12/06/2026

Ρόδος: Νέα Σύλληψη και Απελευθέρωση του 44χρονου που Εμπλέκεται στο Θανατηφόρο Τροχαίο με Μητέρα και Κόρη

Νέο κεφάλαιο προστέθηκε στη δικαστική διαδρομή της υπόθεσης του θανατηφόρου τροχαίου της 17ης Μαΐου 2026 επί της Εθνικής Οδού Ρόδου Λίνδου, με τον 44χρονο ημεδαπό που κατηγορείται για τη μοιραία σύγκρουση να συλλαμβάνεται για φερόμενη παραβίαση των περιοριστικών όρων και να οδηγείται χθες ενώπιον της Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Ρόδου. Η Εισαγγελέας, αφού εξέτασε τα στοιχεία της

Ρόδος: Νέα Σύλληψη και Απελευθέρωση του 44χρονου που Εμπλέκεται στο Θανατηφόρο Τροχαίο με Μητέρα και Κόρη

Ένα νέο επεισόδιο προστέθηκε στην πολύπλοκη δικαστική πορεία της υπόθεσης του θανατηφόρου τροχαίου που συνέβη στις 17 Μαΐου 2026 στην Εθνική Οδό Ρόδου-Λίνδου. Ο 44χρονος ημεδαπός, ο οποίος κατηγορείται για τη μοιραία σύγκρουση, συνελήφθη εκ νέου χθες, κατηγορούμενος για φερόμενη παραβίαση των περιοριστικών όρων που του είχαν επιβληθεί, και οδηγήθηκε ενώπιον της Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Ρόδου.

Μετά την εξέταση των στοιχείων της νέας δικογραφίας, η Εισαγγελέας όρισε ρητή δικάσιμο για τις 25 Σεπτεμβρίου 2026 και διέταξε την προσωρινή του ελευθέρωση.

Η σημερινή εξέλιξη έρχεται να προστεθεί σε μια ήδη επιβαρυμένη δικαστική εικόνα, καθώς εκκρεμεί εναντίον του και μια δεύτερη υπόθεση με δικάσιμο την 3η Ιουλίου 2026 ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρόδου. Παράλληλα, η κύρια ανάκριση για το ίδιο το τροχαίο δυστύχημα εξακολουθεί να βρίσκεται σε εξέλιξη.

Η σύλληψη του 44χρονου πραγματοποιήθηκε προχθές το απόγευμα, κατόπιν εντολής της Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Ρόδου. Αστυνομικοί εντόπισαν τον κατηγορούμενο στην επιχείρησή του, στοιχείο που, σύμφωνα με πληροφορίες, ενίσχυσε την εκτίμηση ότι ο ίδιος εξακολουθούσε να ασχολείται με μηχανοκίνητα οχήματα, παρά την ρητή απαγόρευση που του είχε επιβληθεί.

Η άμεση κινητοποίηση των Αρχών προκλήθηκε από καταγγελία που υποβλήθηκε στην Εισαγγελέα, σύμφωνα με την οποία ο 44χρονος φέρεται να παραβίαζε τον έκτο περιοριστικό όρο. Συγκεκριμένα, υποστηρίζεται ότι απασχολούνταν καθημερινά στην επιχείρησή του, επαναλαμβάνοντας την ενασχόλησή του με μηχανοκίνητα μέσα, ενώ προέκυψε και ο ισχυρισμός ότι συνέχιζε να οδηγεί, παρότι κάτι τέτοιο του είχε απαγορευτεί.

Από την πλευρά του κατηγορουμένου, ο οποίος εκπροσωπείται από τους δικηγόρους Στέλιο Κιουρτζή, Δήμο Μουτάφη και Μανώλη Ζέζιο, προβάλλεται κατηγορηματική άρνηση των καταγγελλομένων. Σύμφωνα με τους ίδιους και τους συνηγόρους του, υπάρχει βιντεοληπτικό υλικό από το κύκλωμα εσωτερικής μαγνητοσκόπησης της επιχείρησης, το οποίο, όπως ισχυρίζονται, αποδεικνύει ότι ο 44χρονος παρακολουθεί τον προσωπικό του υπολογιστή και δεν εργάζεται ούτε ασχολείται με τα οχήματα, τα οποία περιποιούνται αποκλειστικά οι υπάλληλοι. Αυτό το υλικό αναμένεται να αποτελέσει κεντρικό αποδεικτικό στοιχείο της υπεράσπισης κατά τη δικάσιμο του Σεπτεμβρίου.

