30/03/2026

Αναβίωση του Φόβου για Πετρελαϊκή Κρίση: Πώς οι Εξελίξεις στη Μέση Ανατολή Θυμίζουν τα ’70s

Οι δραματικές εξελίξεις στη Μέση Ανατολή ανακαλούν μνήμες από τις πετρελαϊκές κρίσεις του 1973 και του 1979, όταν οι αραβικές χώρες-μέλη του OPEC είχαν μειώσει την παραγωγή πετρελαίου, με αποτέλεσμα οι τιμές των καυσίμων να εκτοξευθούν σε δυσθεώρητα ύψη. Πολλές δυτικές χώρες είχαν αναγκαστεί να λάβουν μέτρα λιτότητας, περιορίζοντας ακόμη και την κίνηση στους αυτοκινητόδρομους.

Αναβίωση του Φόβου για Πετρελαϊκή Κρίση: Πώς οι Εξελίξεις στη Μέση Ανατολή Θυμίζουν τα ’70s

Οι πρόσφατες δραματικές εξελίξεις στη Μέση Ανατολή αναβιώνουν μνήμες από τις πετρελαϊκές κρίσεις του 1973 και του 1979. Τότε, οι αραβικές χώρες-μέλη του OPEC είχαν μειώσει την παραγωγή πετρελαίου, προκαλώντας εκτοξεύσεις στις τιμές των καυσίμων σε δυσθεώρητα επίπεδα. Πολλές δυτικές χώρες αναγκάστηκαν να εφαρμόσουν μέτρα λιτότητας, φτάνοντας ακόμη και στον περιορισμό της κυκλοφορίας στους αυτοκινητόδρομους.

«Βρισκόμαστε μπροστά στη μεγαλύτερη απειλή για την ενεργειακή ασφάλεια στην ιστορία της ανθρωπότητας», προειδοποιεί ο Φατίχ Μπιρόλ, πρόεδρος του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας (ΙΕΑ). Σύμφωνα με τον ίδιο, οι αρνητικές συνέπειες του πολέμου στο Ιράν ήδη ξεπερνούν τις επιπτώσεις των κρίσεων του 1973 και του 1979. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι «σήμερα η μείωση της παραγωγής φθάνει τα 11 εκατομμύρια βαρέλια την ημέρα», ενώ τότε οι ελλείψεις υπολογίζονταν σε περίπου πέντε εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως.

Οι προβλέψεις για το φυσικό αέριο είναι εξίσου απαισιόδοξες. Το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ έχει ήδη πλήξει την προσφορά στην παγκόσμια αγορά πετρελαίου κατά 8%, επισημαίνει στην Deutsche Welle ο Κλάους Γιόυργκεν Γκερν, αναλυτής στο Ινστιτούτο Διεθνούς Οικονομίας του Κιέλου. Συνεπώς, το σημερινό σοκ εκτιμάται ως εντονότερο από το 1973, όταν η προσφορά μειώθηκε κατά 5%. Παρόμοια κατάσταση επικράτησε και το 1979.

Η βασική διαφορά, ωστόσο, εντοπίζεται στην άνοδο των τιμών. «Από το 1973 ως το 1974 η τιμή του πετρελαίου τετραπλασιάστηκε, ενώ το 1979 τριπλασιάστηκε εκ νέου», αναφέρει ο Γερμανός οικονομολόγος. Παρόλο που το (αραβικό) εμπάργκο πετρελαίου έληξε στις αρχές του 1974 και η συνολική παραγωγή αυξήθηκε, οι χώρες-μέλη του OPEC διατήρησαν τις τιμές σε υψηλά επίπεδα έως το τέλος της δεκαετίας, με σημαντικές επιπτώσεις στη διεθνή οικονομία.

