27/05/2026

Στο Συμβούλιο της Επικρατείας η τύχη της εισφοράς υπέρ της ανεργίας στους μισθούς των δημοσίων υπαλλήλων

Το Συμβούλιο της Επικρατείας καλείται να αποφανθεί για τη συνέχιση της επιβολής της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης για την καταπολέμηση της ανεργίας, που επιβάλλεται στους μισθούς των δημοσίων υπαλλήλων, καθώς και σε όλους τους υπαλλήλους του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Κατόπιν προσφυγής υπαλλήλου το Μονομελές Διοικητικό Πρωτοδικείο Πειραιά, με την υπ. αριθμ. Α771/2026 απόφασή του, υποβάλει προδικαστικά

xrimata-tameio-xreos-misthos.jpg

Το Συμβούλιο της Επικρατείας (ΣτΕ) καλείται να κρίνει τη νομιμότητα και τη συνέχιση της επιβολής της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης για την καταπολέμηση της ανεργίας, η οποία παρακρατείται από τους μισθούς των δημοσίων υπαλλήλων και όλου του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Η υπόθεση έφτασε στο ΣτΕ μετά από προσφυγή υπαλλήλου, με το Μονομελές Διοικητικό Πρωτοδικείο Πειραιά να υποβάλλει σχετική προδικαστική παραπομπή μέσω της υπ. αριθμ. Α771/2026 απόφασής του.

Η απόφαση του ΣτΕ αναμένεται με ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς μια ενδεχόμενη κρίση περί αντισυνταγματικότητας ή εσφαλμένης διαδικασίας επιβολής της εισφοράς θα μπορούσε να ανοίξει τον δρόμο για μαζικές διεκδικήσεις επιστροφών των ποσών που έχουν ήδη καταβληθεί από εργαζομένους του Δημοσίου. Ταυτόχρονα, θα δημιουργήσει ένα σημαντικό νομικό προηγούμενο σχετικά με τη διατήρηση έκτακτων φορολογικών μέτρων μετά τη λήξη των συνθηκών που τα δικαιολόγησαν αρχικά.

Τι είναι η εισφορά

Η εν λόγω εισφορά θεσμοθετήθηκε το 2011, στα πρώτα χρόνια των μνημονίων, και ανέρχεται σε 2% επί των τακτικών αποδοχών, πρόσθετων αμοιβών και αποζημιώσεων. Στόχος της ήταν η ενίσχυση των πόρων για τη χρηματοδότηση προγραμμάτων αύξησης της απασχόλησης και μείωσης της ανεργίας, αφορά δε υπαλλήλους του δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α. Ετησίως, η εισφορά αποδίδει στον προϋπολογισμό περίπου 280 εκατομμύρια ευρώ, ποσό που η κυβέρνηση εκτιμάται ότι δεν επιθυμεί να χάσει, διατηρώντας την σε ισχύ ακόμη και 8 χρόνια μετά την έξοδο από τα μνημόνια.

Δημόσιοι υπάλληλοι έχουν προσφύγει κατά καιρούς στα δικαστήρια με αίτημα την κατάργησή της. Τα επιχειρήματά τους επικεντρώνονται στο ότι, με την κρίση να έχει παρέλθει και την ανεργία να κινείται σε πτωτική τροχιά, ο σκοπός της εισφοράς έχει εκλείψει. Επιπλέον, υποστηρίζουν ότι η εισφορά δεν είναι ανταποδοτική για τους ίδιους, δεδομένου ότι έχουν χάσει τον 13ο και 14ο μισθό, ενώ οι όποιες αυξήσεις λαμβάνουν σχετίζονται με την αύξηση του κατώτατου μισθού, τη στιγμή που η αγοραστική δύναμη των μισθών στην Ελλάδα παραμένει σε χαμηλότερο επίπεδο σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρωζώνη.

Τα προδικαστικά ερωτήματα προς το ΣτΕ

Το Διοικητικό Πρωτοδικείο ζητά από το ΣτΕ να διευκρινίσει αφενός το κατάλληλο ένδικο βοήθημα που διαθέτουν οι πολίτες για να διεκδικήσουν επιστροφή ποσών που θεωρούν ότι καταβλήθηκαν αχρεωστήτως, αφετέρου τη συνταγματικότητα της διατήρησης της εισφοράς.

