στασιμοπληθωριστικών επιδράσεων, εφόσον επεκταθεί χωρικά και χρονικά. Το ΤΑΑ, λειτουργώντας ως αντικυκλικό εργαλείο, προσφέρει μια ανάσα σταθερότητας απέναντι στην αβεβαιότητα του εξωτερικού περιβάλλοντος. Ως εκ τούτου, η επιτάχυνση των δράσεων για τη μεγιστοποίηση της απορρόφησης του ΤΑΑ θα στηρίξει την εγχώρια ζήτηση κατά το τρέχον έτος.
Ωστόσο, σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα, η ανάπτυξη τα επόμενα χρόνια δεν μπορεί να βασίζεται αποκλειστικά στην αύξηση της απασχόλησης, όπως έχει συμβεί μέχρι σήμερα. Απαιτείται ταχύτερη άνοδος της παραγωγικότητας. Συνεπώς, το βασικό ζητούμενο είναι η αποτελεσματικότερη κατανομή των διαθέσιμων πόρων, και όχι απλώς η απορρόφησή τους. Επιπλέον, είναι σημαντική η προσέλκυση περισσότερων και ποιοτικότερων ιδιωτικών επενδύσεων μέσω διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων στο επενδυτικό περιβάλλον. Ο απώτερος στόχος είναι ο αναπροσανατολισμός του παραγωγικού μας υποδείγματος, ώστε να ενσωματώνεται περισσότερη γνώση και καινοτομία στο προϊόντικό μείγμα.
Αξιολογώντας πρόσφατα στοιχεία για την επίδοση του ΑΕΠ (πρόβλεψη +2,1% για το 2025) και την αγορά εργασίας, η μελέτη καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η ελληνική οικονομία παραμένει σε τροχιά ανάκαμψης. Ωστόσο, οι χρόνιες διαρθρωτικές αδυναμίες της εξακολουθούν να χρειάζονται περαιτέρω βελτίωση. Οι συνεχείς διεθνείς αναταραχές καθιστούν επιτακτική την ανάγκη για εγρήγορση στους τομείς της αποτελεσματικής χρήσης των κονδυλίων του ΤΑΑ, των μεταρρυθμίσεων και της δημοσιονομικής πειθαρχίας, προκειμένου να ενισχυθεί η ανθεκτικότητα της οικονομίας στο νέο, αβέβαιο διεθνές περιβάλλον.
Η αύξηση του ΑΕΠ κατά 2,1% το 2025 διατηρεί την ανάπτυξη στην Ελλάδα στα ίδια επίπεδα με τα έτη 2024 και 2023, υπεραποδίδοντας έναντι της Ευρωζώνης. Από πλευράς ζήτησης, η μεγέθυνση της ελληνικής οικονομίας το 2025 βασίστηκε στην αύξηση των επενδύσεων παγίων, της ιδιωτικής κατανάλωσης και των εξαγωγών αγαθών. Από πλευράς προσφοράς, η ανάπτυξη ενισχύθηκε από την παραγωγή στους κλάδους της βιομηχανίας, των κατασκευών και των χρηματοπιστωτικών και επαγγελματικών υπηρεσιών.
Πίσω από την προμνημονιακή εποχή
Ενδιαφέρουσα είναι η επισήμανση της μελέτης ότι η ελληνική οικονομία έχει ανακτήσει το 48,7% των απωλειών της κρίσης χρέους (σε όρους πραγματικού ΑΕΠ) και απαιτείται ενίσχυση της παραγωγικότητας για τη διατήρηση της τρέχουσας αναπτυξιακής δυναμικής. Τα τελευταία τρία χρόνια, η ελληνική οικονομία παρουσιάζει ικανοποιητικούς ρυθμούς μεγέθυνσης. Ωστόσο, το πραγματικό ΑΕΠ υπολείπεται κατά 13,9% σε σύγκριση με την κορυφή του 2008 (μετά την πτώση κατά 27,0% το 2013, στον πυθμένα της κρίσης χρέους). Επομένως, η ελληνική οικονομία έχει ανακτήσει το 48,7% του χαμένου πραγματικού ΑΕΠ της πενταετίας 2009-2013.
Ανάλυση του πραγματικού ρυθμού μεγέθυνσης στις συνιστώσες της παραγωγικότητας της εργασίας, του ποσοστού απασχόλησης, του ποσοστού συμμετοχής και του πληθυσμού, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η απόκλιση του πραγματικού ΑΕΠ στην Ελλάδα σε σχέση με τα προ κρίσης χρέους επίπεδα οφείλεται κατά 59,4% στην αντίστοιχη απόκλιση της παραγωγικότητας της εργασίας, κατά 31,5% στον πληθυσμό, κατά 8,1% στο ποσοστό απασχόλησης και κατά 1,0% στο ποσοστό συμμετοχής του πληθυσμού στο εργατικό δυναμικό.
Συνεπώς, η ενίσχυση της παραγωγικότητας της εργασίας αναδεικνύεται σε εξαιρετικά σημαντικό παράγοντα για τη διατήρηση της τρέχουσας αναπτυξιακής δυναμικής της ελληνικής οικονομίας και στα επόμενα χρόνια.
