Ο Ντόναλντ Τραμπ Επαναπροσδιορίζει την Εφαρμογή της Νομοθεσίας κατά των Διακρίσεων: Αλλαγές στην Προσέγγιση των Υποθέσεων DEI
Ριζική αλλαγή στην εφαρμογή της νομοθεσίας περί πολιτικών δικαιωμάτων στις ΗΠΑ έχει επιφέρει η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ, με ομοσπονδιακές υπηρεσίες να εγκαταλείπουν υποθέσεις που αφορούν καταγγελίες για διακρίσεις εις βάρος εργαζομένων και μειονοτήτων, στο πλαίσιο της ευρύτερης εκστρατείας κατά των πολιτικών διαφορετικότητας, ισότητας και συμπερίληψης (DEI). Μετά την επιστροφή του στην προεδρία ο Τραμπ
Η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ έχει επιφέρει ουσιαστικές αλλαγές στον τρόπο εφαρμογής της νομοθεσίας περί πολιτικών δικαιωμάτων στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ομοσπονδιακές υπηρεσίες έχουν αρχίσει να αποσύρονται από υποθέσεις που αφορούν καταγγελίες διακρίσεων εις βάρος εργαζομένων και μειονοτήτων, στο πλαίσιο μιας ευρύτερης πρωτοβουλίας κατά των πολιτικών Διαφορετικότητας, Ισότητας και Συμπερίληψης (DEI).
Μετά την επανεκλογή του, ο πρόεδρος Τραμπ υπέγραψε εκτελεστικό διάταγμα που κατευθύνει τις ομοσπονδιακές υπηρεσίες να σταματήσουν να δίνουν προτεραιότητα σε υποθέσεις που βασίζονται στην αρχή του “disparate impact”. Η αρχή αυτή, γνωστή και ως “δυσανάλογος ή έμμεσος αντίκτυπος”, ορίζει ότι μια πολιτική ή πρακτική μπορεί να θεωρηθεί διακριτική, ακόμη και χωρίς την πρόθεση διάκρισης, εάν στην πράξη επηρεάζει δυσανάλογα συγκεκριμένες κοινωνικές ή φυλετικές ομάδες. Αυτή η κατεύθυνση έχει ως αποτέλεσμα την απόσυρση ή τη διακοπή ερευνών και νομικών ενεργειών από υπηρεσίες όπως η Επιτροπή Ίσων Ευκαιριών στην Απασχόληση (EEOC), το υπουργείο Δικαιοσύνης, το υπουργείο Παιδείας, το υπουργείο Στέγασης και η Ομοσπονδιακή Επιτροπή Εμπορίου (FTC).
Μια χαρακτηριστική περίπτωση είναι αυτή του Κένι Μίλερ, ο οποίος απολύθηκε από την αλυσίδα Sheetz το 2020 μετά από έλεγχο στο ποινικό του μητρώο. Η EEOC είχε καταθέσει αγωγή κατά της εταιρείας το 2024, υποστηρίζοντας ότι η πολιτική αποκλεισμού υποψηφίων με ποινικό παρελθόν επηρέαζε δυσανάλογα τους Αφροαμερικανούς και άλλες μειονότητες. Ωστόσο, λίγο μετά την έναρξη της προεδρίας Τραμπ, η υπηρεσία απέσυρε την αγωγή, επικαλούμενη το νέο εκτελεστικό διάταγμα. Σύμφωνα με στοιχεία της EEOC, περίπου το 14,5% των Αφροαμερικανών υποψηφίων απορρίπτονταν λόγω του ελέγχου ποινικού μητρώου, σε σύγκριση με λιγότερο από 8% των λευκών υποψηφίων.
Παρόμοια εξέλιξη σημειώθηκε στην υπόθεση της Λία Κρος, πρώην οδηγού διανομών της Amazon. Η εργαζόμενη είχε καταγγείλει ότι οι αυστηροί στόχοι παραγωγικότητας και η συνεχής παρακολούθηση μέσω GPS επηρέαζαν δυσανάλογα τις γυναίκες, καθώς συχνά αντιμετώπιζαν δυσκολίες ακόμη και για βασικές ανάγκες, όπως η χρήση τουαλέτας ή η αλλαγή προϊόντων υγιεινής κατά την έμμηνο ρύση. Η EEOC είχε αρχικά ενημερώσει την Κρος για την πρόθεση διερεύνησης της υπόθεσης, αλλά αργότερα γνωστοποίησε τη διακοπή της εξέτασής της, επικαλούμενη επίσης τη νέα πολιτική της κυβέρνησης.