Ρόδος: Οι 6 Περιοριστικοί Όροι και ο Επίμαχος Έκτος

Για να κατανοηθεί η βαρύτητα της νέας υπόθεσης, είναι απαραίτητο να ανατρέξουμε στη διάταξη που εκδόθηκε στις 20 Μαΐου 2026 από τον Δεύτερο Τακτικό Ανακριτή Πλημμελειοδικών Ρόδου, μετά την απολογία του 44χρονου για τον θάνατο των δύο γυναικών, μιας μητέρας 56 ετών και της 26χρονης κόρης της.

Στο κείμενο της διάταξης αναφέρεται ρητά ότι από το μέχρι τότε συλλεγέν αποδεικτικό υλικό προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής για το αδίκημα της επικίνδυνης οδήγησης που προκάλεσε θάνατο σε άλλους. Ο ίδιος αρνήθηκε πλήρως τις βαρύτατες κατηγορίες της επικίνδυνης οδήγησης που προκάλεσε θάνατο και της ανθρωποκτονίας εξ αμελείας κατά συρροή.

Με τη συγκεκριμένη διάταξη, ο κατηγορούμενος αφέθηκε ελεύθερος υπό 6 αυστηρούς περιοριστικούς όρους, με ισχύ μέχρι την οριστική εκδίκαση της υπόθεσης:

  • Απαγόρευση εξόδου από τη χώρα.
  • Υποχρέωση αυτοπρόσωπης εμφάνισης την πρώτη και τη δέκατη έκτη ημέρα εκάστου ημερολογιακού μήνα στο Αστυνομικό Τμήμα του τόπου κατοικίας του.
  • Καταβολή χρηματικής εγγύησης ύψους 50.000 ευρώ, με καταληκτική ημερομηνία την 27 Μαΐου 2026 και ώρα 12:00.
  • Αφαίρεση της άδειας οδήγησης κάθε μηχανοκίνητου μέσου.
  • Απαγόρευση οδήγησης.
  • Απαγόρευση ενασχόλησης καθ’ οιονδήποτε τρόπο με μηχανοκίνητα μέσα.

Ο τελευταίος αυτός όρος, ο έκτος, είναι αυτός που φέρεται να παραβιάστηκε και βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο της δικασίμου της 25ης Σεπτεμβρίου 2026.

Ρόδος: Η Δεύτερη Δικογραφία και η Δικάσιμος της 3ης Ιουλίου 2026

Η χθεσινή εξέλιξη δεν αποτελεί την μοναδική δικαστική εκκρεμότητα που βαραίνει τον 44χρονο. Εις βάρος του έχει ήδη σχηματιστεί δεύτερη δικογραφία, η οποία προέκυψε λίγες μόλις ώρες μετά την αποφυλάκισή του και αφορά καταγγελίες για απόπειρα προσέγγισης του ζημιογόνου οχήματος.

Η Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Ρόδου σχημάτισε κατηγορητήριο και όρισε δικάσιμο για τις 3 Ιουλίου 2026 ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρόδου, με τη σχετική κλήση να έχει ήδη επιδοθεί στον κατηγορούμενο. Η ταχύτητα με την οποία ολοκληρώθηκε ο εισαγγελικός χειρισμός θεωρείται ασυνήθιστη για αντίστοιχες υποθέσεις, καθώς το συγκεκριμένο σκέλος οδηγείται στο ακροατήριο σε περίοδο διακοπών, ενώ η κύρια υπόθεση για το δυστύχημα παραμένει σε στάδιο διερεύνησης.

Σύμφωνα με την καταγγελία, το απόγευμα της 20ής Μαΐου 2026, περί ώρα 19:00 και λίγες ώρες μετά την αποχώρησή του από το Δικαστικό Μέγαρο, ο κατηγορούμενος φέρεται να επικοινώνησε τηλεφωνικά με οδηγό εταιρείας οδικής βοήθειας, στη μάντρα της οποίας φυλάσσεται προσωρινά το ζημιογόνο όχημα, εν αναμονή της δικαστικής πραγματογνωμοσύνης για τη διακρίβωση των αιτίων του τροχαίου.

Το αίτημα που φέρεται να του απηύθυνε ήταν, κατά την καταγγελία, σαφές: να γίνουν ενέργειες που θα κατέστρεφαν στοιχεία περιεχόμενα στον ηλεκτρονικό εγκέφαλο του οχήματος, από τον οποίο μπορεί να αντληθεί η ταχύτητα κίνησης τα δευτερόλεπτα πριν από τη σύγκρουση. Ο οδηγός, κατά την ίδια καταγγελία, αρνήθηκε.

Στη συνέχεια, ο κατηγορούμενος φέρεται να επιχείρησε να προσεγγίσει και δεύτερο οδηγό της ίδιας εταιρείας, αυτή τη φορά μέσω τρίτου προσώπου. Η προσέγγιση ήταν διαφορετική, καθώς προβλήθηκε ο ισχυρισμός ότι υπήρχε επιθυμία να δουν από κοντά το όχημα προκειμένου να τραβηχτούν φωτογραφίες. Η καταγγελία θεωρεί την αιτιολογία αυτή πρόσχημα, με πραγματικό στόχο την πρόσβαση στο κατασχεθέν όχημα.

