Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων: Τα Εμπόδια που Καθυστερούν την Υλοποίηση της Κορυφαίας Προτεραιότητας της ΕΕ
Η Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων (SIU), μαζί με την περαιτέρω εμβάθυνση της ενιαίας αγοράς, συγκαταλέγεται στις βασικές προτεραιότητες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως επισημαίνει διαρκώς ο Υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και πρόεδρος του Eurogroup, Κυριάκος Πιερρακάκης. Η προσπάθεια ενοποίησης των ευρωπαϊκών κεφαλαιαγορών, που αποτελεί τον πυρήνα της δημιουργίας της SIU, ξεκίνησε τον Μάιο του 2015
Η Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων (SIU), μαζί με την περαιτέρω εμβάθυνση της ενιαίας αγοράς, αποτελούν αδιαμφισβήτητα κορυφαίες προτεραιότητες για την Ευρωπαϊκή Ένωση, όπως τονίζει συστηματικά ο Υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και πρόεδρος του Eurogroup, Κυριάκος Πιερρακάκης. Η προσπάθεια ενοποίησης των ευρωπαϊκών κεφαλαιαγορών, η οποία συνιστά τον πυρήνα της δημιουργίας της SIU, ξεκίνησε επίσημα τον Μάιο του 2015 με σχετική ανακοίνωση του Ecofin. Λίγους μήνες αργότερα, τον Νοέμβριο του ίδιου έτους, το Ecofin υποδέχθηκε με ικανοποίηση το αρχικό σχέδιο και την πρώτη σειρά μέτρων που κατέθεσε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προς αυτή την κατεύθυνση. Όπως αναφέρεται από το ΑΠΕ, πέντε χρόνια μετά, τον Ιούλιο του 2020, η Επιτροπή Υψηλού Επιπέδου, υπό την προεδρία του Τόμας Βίζερ, παρουσίασε ένα νέο σχέδιο δράσης με στόχο την άρση των σημαντικότερων εμποδίων στις διασυνοριακές χρηματοοικονομικές επενδύσεις στην ΕΕ. Τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους, η Σύνοδος Κορυφής της ΕΕ ζήτησε την επίσπευση της υλοποίησης του σχεδίου, δίνοντας έμφαση στα μέτρα που θα κινητοποιήσουν ιδιωτικά κεφάλαια.
Έξι χρόνια μετά το σχέδιο Βίζερ και έντεκα χρόνια από το πρώτο σχέδιο, η πρόοδος που σημειώθηκε κρίνεται περιορισμένη. Οι μέχρι τώρα αποφάσεις αφορούν κυρίως στη θέσπιση νέων ενιαίων κανόνων για τα ενημερωτικά δελτία επιχειρήσεων που εκδίδουν μετοχές ή ομόλογα, για τα επιχειρηματικά κεφάλαια, τα γραφεία συμψηφισμού, την πρόσβαση σε συνταξιοδοτικά προϊόντα και τη μείωση των διοικητικών εμποδίων για την εισαγωγή εταιρειών στα χρηματιστήρια. Ωστόσο, οι ρυθμοί υλοποίησης παραμένουν σχετικά αργοί, όπως συχνά συμβαίνει στην ΕΕ. Ενδεικτικό παράδειγμα αποτελεί η εξαγγελία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής τον Απρίλιο του 2021 για τη δημιουργία μιας πλατφόρμας με στοιχεία για όλες τις ευρωπαϊκές εταιρείες, με σκοπό να διευκολύνει τους επενδυτές στη σύγκριση και τη λήψη αποφάσεων. Δύο χρόνια αργότερα, τον Μάιο του 2023, επιτεύχθηκε προσωρινή συμφωνία στο Ecofin για το «Ευρωπαϊκό Ενιαίο Σημείο Πρόσβασης», με την πλήρη υλοποίησή του να αναμένεται για το καλοκαίρι του 2027. Ως εκ τούτου, απομένει ακόμη πολύς δρόμος για να επιτευχθεί το επιθυμητό επίπεδο ενοποίησης των κεφαλαιαγορών και της SIU.