Μια Αλλαγή Δεκαετιών στην Προστασία των Πολιτικών Δικαιωμάτων
Η θεωρία του “disparate impact” αποτελεί θεμελιώδες εργαλείο για την εφαρμογή της αμερικανικής νομοθεσίας κατά των διακρίσεων για περισσότερο από μισό αιώνα. Καθιερώθηκε με απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου το 1971, ενσωματώθηκε νομοθετικά από το Κογκρέσο το 1991 και η συνταγματικότητά της επιβεβαιώθηκε εκ νέου το 2015.
Αυτή η αρχή έχει χρησιμοποιηθεί ιστορικά για την αντιμετώπιση πολιτικών που, αν και φαινομενικά ουδέτερες, απέκλειαν ουσιαστικά συγκεκριμένες ομάδες. Ένα παράδειγμα είναι τα τεστ εγγραμματισμού που εφαρμόζονταν στις νότιες πολιτείες των ΗΠΑ, τα οποία απέτρεπαν δυσανάλογα τους Αφροαμερικανούς από την άσκηση του εκλογικού τους δικαιώματος.
Ενώ η εν λόγω νομική θεωρία παραμένει εν ισχύ στην ομοσπονδιακή νομοθεσία, ο πρόεδρος δεν δύναται να την καταργήσει μονομερώς. Ωστόσο, μπορεί να καθορίσει τις προτεραιότητες των ομοσπονδιακών υπηρεσιών ως προς την εφαρμογή της, κάτι που επιχειρεί η κυβέρνηση Τραμπ.
Επιπτώσεις σε Πολλαπλούς Τομείς
Η νέα πολιτική έχει ήδη οδηγήσει στην εγκατάλειψη σημαντικών υποθέσεων. Το υπουργείο Δικαιοσύνης απέσυρε αγωγές κατά αστυνομικών και πυροσβεστικών τμημάτων σχετικά με διαδικασίες προσλήψεων που είχαν δυσανάλογες επιπτώσεις σε μειονότητες. Επίσης, ακυρώθηκε συμφωνία περιβαλλοντικής δικαιοσύνης στην Αλαμπάμα, η οποία προέβλεπε την εγκατάσταση αποχετευτικών συστημάτων σε κοινότητες Αφροαμερικανών.
Το υπουργείο Παιδείας περιόρισε σημαντικά τις έρευνες για διακρίσεις στα σχολεία, ενώ το υπουργείο Στέγασης απέσυρε κατευθυντήριες οδηγίες που χρησιμοποιούνταν για την αντιμετώπιση διακριτικών πρακτικών στην αγορά κατοικίας.
Παράλληλα, η Ομοσπονδιακή Επιτροπή Εμπορίου εγκατέλειψε υποθέσεις κατά αντιπροσώπων αυτοκινήτων στο Τέξας, οι οποίοι κατηγορούνταν ότι χρέωναν υψηλότερες πρόσθετες υπηρεσίες σε Αφροαμερικανούς και Λατίνους πελάτες.
Έντονες Αντιδράσεις Οργανώσεων
Οργανώσεις προάσπισης των πολιτικών δικαιωμάτων εκφράζουν ανησυχία, κάνοντας λόγο για τη μεγαλύτερη υποχώρηση της ομοσπονδιακής προστασίας κατά των διακρίσεων εδώ και δεκαετίες. Επισημαίνουν ότι πολλές μορφές διακρίσεων δεν εκδηλώνονται μέσω ρητών οδηγιών, αλλά μέσω φαινομενικά ουδέτερων πολιτικών που παράγουν δυσανάλογα αποτελέσματα εις βάρος συγκεκριμένων κοινωνικών ομάδων.
Από την πλευρά της, η κυβέρνηση Τραμπ υποστηρίζει ότι οι εργοδότες δεν πρέπει να διώκονται βάσει στατιστικών στοιχείων ή έμμεσων επιπτώσεων, αλλά μόνο όταν αποδεικνύεται σαφής και σκόπιμη διάκριση.
Η συγκεκριμένη προσέγγιση εντάσσεται στη συνολική στρατηγική του Λευκού Οίκου για τον περιορισμό των πολιτικών DEI τόσο στον δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα, δίνοντας έμφαση στην αξιολόγηση των εργαζομένων αποκλειστικά με βάση τα προσόντα και τις επιδόσεις τους.
