Τσάφος: Τεράστιες οι προοπτικές της ελληνικής μεταλλευτικής βιομηχανίας
Την βούληση της κυβέρνησης για την περαιτέρω ανάπτυξη της ελληνικής μεταλλευτικής και εξορυκτικής βιομηχανίας, μέσω της αναμόρφωσης του θεσμικού πλαισίου και της επιτάχυνσης των διαδικασιών αδειοδότησης και παραχώρησης, εξέφρασε ο υφυπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Νίκος Τσάφος, μιλώντας στην τακτική γενική συνέλευση του Συνδέσμου Μεταλλευτικών Επιχειρήσεων (ΣΜΕ). Ο κ. Τσάφος υπογράμμισε ότι η Ελλάδα διαθέτει μακρά
Την βούληση της κυβέρνησης για την περαιτέρω ανάπτυξη της ελληνικής μεταλλευτικής και εξορυκτικής βιομηχανίας, μέσω της αναμόρφωσης του θεσμικού πλαισίου και της επιτάχυνσης των διαδικασιών αδειοδότησης και παραχώρησης, εξέφρασε ο υφυπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Νίκος Τσάφος, μιλώντας στην τακτική γενική συνέλευση του Συνδέσμου Μεταλλευτικών Επιχειρήσεων (ΣΜΕ). Ο κ. Τσάφος υπογράμμισε ότι η Ελλάδα διαθέτει μακρά μεταλλευτική παράδοση και σημαντικές αναπτυξιακές δυνατότητες, επισημαίνοντας ότι βρίσκονται σε εξέλιξη εμβληματικές πρωτοβουλίες που αφορούν κρίσιμες πρώτες ύλες, όπως το γάλλιο, αλλά και η αξιοποίηση μεταλλουργικών καταλοίπων. Όπως ανέφερε, η Ευρωπαϊκή Ένωση αναγνωρίζει τον ρόλο που μπορεί να διαδραματίσει η χώρα μας στην προσπάθεια ενίσχυσης της ευρωπαϊκής αυτάρκειας σε στρατηγικές πρώτες ύλες. Ο υφυπουργός χαρακτήρισε απαραίτητη την ανανέωση και απλοποίηση του μεταλλευτικού κώδικα, σημειώνοντας ότι ο ΣΜΕ αποτελεί βασικό συνομιλητή της πολιτείας στη συγκεκριμένη διαδικασία. Παράλληλα, τόνισε ότι η ανάπτυξη του κλάδου προϋποθέτει κοινωνική συναίνεση και εμπιστοσύνη ότι η αξιοποίηση των ορυκτών πόρων πραγματοποιείται με σεβασμό στο περιβάλλον. «Οι προοπτικές του κλάδου είναι τεράστιες και είμαστε εδώ για να τον στηρίξουμε», ανέφερε χαρακτηριστικά. ΣΜΕ: Παράθυρο ευκαιρίας για την ελληνική εξορυκτική βιομηχανία Αισιόδοξος για τις προοπτικές της ελληνικής εξορυκτικής βιομηχανίας δήλωσε ο πρόεδρος του ΣΜΕ, Κωνσταντίνος Γιαζιτζόγλου, μιλώντας στην συνέλευση, τονίζοντας ότι μετά από δεκαετίες κατά τις οποίες ο κλάδος βρισκόταν στο περιθώριο της δημόσιας συζήτησης, η Ευρώπη και συνολικά η Δύση αναγνωρίζουν πλέον τη στρατηγική σημασία των ορυκτών πρώτων υλών για την οικονομία, την ενεργειακή μετάβαση και τη γεωπολιτική σταθερότητα. Όπως ανέφερε, οι κρίσιμες και στρατηγικές πρώτες ύλες έχουν βρεθεί στο επίκεντρο του ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος, χωρίς ωστόσο να έχουν ακόμη αρθεί τα εμπόδια που οδήγησαν στη σταδιακή συρρίκνωση της εξορυκτικής δραστηριότητας στην Ευρώπη τις τελευταίες δεκαετίες. Η αβεβαιότητα που επικράτησε το τελευταίο διάστημα στις διεθνείς εφοδιαστικές αλυσίδες κατέδειξε, σύμφωνα με τον ίδιο, ότι η εξάρτηση από τρίτες χώρες σε στρατηγικούς τομείς δεν αποτελεί βιώσιμη επιλογή και ανέδειξε την ανάγκη ενίσχυσης της ευρωπαϊκής παραγωγικής βάσης. Αναφερόμενος στην εικόνα της ελληνικής εξορυκτικής βιομηχανίας, σημείωσε ότι η πορεία των επιμέρους κλάδων είναι διαφοροποιημένη. Η παραγωγή λιγνίτη συνεχίζει να υποχωρεί ως αποτέλεσμα των επιλογών της ενεργειακής μετάβασης, ενώ η υπόθεση της ΛΑΡΚΟ παραμένει ανοιχτή, παρά τις πρόσφατες πρωτοβουλίες για την αναζήτηση νέας λύσης αξιοποίησης. Αντίθετα, τα δομικά υλικά ωφελούνται από τη συνεχιζόμενη ανάπτυξη της οικοδομικής δραστηριότητας, τα βιομηχανικά ορυκτά διατηρούν τη θετική τους πορεία, ενώ ο μεταλλευτικός τομέας καταγράφει ιδιαίτερα ισχυρές επιδόσεις και προοπτικές. Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στις μεγάλες επενδύσεις που βρίσκονται σε εξέλιξη, επισημαίνοντας ότι η επένδυση της Ελληνικός Χρυσός προχωρά προς την ολοκλήρωσή της, ενώ η METLEN δρομολογεί την παραγωγή γαλλίου. Όπως τόνισε, μέχρι το τέλος του 2026 η Ελλάδα αναμένεται να παράγει δύο ακόμη κρίσιμες πρώτες ύλες, τον χαλκό και το γάλλιο, ενισχύοντας ουσιαστικά τη συμβολή της χώρας στη στρατηγική της Ευρωπαϊκής Ένωσης για μείωση της εξάρτησης από τρίτες χώρες. Ο πρόεδρος του ΣΜΕ στάθηκε επίσης στην ανάγκη να υπάρξει μια πιο ισορροπημένη συζήτηση γύρω από το περιβαλλοντικό αποτύπωμα της εξορυκτικής δραστηριότητας, υπογραμμίζοντας ότι η εξόρυξη στην Ευρώπη πραγματοποιείται με αυστηρούς περιβαλλοντικούς κανόνες και σύγχρονες τεχνολογίες. Όπως σημείωσε, εφόσον η κοινωνία χρειάζεται ορυκτές πρώτες ύλες για την ανάπτυξη και την πράσινη μετάβαση, η παραγωγή τους εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποτελεί τη λύση με το μικρότερο περιβαλλοντικό κόστος. Κλείνοντας, ο κ. Γιαζιτζόγλου υπογράμμισε ότι οι πρόσφατες γεωπολιτικές εξελίξεις και οι νέες πιέσεις στις αγορές ενέργειας καθιστούν ακόμη πιο επιτακτική την ανάγκη ενίσχυσης της αυτάρκειας σε κρίσιμες πρώτες ύλες. Στο πλαίσιο αυτό, ζήτησε την επιτάχυνση των θεσμικών παρεμβάσεων που αφορούν τον κλάδο, εκφράζοντας τη στήριξη του ΣΜΕ στην αναθεώρηση του μεταλλευτικού πλαισίου, στη θέσπιση σαφών χωροταξικών κανόνων και στη διαμόρφωση μιας σύγχρονης εθνικής πολιτικής για τις ορυκτές πρώτες ύλες, η οποία θα δίνει σταθερότητα και προοπτική στις επενδύσεις. Θεοδωρόπουλος: Η Ευρώπη οφείλει να ενισχύσει την παραγωγική της βάση και τη στρατηγική της αυτονομία Την ανάγκη η Ευρώπη να επαναπροσδιορίσει τη βιομηχανική της στρατηγική, να ενισχύσει την παραγωγικότητά της και να επιταχύνει τις πρωτοβουλίες για την αξιοποίηση των κρίσιμων πρώτων υλών ανέδειξε η συζήτηση που πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο της γενικής συνέλευσης, με τη συμμετοχή του προέδρου του ΣΕΒ, Σπύρου Θεοδωρόπουλου και του προέδρου του ΣΜΕ, Κωνσταντίνου Γιαζιτζόγλου. Απαντώντας σε ερώτηση του προέδρου του ΣΜΕ για τον βαθμό ανησυχίας που προκαλεί η εξάρτηση της Ευρώπης από τρίτες χώρες στις πρώτες ύλες, με δεδομένο ότι περίπου τα δύο τρίτα ορισμένων κρίσιμων υλικών ελέγχονται από την Κίνα, ο κ. Θεοδωρόπουλος υποστήριξε ότι η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με τις συνέπειες επιλογών που οδήγησαν σε αποδυνάμωση της βιομηχανικής της βάσης. «Βάλαμε στόχο να σώσουμε μόνοι μας τον πλανήτη, αποβιομηχανοποιήσαμε την ήπειρο και θεωρήσαμε ότι μπορούμε να εισάγουμε τα πάντα, μετατρεπόμενοι σε μια οικονομία υπηρεσιών», ανέφερε χαρακτηριστικά. Όπως σημείωσε, η πραγματικότητα διέψευσε αυτή τη στρατηγική, αρχικά με την ενεργειακή κρίση που ακολούθησε τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία και στη συνέχεια με τις γεωπολιτικές εντάσεις στη Μέση Ανατολή, που επιβάρυναν περαιτέρω το ενεργειακό κόστος