Η Γερουσία Τάσσει Όρια στις Πολεμικές Εξουσίες του Προέδρου Τραμπ: Διακομματική Αμφισβήτηση με Σημαντικά Πολιτικά Αποτυπώματα
Την πιο ηχηρή έως σήμερα θεσμική αμφισβήτηση της στρατηγικής του Ντόναλντ Τραμπ στον πόλεμο με το Ιράν κατέγραψε η αμερικανική Γερουσία, εγκρίνοντας με διακομματική στήριξη ψήφισμα που καλεί τον πρόεδρο είτε να τερματίσει τις στρατιωτικές επιχειρήσεις, είτε να ζητήσει την έγκριση του Κογκρέσου για τη συνέχισή τους. Αν και η απόφαση δεν έχει δεσμευτική ισχύ
Η Γερουσία των Ηνωμένων Πολιτειών κατέγραψε μια από τις πιο ισχυρές έως σήμερα θεσμικές προκλήσεις στη στρατηγική του Ντόναλντ Τραμπ αναφορικά με τον πόλεμο κατά του Ιράν. Με μια σαφή διακομματική πλειοψηφία, εγκρίθηκε ένα ψήφισμα που καλεί τον πρόεδρο είτε να δώσει τέλος στις στρατιωτικές επιχειρήσεις, είτε να εξασφαλίσει την έγκριση του Κογκρέσου για τη συνέχισή τους.
Αν και η απόφαση αυτή δεν φέρει δεσμευτικό χαρακτήρα, αποτελεί μια ιδιαίτερα ισχυρή πολιτική αποδοκιμασία της μονομερούς διαχείρισης του πολέμου από τον Λευκό Οίκο. Επιπλέον, αναδεικνύει τις αυξανόμενες εσωτερικές διαφωνίες στο στρατόπεδο των Ρεπουμπλικανών, τη στιγμή που η σύγκρουση εισέρχεται στον πέμπτο μήνα της.
Η Γερουσία ενέκρινε το ψήφισμα με 50 ψήφους υπέρ και 48 κατά, σε μια ψηφοφορία που είχε σημαντικό πολιτικό βάρος. Τέσσερις Ρεπουμπλικανοί γερουσιαστές επέλεξαν να ταχθούν με τους Δημοκρατικούς, σπάζοντας την κομματική γραμμή και διαμορφώνοντας την απαραίτητη πλειοψηφία.
Συγκεκριμένα, υπέρ ψήφισαν οι γερουσιαστές Ραντ Πολ (Κεντάκι), Λίζα Μερκάουσκι (Αλάσκα), Σούζαν Κόλινς (Μέιν) και Μπιλ Κάσιντι (Λουιζιάνα). Αντίθετα, ο μοναδικός Δημοκρατικός που καταψήφισε ήταν ο Τζον Φέτερμαν από την Πενσιλβάνια. Καθοριστική υπήρξε επίσης η απουσία δύο Ρεπουμπλικανών, οι οποίοι στο παρελθόν είχαν εκφράσει αντιρρήσεις σε παρόμοιες πρωτοβουλίες, συμπεριλαμβανομένου του πρώην ηγέτη των Ρεπουμπλικανών στη Γερουσία, Μιτς Μακόνελ, ο οποίος νοσηλεύεται.
Η απόφαση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς προέρχεται από ένα Κογκρέσο που μέχρι πρότινος είχε στηρίξει σχεδόν ανεπιφύλακτα τον πρόεδρο σε θέματα εξωτερικής πολιτικής και εθνικής ασφάλειας.
Η Μάχη για τις Πολεμικές Εξουσίες του Προέδρου
Στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης βρίσκεται το συνταγματικό ερώτημα του ποιος έχει την αρμοδιότητα να αποφασίζει για την εμπλοκή των Ηνωμένων Πολιτειών σε έναν πόλεμο. Οι Δημοκρατικοί υποστηρίζουν ότι ο πρόεδρος ξεκίνησε τις στρατιωτικές επιχειρήσεις εναντίον του Ιράν χωρίς την απαιτούμενη έγκριση του Κογκρέσου, παρακάμπτοντας τη συνταγματική αρμοδιότητα του νομοθετικού σώματος να κηρύσσει πόλεμο.
