Ο Καναδάς εγκαινιάζει κρατικό επενδυτικό fund για την ενίσχυση της οικονομίας & την εδραίωση της θέσης του ως ισχυρότερη οικονομία της G7
Φιλοδοξώντας να καταστήσει τον Καναδά την ισχυρότερη οικονομία των G7, η φιλελεύθερη κυβέρνηση του Μαρκ Κάρνεϊ (φωτο) αποφασίζει να χρησιμοποιήσει κρατικό χρήμα για να τονώσει τις επενδύσεις και την ανάπτυξη. Ο πρωθυπουργός Μαρκ Κάρνεϊ ανακοίνωσε την ίδρυση κρατικού fund που θα επενδύει σε υποδομές και θα χρηματοδοτεί μεγάλα αναπτυξιακά projects. Το επενδυτικό ταμείο ξεκινά με
Με στόχο να αναδείξει τον Καναδά ως την ισχυρότερη οικονομία μεταξύ των χωρών της G7, η φιλελεύθερη κυβέρνηση, υπό την ηγεσία του πρωθυπουργού Μαρκ Κάρνεϊ (φωτο), προχωρά στη δημιουργία ενός κρατικού επενδυτικού fund. Σκοπός του είναι η άντληση κεφαλαίων για την τόνωση των επενδύσεων και την προώθηση της οικονομικής ανάπτυξης της χώρας.
Ο πρωθυπουργός Μαρκ Κάρνεϊ ανακοίνωσε επίσημα την ίδρυση αυτού του κρατικού fund, το οποίο θα επικεντρωθεί στην επένδυση σε έργα υποδομών και στη χρηματοδότηση σημαντικών αναπτυξιακών εγχειρημάτων. Το νέο επενδυτικό ταμείο ξεκινά τη λειτουργία του με μια αρχική “προίκα” ύψους 25 δισεκατομμυρίων καναδικών δολαρίων (ισοδύναμο με 18,4 δισεκατομμύρια δολάρια ΗΠΑ) από κρατικά κεφάλαια. Επιπλέον, αναμένεται να αντλήσει σημαντική ρευστότητα μέσω της έκδοσης ομολόγων.
Ο κ. Κάρνεϊ διαβεβαίωσε ότι το fund θα λειτουργήσει ως ένα αποδοτικό επενδυτικό σχήμα. Πέρα από την ουσιαστική του συμβολή στην οικονομική ανάπτυξη, αναμένεται να αποφέρει μακροχρόνια κέρδη στο Δημόσιο, στην εθνική οικονομία, καθώς και στους συμμετέχοντες επενδυτές.
Η δημιουργία αυτού του επενδυτικού ταμείου αποτελεί ένα πρωτοποριακό βήμα για τον Καναδά, καθώς είναι το πρώτο του είδους στην ιστορία της χώρας. Εντάσσεται στη συνολική στρατηγική του Κάρνεϊ για την ανάδειξη του Καναδά ως την «ισχυρότερη οικονομία της G7». Η πρωτοβουλία αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε μια περίοδο όπου ο Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, Ντόναλντ Τραμπ, έχει επιβάλει αυξημένους δασμούς σε κρίσιμες καναδικές εξαγωγές.
Σύμφωνα με τις δηλώσεις του Κάρνεϊ, το “Canada Strong Fund” θα συνεργαστεί στενά με τον ιδιωτικό τομέα. Ο στόχος είναι η συντονισμένη χρηματοδότηση 15 εμβληματικών έργων υποδομών, αξιοποιώντας τη δομή του Major Projects Office, ενός γραφείου που συστάθηκε τον περασμένο Αύγουστο.
«Με την πάροδο του χρόνου, το ταμείο θα παρουσιάζει αύξηση της αξίας του μέσω της ανακύκλωσης περιουσιακών στοιχείων και της επανεπένδυσης των κερδών, δημιουργώντας ακόμη μεγαλύτερες ευκαιρίες για τις επόμενες γενιές», δήλωσε ο Κάρνεϊ. Πρόσθεσε, δε, ότι οι Καναδοί πολίτες θα έχουν τη δυνατότητα να επενδύουν στο fund μέσω ενός «επενδυτικού προϊόντος λιανικής».
«Πολλές χώρες με πλούσιους φυσικούς πόρους, όπως η Νορβηγία, διαθέτουν παρόμοια κρατικά επενδυτικά ταμεία. Για τον Καναδά, αυτό αποτελεί μια νέα προσέγγιση», τόνισε ο πρωθυπουργός.
Σημειώνεται ότι στον Καναδά, η αρμοδιότητα ελέγχου των φυσικών πόρων ανήκει στις τοπικές κυβερνήσεις και όχι στην ομοσπονδιακή. Η επαρχία της Αλμπέρτα, για παράδειγμα, ίδρυσε το Heritage Savings Trust Fund ήδη από το 1976, με σκοπό τη διαχείριση του πλούτου που προέρχεται από τα πετρελαϊκά της αποθέματα, τα οποία συγκαταλέγονται στα τρίτα μεγαλύτερα παγκοσμίως.
Η ανακοίνωση του Κάρνεϊ πραγματοποιήθηκε μία ημέρα πριν από την παρουσίαση της εαρινής οικονομικής έκθεσης, ενός μίνι προϋπολογισμού που θα καταθέσει στο κοινοβούλιο ο υπουργός Οικονομικών, Φρανσουά-Φιλίπ Σαμπάν.
Το δημοσιονομικό έλλειμμα του Καναδά παρουσίασε σημαντική αύξηση, φτάνοντας τα 78 δισεκατομμύρια καναδικά δολάρια το 2025, από 42 δισεκατομμύρια το προηγούμενο έτος. Η αύξηση αυτή αποδίδεται εν μέρει στις ιστορικά υψηλές αμυντικές δαπάνες, ως αντίδραση στις απειλές που προέρχονται από την πολιτική του προέδρου Τραμπ. Ωστόσο, προβλέπεται ότι το έλλειμμα θα υποχωρήσει στα 57 δισεκατομμύρια δολάρια έως την περίοδο 2029-2030. Ο Κάρνεϊ δήλωσε ότι αναμένονται «καλά νέα» σχετικά με το έλλειμμα στην επικείμενη εαρινή οικονομική δήλωση.
Επιπλέον, εκτιμάται ότι η χώρα έχει επωφεληθεί από την αλματώδη άνοδο των τιμών του πετρελαίου, γεγονός που συνδέεται με τις γεωπολιτικές εξελίξεις, όπως ο πόλεμος μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν.