Στόχος είναι οι υψηλές αποταμιεύσεις των Ευρωπαίων πολιτών να διοχετεύονται στη χρηματοδότηση επιχειρήσεων της ΕΕ, συμβάλλοντας έτσι στην οικονομική της ανάπτυξη, η οποία δέχεται σημαντική πίεση από τον ανταγωνισμό των ΗΠΑ και της Κίνας. Η απόσταση από αυτόν τον στόχο είναι σήμερα σημαντική, καθώς οι Ευρωπαίοι επενδύουν κατά κύριο λόγο σε αμερικανικές επιχειρήσεις. Σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), το 34% των μετοχών που κατέχουν τα ευρωπαϊκά νοικοκυριά, άμεσα ή μέσω επενδυτικών ταμείων, είναι επενδυμένο σε μετοχές των ΗΠΑ, ποσοστό σχεδόν ίδιο με τις επενδύσεις τους σε εγχώριες μετοχές (35%). Η ελκυστικότητα των αμερικανικών μετοχών, που προσφέρουν κατά κανόνα υψηλότερες αποδόσεις από τις ευρωπαϊκές, αποτελεί βασικό παράγοντα. Οι υψηλότερες αποδόσεις στις ΗΠΑ εξηγούνται εν μέρει από το τεράστιο μέγεθος των ενιαίων χρηματιστηριακών αγορών τους, σε αντίθεση με τις ευρωπαϊκές που παραμένουν κατακερματισμένες, παρά την αυξανόμενη παρουσία του Euronext.
Σύμφωνα με την ίδια μελέτη της ΕΚΤ, οι Ευρωπαίοι εμφανίζονται ως συντηρητικοί αποταμιευτές, διατηρώντας περίπου το ένα τρίτο της χρηματοπιστωτικής τους περιουσίας σε μετρητά και τραπεζικές καταθέσεις, παρά τα εξαιρετικά χαμηλά επιτόκια. Οι επενδύσεις τους σε αξιόγραφα αντιστοιχούν περίπου στο μισό των καταθέσεων. Στις ΗΠΑ, η αναλογία αυτή είναι αντίστροφη, και εκτιμάται ότι, εάν ίσχυε το ίδιο στην ΕΕ, θα υπήρχαν επιπλέον 8 τρισεκατομμύρια ευρώ επενδυμένα σε αξιόγραφα. Για την ενίσχυση της στροφής των Ευρωπαίων προς τα αξιόγραφα και, κατά συνέπεια, τη μεγαλύτερη χρηματοδότηση των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων, η Κομισιόν συνέστησε τον περασμένο Σεπτέμβριο τη δημιουργία αποταμιευτικών και επενδυτικών λογαριασμών (SIA). Αυτοί οι λογαριασμοί θα επιτρέπουν επενδύσεις ακόμη και με πολύ μικρά ποσά, προσφέροντας παράλληλα φορολογικά κίνητρα για να γίνουν πιο ελκυστικοί. Επιπλέον, προτάθηκε η ευρύτερη χρήση επικουρικών συνταξιοδοτικών ταμείων, με ταυτόχρονη μείωση των εμποδίων στις επενδύσεις τους σε μετοχές. Η προτίμηση των Ευρωπαίων στις καταθέσεις συνδέεται επίσης με το χαμηλό ποσοστό (περίπου 18%) που δηλώνουν ότι διαθέτουν υψηλό επίπεδο χρηματοοικονομικών γνώσεων. Γι’ αυτόν τον λόγο, τονίζεται από τις Βρυξέλλες η ανάγκη ενίσχυσης του «χρηματοοικονομικού αλφαβητισμού» του πληθυσμού.
Ωστόσο, οι πρωτοβουλίες αυτές δεν αναμένεται να αποφέρουν άμεσα θεαματικά αποτελέσματα, αλλά σταδιακά με την πάροδο του χρόνου. Ο κατακερματισμός των ευρωπαϊκών κεφαλαιαγορών παραμένει ένα θεμελιώδες εμπόδιο στην επίτευξη επαρκούς κλίμακας και ρευστότητας, απαραίτητων για την προσέλκυση επενδύσεων και την αύξηση των αποδόσεων των μετοχών. Αυτό το εμπόδιο επιδεινώνεται από τον κατακερματισμό της εποπτείας των κεφαλαιαγορών, καθώς και από τις διαφορές στη φορολογική μεταχείριση των επενδύσεων και των υποδομών των αγορών, σύμφωνα πάντα με την ΕΚΤ. Η θέσπιση ενιαίας εποπτείας των αγορών βρίσκεται ήδη υπό συζήτηση στο Ecofin, βασιζόμενη σε πρόταση που προβλέπει την ενίσχυση των αρμοδιοτήτων της Ευρωπαϊκής Αρχής Κινητών Αξιών και Αγορών (ESMA).