«Η πιο θεμελιώδης εξουσία του Κογκρέσου είναι αυτή του κηρύττειν πόλεμο – δεν είναι εξουσία του προέδρου», τόνισε πριν από την ψηφοφορία ο Δημοκρατικός γερουσιαστής της Βιρτζίνια, Τιμ Κέιν, ο οποίος ανέλαβε την πρωτοβουλία για την έγκριση του ψηφίσματος.
Πρόκειται για την πρώτη φορά από την υιοθέτηση του Νόμου περί Πολεμικών Εξουσιών (War Powers Resolution) το 1973, μετά τον πόλεμο του Βιετνάμ, που και τα δύο σώματα του Κογκρέσου εγκρίνουν από κοινού ένα ψήφισμα, ζητώντας από έναν πρόεδρο να τερματίσει μια στρατιωτική σύγκρουση. Παρόλα αυτά, το μέτρο δεν έχει τη μορφή νόμου. Αποτελεί ένα κοινό ψήφισμα, το οποίο δεν απαιτεί την υπογραφή του προέδρου και, συνεπώς, δεν δημιουργεί δεσμευτική νομική υποχρέωση.
Το Ανώτατο Δικαστήριο είχε ήδη κρίνει το 1983 ότι, για να αποκτήσει νομική ισχύ μια νομοθετική πράξη εκτός Κογκρέσου, πρέπει να εγκριθεί και από τα δύο σώματα και να υπογραφεί από τον πρόεδρο, ή το τυχόν βέτο του να υπερκεραστεί. Ωστόσο, οι υποστηρικτές του ψηφίσματος επιμένουν ότι οι αποφάσεις που αφορούν τις πολεμικές εξουσίες συνιστούν μια ειδική κατηγορία, βασιζόμενη απευθείας στις συνταγματικές αρμοδιότητες του Κογκρέσου. Το ζήτημα αυτό δεν έχει οριστικοποιηθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο.
Από την πλευρά των Ρεπουμπλικανών, ο πρόεδρος της Επιτροπής Εξωτερικών Σχέσεων της Γερουσίας, Τζιμ Ρις, υποστήριξε ότι το ψήφισμα «δεν θα έχει καμία απολύτως επίπτωση», προβλέποντας ότι ο πρόεδρος Τραμπ δεν θα αλλάξει τη στάση του.
Ρωγμές στους Ρεπουμπλικανούς και Πολιτικό Κόστος
Η ψηφοφορία αντικατοπτρίζει την αυξανόμενη δυσφορία εντός του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος, καθώς ο πόλεμος πλησιάζει τους πέντε μήνες. Παρότι ο Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε πρόσφατα μια συμφωνία κατάπαυσης του πυρός με το Ιράν, πολλοί Ρεπουμπλικανοί παραμένουν επιφυλακτικοί τόσο ως προς τη βιωσιμότητα της εκεχειρίας, όσο και ως προς τη συνολική στρατηγική του Λευκού Οίκου.
Δημοσκοπήσεις καταγράφουν σημαντική δυσαρέσκεια της αμερικανικής κοινής γνώμης έναντι της σύγκρουσης, ενώ εντείνονται οι ανησυχίες για το οικονομικό κόστος, την απουσία σαφών στρατηγικών στόχων και τον κίνδυνο γενικευμένης ανάφλεξης στη Μέση Ανατολή. Η πίεση αναμένεται να αυξηθεί, καθώς η κυβέρνηση αναμένεται να ζητήσει από το Κογκρέσο επιπλέον κονδύλια, ύψους δεκάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων, για τη χρηματοδότηση των πολεμικών επιχειρήσεων.