για τη βιομηχανία. Ο πρόεδρος του ΣΕΒ απέδωσε μέρος του προβλήματος στη γραφειοκρατία των Βρυξελλών και στις δυσκολίες λήψης αποφάσεων σε μια Ένωση «28 διαφορετικών απόψεων», εκφράζοντας παράλληλα τον φόβο ότι η Ευρώπη κινδυνεύει να βρεθεί στη σκιά του ανταγωνισμού μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας. «Είμαστε σε καλύτερη θέση από ό,τι πριν από τρία χρόνια, αλλά εξακολουθούμε να κινούμαστε αργά», παρατήρησε. Στο ζήτημα των επενδύσεων, ο κ. Θεοδωρόπουλος υποστήριξε ότι μόλις το 6% των μεγάλων επενδύσεων παγκοσμίως προέρχεται σήμερα από την Ευρώπη, υπογραμμίζοντας ότι η συζήτηση πρέπει να μετατοπιστεί από τον όρο «ανταγωνιστικότητα» στον όρο «παραγωγικότητα». Όπως είπε, οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις καλούνται να λειτουργήσουν σε ένα περιβάλλον αυξημένων πιέσεων και υψηλού κόστους, γεγονός που καθιστά αναγκαία τη βελτίωση της παραγωγικότητας. Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στο ενεργειακό κόστος, σημειώνοντας ότι η Ευρώπη συνεχίζει να αντιμετωπίζει υψηλότερες τιμές ενέργειας σε σχέση με τις ΗΠΑ και την Κίνα. Κατά την άποψή του, η ΕΕ θα έπρεπε να δώσει μεγαλύτερη ευελιξία στα κράτη-μέλη, καθώς επιχειρεί να εφαρμόσει ενιαίους κανόνες σε αγορές με διαφορετικά χαρακτηριστικά και διαφορετικό επίπεδο υποδομών. Αναφερόμενος στη λειτουργία της ευρωπαϊκής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας και στις συζητήσεις γύρω από το target model, υπογράμμισε ότι η ολοκλήρωση της ενιαίας αγοράς προϋποθέτει ισχυρές διασυνδέσεις. Όπως εξήγησε, η έλλειψη επαρκών δικτύων έχει ως αποτέλεσμα περιφερειακές ανισορροπίες και μεταφορά πιέσεων στις τιμές ηλεκτρισμού μεταξύ επιμέρους αγορών. Σημαντικό μέρος της συζήτησης αφιερώθηκε και στο νέο χωροταξικό πλαίσιο για τη βιομηχανία, τις εξορύξεις και τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Ο πρόεδρος του ΣΕΒ σημείωσε ότι επί περισσότερο από δύο χρόνια υπήρξε συστηματική συνεργασία με το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας, εκφράζοντας την εκτίμηση ότι έχει επιτευχθεί μια ισορροπημένη προσέγγιση, παρότι εξακολουθούν να υπάρχουν εκκρεμότητες που, όπως είπε, το υπουργείο έχει δεσμευθεί να αντιμετωπίσει. Παράλληλα, τόνισε ότι η βιομηχανία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει περιορισμούς που δεν ισχύουν σε άλλες δραστηριότητες, καθώς σε πολλές περιπτώσεις μπορεί να εγκατασταθεί μόνο σε περιοχές όπου αυτό προβλέπεται ρητά από τον σχεδιασμό. Ο κ. Θεοδωρόπουλος υποστήριξε ακόμη ότι η ελληνική βιομηχανία δεν έχει αναδείξει επαρκώς τη συμβολή της στην οικονομία και την κοινωνία. Όπως ανέφερε, ο κλάδος δημιουργεί υψηλότερα εισοδήματα και καλύτερα αμειβόμενες θέσεις εργασίας, ενώ συχνά αντιμετωπίζεται με επιφυλακτικότητα από την κοινή γνώμη. «Πρέπει να πείσουμε την κοινωνία για τη σημασία της παραγωγής και της βιομηχανίας», τόνισε. Στο ίδιο πλαίσιο, επισήμανε ότι η ανάπτυξη της εξορυκτικής δραστηριότητας και η αξιοποίηση των ορυκτών πόρων συνδέονται πλέον άμεσα με τη στρατηγική αυτονομία της Ευρώπης. Αναφέρθηκε στις δυνατότητες που διαθέτει η Ελλάδα σε κρίσιμες πρώτες ύλες, όπως το γάλλιο και οι σπάνιες γαίες, καλώντας τον κλάδο να διεκδικήσει ενεργό ρόλο στη νέα ευρωπαϊκή πραγματικότητα.