Ειδικότερα, τα προδικαστικά ερωτήματα που τίθενται προς το Συμβούλιο της Επικρατείας είναι τα ακόλουθα:

1. Ποιο αποτελεί το κατά νόμο ένδικο βοήθημα για την ικανοποίηση αξιώσεων του φορολογουμένου, προερχόμενων από μη νόμιμη επιβολή ή αχρεώστητη καταβολή της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης για την καταπολέμηση της ανεργίας του άρθρου 38 παρ. 2 περ. α΄ ν.3986/2011, δεδομένου του τρόπου προσδιορισμού και είσπραξής της;

Το ερώτημα εστιάζει στο ποια είναι η νόμιμη δικαστική οδός για την ικανοποίηση αξιώσεων φορολογουμένων που θεωρούν ότι η εισφορά επιβλήθηκε παράνομα ή καταβλήθηκε χωρίς νόμιμη αιτία. Το δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί αν οι σχετικές αξιώσεις πρέπει να ασκούνται μέσω αγωγής αποζημιωτικού χαρακτήρα ή μέσω προσφυγής κατά διοικητικής πράξης, λαμβάνοντας υπόψη τον ιδιαίτερο τρόπο υπολογισμού και είσπραξης της εισφοράς μέσω της μισθοδοσίας. Η απάντηση του ΣτΕ αναμένεται να έχει καθοριστική σημασία για χιλιάδες δημοσίους υπαλλήλους και συνταξιούχους που ενδέχεται να επιδιώξουν επιστροφές παρακρατηθέντων ποσών.

2Α. Σε περίπτωση που γίνει δεκτό ότι το κατά νόμο ένδικο βοήθημα για την παροχή δικαστικής προστασίας έναντι της ένδικης εισφοράς είναι η αγωγή, σε ποιας διοικητικής πράξης την παρανομία οφείλει να θεμελιωθεί η αξίωση αποκατάστασης του ενάγοντος: στην οικεία μισθολογική κατάσταση του μισθοδοτούμενου, στο μηνιαίο εκκαθαριστικό σημείωμα που εκδίδεται από την Ε.Α.Π. ή σε τυχόν άλλη πράξη;

2Β. Σε περίπτωση που γίνει δεκτό ότι το κατά νόμο ένδικο βοήθημα για την παροχή δικαστικής προστασίας έναντι της ένδικης εισφοράς είναι η προσφυγή, με ποιες δικονομικές οδούς παρίσταται επιτρεπτή, εναλλακτικά ή αποκλειστικά, η αμφισβήτηση της επιβολής της; Ειδικότερα, η αμφισβήτηση της ένδικης επιβάρυνσης δύναται να επιδιωχθεί από τον μισθοδοτούμενο:

α) με την άσκηση – κατά τις πάγιες διατάξεις ή κατά τα οριζόμενα για τις φορολογικές διαφορές – προσφυγής κατά της οικείας μισθολογικής κατάστασης του μισθοδοτούμενου ή του εκδιδομένου από την Ε.Α.Π. μηνιαίου εκκαθαριστικού σημειώματος ή

β) i) με την τήρηση της διαδικασίας που προβλέπεται στον ΚΦΔιαδ, η οποία εκκινεί με την υποβολή τροποποιητικής φορολογικής δήλωσης ή φορολογικής δήλωσης επιφύλαξης, συνεχίζεται με την άσκηση ενδικοφανούς προσφυγής κατά της τυχόν απόρριψης των ανωτέρω δηλώσεων και τελειούται με την άσκηση (φορολογικής) προσφυγής του ΚωδΔιοικΔ, στρεφομένης κατά της απόφασης της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών ή της σιωπηρής απόρριψης της ενδικοφανούς προσφυγής από την τελευταία ή

ii) με την άσκηση ευθέως προσφυγής ενώπιον του αρμοδίου διοικητικού δικαστηρίου, με αίτημα τη μερική ανάκληση της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος λόγω νομικής πλάνης;

3. H διατήρηση κατά τον ένδικο χρόνο (6ος/2025) της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης για την καταπολέμηση της ανεργίας, αν είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.