Οι Δημοκρατικοί χαρακτήρισαν την ψηφοφορία ως δικαίωση της πολύμηνης προσπάθειάς τους να καταγραφεί επίσημα η αντίθεση του Κογκρέσου στις μονομερείς αποφάσεις του προέδρου. «Αυτός ο πόλεμος έχει πληγώσει τον αμερικανικό λαό», δήλωσε η γερουσιαστής του Ουισκόνσιν, Τάμι Μπάλντουιν, τονίζοντας ότι το Κογκρέσο όφειλε να έχει παρέμβει πολύ νωρίτερα.
Εκεχειρία με Πολλά Ερωτήματα
Παρότι οι ενεργές πολεμικές επιχειρήσεις έχουν μειωθεί μετά την επιτευχθείσα εκεχειρία, η αμερικανική στρατιωτική παρουσία στην περιοχή παραμένει ιδιαίτερα ισχυρή. Περίπου 50.000 Αμερικανοί στρατιωτικοί εξακολουθούν να βρίσκονται στη Μέση Ανατολή, συμπεριλαμβανομένων μονάδων αλεξιπτωτιστών, πεζοναυτών, καθώς και ναυτικών και αεροπορικών δυνάμεων, υποστηριζόμενων από δύο αεροπλανοφόρα με τις συνοδευτικές τους μονάδες.
Την ίδια στιγμή, οι διαπραγματεύσεις μεταξύ Ουάσινγκτον και Τεχεράνης συνοδεύονται από αντικρουόμενες πληροφορίες. Μέσω ανάρτησής του, ο Ντόναλντ Τραμπ υποστήριξε ότι το Ιράν αποδέχθηκε «πλήρως και ολοκληρωτικά» το υψηλότερο επίπεδο διεθνών επιθεωρήσεων στο πυρηνικό του πρόγραμμα, παρουσιάζοντας την εξέλιξη ως σημαντική παραχώρηση από την πλευρά της Τεχεράνης.
Ιρανοί αξιωματούχοι, ωστόσο, διέψευσαν αυτόν τον ισχυρισμό, δηλώνοντας ότι το πυρηνικό πρόγραμμα δεν αποτέλεσε αντικείμενο των αναλυτικών συνομιλιών που διεξήχθησαν το προηγούμενο Σαββατοκύριακο στην Ελβετία.
Μέσα σε αυτό το ασαφές κλίμα, ο Αμερικανός πρόεδρος δήλωσε ότι οι αμερικανικές δυνάμεις θα παραμείνουν στην περιοχή, προκειμένου να είναι σε θέση να επαναφέρουν άμεσα έναν στρατιωτικό αποκλεισμό των Στενών του Ορμούζ, εάν αυτό κριθεί αναγκαίο, αν και εκτίμησε ότι ένα τέτοιο ενδεχόμενο είναι «εξαιρετικά απίθανο».
Παράλληλα, ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ, Τζέι Ντι Βανς, συνεχίζει να ηγείται της αμερικανικής αντιπροσωπείας στις συνομιλίες που λαμβάνουν χώρα στην Ελβετία για τα εκκρεμή ζητήματα της συμφωνίας. Ωστόσο, σύμφωνα με αναφορές γερουσιαστών, το Κογκρέσο παραμένει στο περιθώριο της διαδικασίας, έχοντας ενημερωθεί για το μνημόνιο κατανόησης μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν μόνο μετά την επίτευξή του και μη λαμβάνοντας ουσιαστικές πληροφορίες για τον τρόπο εφαρμογής του έως σήμερα.
Αυτή η εξέλιξη καταδεικνύει ότι, ακόμη και αν η στρατιωτική ένταση αποκλιμακώνεται, η πολιτική αντιπαράθεση στην Ουάσινγκτον σχετικά με τα όρια των προεδρικών εξουσιών και τον ρόλο του Κογκρέσου στον πόλεμο μόλις ξεκινά.
