03/04/2026

Χρέη προς την Εφορία: Συνεχής Αύξηση και Πρωτοφανή «Φέσια» – Αναλυτικά Στοιχεία της ΑΑΔΕ

Σταθερά σε ανοδική τροχιά βρίσκονται τα χρέη των φορολογούμενων στην Εφορία. Όπως δείχνουν τα στοιχεία της  ΑΑΔΕ, που επεξεργάστηκε το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή (ΓΠΚΒ), συνολικά 3.764.592 φυσικά και νομικά πρόσωπα δημιούργησαν μέσα σε 1 χρόνο  νέες ληξιπρόθεσμες οφειλές ύψους 3,67 δισ. ευρώ. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα τα συνολικά χρέη (παλαιά και νέα)

Χρέη προς την Εφορία: Συνεχής Αύξηση και Πρωτοφανή «Φέσια» – Αναλυτικά Στοιχεία της ΑΑΔΕ

Ανοδική τροχιά συνεχίζουν να ακολουθούν οι οφειλές των φορολογούμενων προς την Εφορία, όπως προκύπτει από τα συγκεντρωτικά στοιχεία της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ), τα οποία επεξεργάστηκε το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή (ΓΠΚΒ).

Σύμφωνα με τα στοιχεία, ο αριθμός των φυσικών και νομικών προσώπων που δημιούργησαν νέες ληξιπρόθεσμες οφειλές ύψους 3,67 δισ. ευρώ μέσα σε ένα έτος ανέρχεται σε 3.764.592. Αυτή η εξέλιξη ωθεί το συνολικό ύψος των χρεών (παλαιών και νέων) στα 114,2 δισ. ευρώ έως το τέλος Ιανουαρίου 2026, επιτείνοντας το πρόβλημα των απλήρωτων φόρων.

Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η συνεχής αύξηση των οφειλών που θεωρούνται ανεπίδεκτες είσπραξης για το Δημόσιο. Συγκεκριμένα, 35,06 δισ. ευρώ, που αντιστοιχούν στο 30,69% του συνολικού ποσού, έχουν χαρακτηριστεί ως μη εισπράξιμα. Η εντυπωσιακή αυτή αύξηση οφείλεται κυρίως σε ένα χρέος ύψους 5,51 δισ. ευρώ, που αφορά πρόστιμα Κ.Β.Σ. (από έναν μόνο οφειλέτη) και χαρακτηρίστηκε τον Νοέμβριο του 2025 ως ανεπίδεκτο είσπραξης.

Ποιοτική Διάρθρωση του Χρέους

Η τριμηνιαία Έκθεση του ΓΠΚΒ εξετάζει την ποιοτική διάρθρωση του πραγματικού ληξιπρόθεσμου υπολοίπου και διαπιστώνει τα εξής:

  • Το 66,32% του πραγματικού ληξιπρόθεσμου χρέους, που ανέρχεται σε 79,14 δισ. ευρώ, προέρχεται από φορολογικές οφειλές (52,52 δισ. ευρώ).
  • Το υπόλοιπο προέρχεται από άλλες κατηγορίες οφειλής με χαμηλότερο ποσοστό είσπραξης:
    • Πρόστιμα (φορολογικά και μη φορολογικά): 22,22% του πραγματικού ληξιπρόθεσμου υπολοίπου, δηλαδή 17,59 δισ. ευρώ.
    • Μη φορολογικές οφειλές (δάνεια, δικαστικά έξοδα, καταλογισμοί κ.λπ.): 11,46% του πραγματικού ληξιπρόθεσμου υπολοίπου, δηλαδή 9,07 δισ. ευρώ.
  • Το 89,92% των εισπράξεων προέρχεται από μόλις 27,39 δισ. ευρώ (34,60% του πραγματικού ληξιπρόθεσμου υπολοίπου), εφόσον εξαιρεθούν οφειλές αφερέγγυων οφειλετών και οφειλές με δόσεις που λήγουν μετά την τελευταία δεκαετία.
  • Από το πραγματικό ληξιπρόθεσμο υπόλοιπο των 52,52 δισ. ευρώ, το 47,21% αφορά τον ΦΠΑ, με οφειλές που αγγίζουν τα 24,79 δισ. ευρώ.
  • Ακολουθεί ο φόρος εισοδήματος με ποσοστό 42,31%.
  • Οι φόροι στην περιουσία καταγράφουν χαμηλό ποσοστό 5,29%, περιλαμβάνοντας οφειλές ύψους 2,78 δισ. ευρώ.

Οι Οφειλέτες: Αριθμοί και Σύνθεση

Στο τέλος Ιανουαρίου 2026, ο συνολικός αριθμός των οφειλετών (φυσικών και νομικών προσώπων) μειώθηκε κατά 76.777 σε σχέση με τον Ιανουάριο του 2025, διαμορφώνοντας τον αριθμό σε 3.764.592.

Η μείωση αυτή προέρχεται κατά κύριο λόγο από τις κατηγορίες χαμηλής οφειλής (έως 3.000 ευρώ), όπου ο αριθμός των οφειλετών μειώθηκε κατά 110.019.

