Όταν οι «παροχές» απευθύνονται στην κοινωνία και η «αναπτυξιακή πολιτική» σε λίγους
Του Αλέξανδρου Αλεξανδράκη, μέλους Περιφερειακού Συμβουλίου Αττικής ΠΑΣΟΚ-Κίνημα Αλλαγής
Η δημόσια συζήτηση στην Ελλάδα έχει αποκτήσει μια ιδιότυπη τάση. Όταν μια πρόταση αφορά την κοινωνική πολιτική, τους νέους ανθρώπους, τις δημόσιες συγκοινωνίες ή την ανακούφιση της καθημερινότητας, αμέσως εμφανίζονται οι γνωστοί «ειδικοί» για να μιλήσουν για «δωρεάν παροχές», «παροχολογία» και «δημοσιονομικό εκτροχιασμό».
Αντίθετα, όταν πρόκειται για μεγάλες επιχειρηματικές δραστηριότητες, ειδικές ρυθμίσεις, αναδιαρθρώσεις, εξαιρέσεις, επιδοτήσεις ή χρηματοδοτικά εργαλεία που καταλήγουν δυσανάλογα σε λίγους και ισχυρούς οικονομικούς παράγοντες, τότε η ίδια λογική εξαφανίζεται. Σε αυτές τις περιπτώσεις, μιλάμε για «επενδυτικό περιβάλλον», «αναπτυξιακή στρατηγική», «μεταρρυθμίσεις» και «κίνητρα».
Είναι προκλητικό όταν οι εκπρόσωποι των «δωρεάν παροχών για τους λίγους» μιλούν για «τζάμπα».
Η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας έχει υπερασπιστεί μια στρατηγική συγκέντρωσης πόρων, υποστηρίζοντας ότι έτσι παράγεται ανάπτυξη που τελικά διαχέεται στην κοινωνία. Ωστόσο, το ερώτημα είναι απλό: όντως διαχύθηκε;
Το Ταμείο Ανάκαμψης παρουσιάστηκε ως μια ιστορική ευκαιρία για παραγωγική ανασυγκρότηση. Στην πραγματικότητα, μεγάλο μέρος της δημόσιας συζήτησης επικεντρώθηκε στο αν η πρόσβαση στα χρηματοδοτικά εργαλεία ευνόησε κυρίως μεγάλους ομίλους και επιχειρήσεις με ήδη ισχυρή τραπεζική πρόσβαση, αφήνοντας εκτός σημαντικό τμήμα μικρομεσαίων επιχειρήσεων.
Αντίστοιχα, τα τελευταία χρόνια είδαμε επανειλημμένα νομοθετικές πρωτοβουλίες και ρυθμίσεις που προκάλεσαν πολιτικές αντιδράσεις, επειδή θεωρήθηκαν υπερβολικά ευνοϊκές για συγκεκριμένα επιχειρηματικά συμφέροντα, από εξυγιαντικά σχέδια και αναδιαρθρώσεις μέχρι ειδικά καθεστώτα διαχείρισης υποχρεώσεων.
Φυσικά, δεν είναι παράνομο για ένα κράτος να στηρίζει επενδύσεις. Δεν είναι παράνομο να προσφέρει κίνητρα. Ωστόσο, είναι ένα βαθιά πολιτικό ζήτημα το ποιος πληρώνει, ποιος ωφελείται και ποιος τελικά μένει πίσω.
Και εδώ εμφανίζεται η αντίφαση. Όταν το ΠΑΣΟΚ προτείνει μια στοχευμένη κοινωνική παρέμβαση — όπως η δωρεάν μετακίνηση για νέους έως 24 ετών στα μέσα μαζικής μεταφοράς, η πρώτη αντίδραση είναι: «πόσο κοστίζει;». Και, φυσικά, θα τεθούν ερωτήματα για την επιβολή νέων φόρων.
Αυτές είναι σωστές ερωτήσεις. Όμως, πρέπει να τίθενται για όλους. Διότι, όταν αναφερόμαστε σε νέους που εργάζονται με 800 ευρώ, σε φοιτητές που πληρώνουν ενοίκια, σε οικογένειες που υπολογίζουν το κόστος μετακίνησης κάθε μήνα, ξαφνικά κάθε εκατομμύριο φαίνεται υπερβολικό.
Όταν, όμως, μιλάμε για φορολογικά κίνητρα, ειδικά χρηματοδοτικά εργαλεία, ρυθμίσεις και κρατική στήριξη προς ισχυρούς οικονομικούς φορείς, τότε το κόστος μετατρέπεται σε «επένδυση».
Η πολιτική δεν κρίνεται από το αν δαπανάται χρήμα. Κρίνεται από το για ποιον δαπανάται. Διότι, τελικά, η πραγματική συζήτηση δεν είναι αν υπάρχει «τζάμπα». Η πραγματική συζήτηση είναι ποιοι έχουν πρόσβαση σε αυτό.
Και αν μια κοινωνία θεωρεί υπερβολή τη δωρεάν μετακίνηση των νέων, αλλά φυσιολογική τη δημιουργία συνεχώς νέων εργαλείων διευκόλυνσης για τους ήδη ισχυρούς, τότε το πρόβλημα δεν είναι δημοσιονομικό, αλλά βαθιά πολιτικό.