Σήμερα, η κατάσταση παρουσιάζει διαφορές. «Τιμές πάνω από 100 δολάρια το βαρέλι έχουμε ξαναδεί», αναφέρει ο Γιούργκεν Γκερν, παραπέμποντας σε περιόδους όπως η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, καθώς και τα έτη 2007, 2008 ή 2011. «Συνεπώς, δεν βιώνουμε κάτι πρωτοφανές.» Μία ακόμη σημαντική διαφορά, κατά τον Γερμανό αναλυτή, είναι ότι οι σημερινές ελλείψεις αποδίδονται αποκλειστικά σε μείωση της προσφοράς λόγω του κλεισίματος των Στενών του Ορμούζ και όχι σε καταστροφή πετρελαϊκών εγκαταστάσεων. Αυτό γεννά την ελπίδα ότι αμέσως μετά τον τερματισμό του πολέμου, οι τιμές θα επιστρέψουν γρήγορα σε ομαλά επίπεδα. Στο ίδιο πνεύμα, οι αναλυτές της Deutsche Bank Research επισημαίνουν ότι «οι αγορές εξακολουθούν να μην προεξοφλούν ένα πιο ισχυρό πετρελαϊκό σοκ».

Ανησυχία για τις Ενεργειακές Υποδομές

Ωστόσο, οι ιρανικές επιθέσεις έχουν ήδη προκαλέσει ζημιές, έστω και περιορισμένης έκτασης. Ο Γιούργκεν Γκερν κάνει λόγο για 40 επιθέσεις σε εννέα διαφορετικές χώρες, οι οποίες προκάλεσαν βλάβες σε πετρελαϊκές εγκαταστάσεις. Υπολογίζεται ότι σε ορισμένες περιπτώσεις η αποκατάστασή τους θα απαιτήσει «τουλάχιστον έξι μήνες, ίσως και περισσότερο», όπως επισημαίνει ο επικεφαλής της ΙΕΑ στους Financial Times.

Ένα θετικό στοιχείο είναι η μεγαλύτερη διαφοροποίηση στην αγορά σήμερα σε σύγκριση με το 1973. Τότε, οι πετρελαιοπαραγωγές χώρες του OPEC εκπροσωπούσαν πάνω από το 50% της συνολικής παραγωγής αργού πετρελαίου, ενώ σήμερα το μερίδιό τους έχει μειωθεί στο 36%. Παράλληλα, οι ΗΠΑ έχουν αυξήσει σημαντικά την παραγωγή τους σε σχέση με τη δεκαετία του ’70.

Βοηθούν τα Στρατηγικά Αποθέματα

Βεβαίως, έχει αυξηθεί και η παγκόσμια ζήτηση, η οποία με τη σειρά της ανεβάζει την προσφορά. Ενώ το 1973 η προσφορά δεν ξεπερνούσε τα 60 εκατομμύρια βαρέλια την ημέρα, το 2022 αυξήθηκε στα 94 εκατ. βαρέλια. Για να μην διαταραχθεί η προσφορά, πολλές χώρες έχουν εξασφαλίσει στρατηγικά αποθέματα πετρελαίου, τα οποία έφτασαν τα 8,3 δισεκατομμύρια βαρέλια τον Φεβρουάριο του 2021, σύμφωνα με τον ΙΕΑ. Με αυτόν τον τρόπο, αλλά και με τη χαλάρωση των αμερικανικών κυρώσεων στο ρωσικό και στο ιρανικό (!) πετρέλαιο, αντισταθμίζονται εν μέρει οι απώλειες.

Σύμφωνα με την Commerzbank Research, τα στρατηγικά αποθέματα είναι η αιτία που αποτρέπουν επί του παρόντος ένα ακόμη μεγαλύτερο «άλμα» στις τιμές του πετρελαίου. «Αν συνυπολογίσουμε τα αποθέματα του ΟΟΣΑ, οι απώλειες παραγωγής στα Στενά του Ορμούζ θα μπορούν να αντισταθμίζονται για περίπου εννέα μήνες», λέει στην Deutsche Welle ο Κάρστεν Φριτς, αναλυτής της Commerzbank. Σημαντικά στρατηγικά αποθέματα διαθέτει πλέον και η Κίνα.

Το πρόβλημα, ωστόσο, παραμένει η χρονική διάρκεια αυτού του πολέμου. Ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ ισχυρίζεται ότι έχουν αρχίσει «εποικοδομητικές διαπραγματεύσεις» με την Τεχεράνη, κάτι που η τελευταία, ωστόσο, διαψεύδει.

Ακόμη και αν η σύγκριση με τη δεκαετία του ’70 δεν είναι απόλυτα ακριβής, ο οικονομολόγος Γιούργκεν Γκερν εκτιμά ότι «δύο πράγματα θα συμβούν: βραχυπρόθεσμα ο πληθωρισμός θα αυξηθεί και η βιομηχανική παραγωγή θα μειωθεί.»

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