Σύμφωνα με το ΓΠΚΒ, η ετήσια αυτή μείωση ενδέχεται να συσχετίζεται με την αύξηση των δόσεων του ΕΝΦΙΑ σε 12.

Ενώ ο αριθμός των οφειλετών μειώνεται στις χαμηλότερες κατηγορίες οφειλής (έως 3.000 ευρώ), συνοδευόμενος από μείωση του συνολικού ληξιπρόθεσμου υπολοίπου κατά 37,3 εκατ. ευρώ ετησίως, αναπτύσσεται στις υψηλότερες κατηγορίες. Η μεγαλύτερη αύξηση εντοπίζεται σε οφειλές άνω του 1,5 εκατ. ευρώ, με αύξηση 1,85 δισ. ευρώ.

Η κατανομή των οφειλετών και του υπολοίπου αποκαλύπτει:

  • Σχεδόν το σύνολο των οφειλών (96,48%) προέρχεται από την κατηγορία άνω των 10.000 ευρώ.
  • Στο εύρος οφειλής άνω του 1 εκατ. ευρώ συγκεντρώνεται το 75,53% του συνολικού ληξιπρόθεσμου υπολοίπου, με μόλις το 0,27% των οφειλετών.
  • Αντιστρόφως, το 89,16% των οφειλετών συγκεντρώνεται σε οφειλές έως 10.000 ευρώ, με το συνολικό τους ληξιπρόθεσμο υπόλοιπο να αγγίζει μόλις το 3,52% των συνολικών οφειλών.

Συμμετοχή Φυσικών και Νομικών Προσώπων

Η συμμετοχή φυσικών και νομικών προσώπων στη διαμόρφωση του συνολικού ληξιπρόθεσμου υπολοίπου παρουσιάζει σημαντικές διαφορές:

  • Οι οφειλές των φυσικών προσώπων αποτελούν το 38,07% του συνόλου, φτάνοντας τα 43,48 δισ. ευρώ.
  • Οι οφειλές των νομικών προσώπων διαμορφώνονται στα 70,75 δισ. ευρώ, ποσοστό 61,93% του συνόλου.

Αναλύοντας τις οφειλές ανά εύρος:

  • Στις χαμηλές κατηγορίες οφειλών, το σύνολο σχεδόν του ληξιπρόθεσμου υπολοίπου προέρχεται από φυσικά πρόσωπα. Ενδεικτικά, το 97,96% των οφειλών κάτω των 50 ευρώ και το 88% των οφειλών κάτω των 10.000 ευρώ αφορά φυσικά πρόσωπα.
  • Το πλήθος των φυσικών προσώπων που οφείλουν λιγότερα από 50 ευρώ αντιστοιχεί στο 95,16% των οφειλετών αυτής της κατηγορίας. Για οφειλές μικρότερες των 10.000 ευρώ, ο αριθμός των φυσικών προσώπων ήταν 2.991.195, αποτελώντας το 89,11% του συνόλου στο συγκεκριμένο εύρος.
  • Αντιθέτως, όσο αυξάνεται το ύψος των οφειλών, ενισχύεται ο ρόλος των νομικών προσώπων. Στην κατηγορία οφειλών άνω του 1 εκατ. ευρώ, τα νομικά πρόσωπα συμμετέχουν κατά 70,15%, με το ληξιπρόθεσμο υπόλοιπό τους να φτάνει τα 60,52 δισ. ευρώ. Το πλήθος των νομικών προσώπων που οφείλουν πάνω από 1 εκατ. ευρώ ήταν 6.461, αποτελώντας το 62,56% του συνόλου των οφειλετών σε αυτό το εύρος.

Ρυθμίσεις Οφειλών: Μικρά Ποσοστά

Μόλις το 6,65% του πραγματικού ληξιπρόθεσμου υπολοίπου, δηλαδή 5,26 δισ. ευρώ, βρίσκεται αυτή τη στιγμή σε ρύθμιση.

Το υψηλότερο ποσοστό των συνολικών ρυθμισμένων οφειλών (18,01%) παρατηρείται στο εύρος 10.000 έως 100.000 ευρώ, με το ποσοστό των ρυθμισμένων οφειλών εντός αυτού του εύρους να αγγίζει το 19,23% για ποσά από 20.001 έως 50.000 ευρώ.

Ωστόσο, τα ποσοστά διαφέρουν μεταξύ φυσικών και νομικών προσώπων:

  • Τα φυσικά πρόσωπα παρουσιάζουν υψηλότερο ποσοστό ρύθμισης (19,22%) για ποσά από 2.000 έως 3.000 ευρώ.
  • Τα νομικά πρόσωπα ρυθμίζουν σε υψηλότερο ποσοστό (26,03%) οφειλές στο εύρος από 10.000 έως 100.000 ευρώ, με το ποσοστό να φτάνει το 27,72% στην κατηγορία 20.001 έως 50.000 ευρώ.

Χαμηλά ποσοστά ρύθμισης παρατηρούνται τόσο σε πολύ χαμηλά ποσά οφειλής (ιδιαίτερα κάτω των 500 ευρώ), όσο και σε πολύ υψηλά ποσά (άνω των 50.000 ευρώ για φυσικά πρόσωπα και άνω των 300.000 ευρώ για νομικά πρόσωπα).