Καθοριστικό ρόλο στη δρομολόγηση της δεύτερης δικογραφίας διαδραμάτισε η αίτηση που κατέθεσαν στις 22 Μαΐου 2026 στην Τροχαία οι συνήγοροι της οικογένειας των θυμάτων, κ.κ. Δημήτρης Βερβέρης και Τηλέμαχος Καμπούρης. Με την αίτησή τους ζήτησαν την άμεση εξέταση των δύο οδηγών που φέρονται να δέχθηκαν τα σχετικά αιτήματα, ώστε οι καταθέσεις τους να αποτυπωθούν επισήμως, επικαλούμενοι σοβαρό κίνδυνο παραβίασης και αλλοίωσης αποδεικτικών στοιχείων, με ειδική αναφορά στον ηλεκτρονικό εγκέφαλο του οχήματος.

Οι κ.κ. Βερβέρης και Καμπούρης επισήμαναν παράλληλα ότι η φερόμενη συμπεριφορά του κατηγορουμένου συνιστά αφ’ εαυτής παραβίαση του έκτου περιοριστικού όρου, ο οποίος απαγορεύει ρητά κάθε ενασχόληση με μηχανοκίνητα μέσα. Στο πλευρό της οικογένειας βρίσκεται και η κ. Κυριακούλα Δημητραδιού. Οι μάρτυρες κατέθεσαν στη συνέχεια ενόρκως και ακολούθησε η παραγγελία για τον σχηματισμό της δεύτερης δικογραφίας, στην οποία ο 44χρονος εμφανίστηκε πλέον με την ιδιότητα του καταγγελλομένου.

Η Εκδοχή του Κατηγορουμένου και ο Φόβος της Ανάφλεξης

Στις εξηγήσεις που έδωσε ενώπιον της Τροχαίας για το σκέλος αυτό, ο 44χρονος αρνήθηκε πλήρως τα όσα του αποδίδονται, παρουσιάζοντας μια δική του ανάγνωση των γεγονότων που, αν γίνει δεκτή, ανατρέπει τον πυρήνα της καταγγελίας. Δεν αρνήθηκε ότι επιδίωξε επικοινωνία γύρω από το ζημιογόνο όχημα, επιχείρησε όμως να δώσει διαφορετικό περιεχόμενο και κίνητρο στις ενέργειές του.

Όπως υποστήριξε, σκοπός του δεν ήταν ποτέ να αφαιρέσει το καταγραφικό του αυτοκινήτου, ούτε να εξαφανίσει ή να αλλοιώσει τα στοιχεία που αυτό φέρει, αλλά αντιθέτως να διασφαλίσει ότι δεν θα καταστραφεί. Κεντρικό σημείο της επιχειρηματολογίας του αποτελεί ο ισχυρισμός ότι το όχημα βρισκόταν σε κίνδυνο ανάφλεξης.

Ο κατηγορούμενος διατείνεται ότι λάμβανε στο κινητό του τηλέφωνο διαδοχικές ειδοποιήσεις από την εφαρμογή ελέγχου του αυτοκινήτου, οι οποίες, κατά τα λεγόμενά του, περιείχαν προειδοποιήσεις για την κατάσταση του οχήματος μετά τη σφοδρή σύγκρουση. Με βάση τις ενδείξεις αυτές, υποστηρίζει ότι ανησύχησε πως το όχημα μπορούσε να πάρει φωτιά εκεί όπου φυλασσόταν, με ορατό το ενδεχόμενο να καταστραφεί μαζί του και ο ηλεκτρονικός εγκέφαλος που κρατά τα κρίσιμα δεδομένα.

Ο 44χρονος επέμεινε ιδιαίτερα στο περιεχόμενο της συνομιλίας του με τον οδηγό της επιχείρησης που έχει στην ευθύνη της το όχημα. Υποστήριξε ότι ουδέποτε ζήτησε να του παραδοθεί ο εγκέφαλος του αυτοκινήτου και ότι σε καμία περίπτωση δεν ζήτησε την καταστροφή του. Αντίθετα, όπως καταθέτει, το αίτημά του ήταν να εναποτεθεί ο εγκέφαλος σε άλλο σημείο εντός του ίδιου χώρου, μακριά από το επικίνδυνο όχημα, ώστε να μην υποστεί ζημιά σε περίπτωση που επιβεβαιωνόταν ο κίνδυνος ανάφλεξης.

Πηγή: dimokratiki.gr