Φρανκ-Βάλτερ Σταϊνμάιερ: Καλεί σε επαγρύπνηση για τη δημοκρατία εν μέσω «διπλής ιστορικής καμπής»
Την ανησυχία του για το ενδεχόμενο ενίσχυσης ακραίων δυνάμεων σε βάρος της δημοκρατίας τόσο στη Γερμανία όσο και διεθνώς εξέφρασε ο ομοσπονδιακός πρόεδρος Φρανκ-Βάλτερ Σταϊνμάιερ και κάλεσε τους πολίτες να ασκούν με προσοχή το εκλογικό τους δικαίωμα. Περιέγραψε το αξίωμά του ως «δίχτυ ασφαλείας για τη δημοκρατία», ενώ, αναφερόμενος στις ενέργειες των ΗΠΑ και της
Ο ομοσπονδιακός πρόεδρος Φρανκ-Βάλτερ Σταϊνμάιερ εξέφρασε την έντονη ανησυχία του για την πιθανή ενίσχυση ακραίων δυνάμεων, οι οποίες απειλούν τη δημοκρατία τόσο στη Γερμανία όσο και διεθνώς. Απευθύνθηκε στους πολίτες, καλώντας τους να ασκήσουν το εκλογικό τους δικαίωμα με σύνεση και συνέπεια. Περιέγραψε τον ρόλο του ως «δίχτυ ασφαλείας για τη δημοκρατία», ενώ, αναφερόμενος στις κινήσεις των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ρωσίας, έκανε λόγο για μια «διπλή ιστορική καμπή» που διαμορφώνει το παγκόσμιο περιβάλλον.
Σε ό,τι αφορά τις εσωτερικές εξελίξεις, ο κ. Σταϊνμάιερ χαιρέτισε τις πρόσφατες μεταρρυθμίσεις που αποφάσισε ο κυβερνητικός συνασπισμός, τονίζοντας την ανάγκη για υπομονή και επιμονή στην αποτελεσματική εφαρμογή τους.
Η Ρωσία, με την εισβολή της στην Ουκρανία το 2022, «διέρρηξε την ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφαλείας», ενώ οι Ηνωμένες Πολιτειές, υπό την ηγεσία του Ντόναλντ Τραμπ, «επιδεικνύουν μια αλλαγή στην αντίληψη των αξιών» που γνωρίζαμε, δήλωσε ο Φρανκ-Βάλτερ Σταϊνμάιερ κατά τη διάρκεια της καθιερωμένης «θερινής συνέντευξης» που παραχώρησε στο δεύτερο κανάλι της γερμανικής δημόσιας τηλεόρασης ZDF. Τόνισε κατηγορηματικά ότι «βρισκόμαστε ενώπιον μιας διπλής ιστορικής καμπής και απαιτείται μια ρεαλιστική προσέγγιση» στην αντιμετώπιση των Ηνωμένων Πολιτειών από πλευράς του Βερολίνου.
«Τις χρειαζόμαστε τις ΗΠΑ. Είναι σχεδόν αδύνατο να απομακρυνθούμε περισσότερο από ό,τι σήμερα. Ωστόσο, για το σημείο στο οποίο έχουμε φτάσει, η Γερμανία δεν φέρει την ευθύνη», υπογράμμισε, απαντώντας σε ερώτηση σχετικά με το αν το Βερολίνο θα έπρεπε τελικά να αποστασιοποιηθεί από την τρέχουσα πολιτική της Ουάσιγκτον. «Δεν πρέπει να ενστερνιστούμε αυτό το νέο πνεύμα απερισκεψίας. Είναι ζωτικής σημασίας να αντιμετωπίσουμε τη συνολική διεθνή κατάσταση μέσα από το ευρωπαϊκό μας μοντέλο. Για τη Γερμανία και για την Ευρώπη, είναι απαραίτητη μια διεθνής τάξη, με νόμους και κανόνες», πρόσθεσε ο ομοσπονδιακός πρόεδρος.
Ερωτώμενος σχετικά με τις επικείμενες εκλογές στα κρατίδια της Σαξονίας – ‘Ανχαλτ (6 Σεπτεμβρίου), του Μεκλεμβούργου-Πομερανίας και του Βερολίνου (20 Σεπτεμβρίου), καθώς και το ενδεχόμενο ενίσχυσης της Εναλλακτικής για τη Γερμανία (AfD), ο κ. Σταϊνμάιερ εξέφρασε την άποψη ότι, ακόμη και για το πρώτο κρατίδιο, όπου οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ένα προβάδισμα της ακροδεξιάς με ποσοστό άνω του 40%, το αποτέλεσμα δεν είναι προδιαγεγραμμένο. «Δεν πρέπει να αντιδρούμε σαν οι δημοσκοπήσεις να είναι ήδη το εκλογικό αποτέλεσμα. Η προεκλογική εκστρατεία ουσιαστικά δεν έχει καν ξεκινήσει», δήλωσε, εκφράζοντας παράλληλα την πεποίθηση ότι «τα κόμματα του κέντρου θα καταβάλουν κάθε δυνατή προσπάθεια για να εμποδίσουν τις εξτρεμιστικές δυνάμεις να κατακτήσουν την απόλυτη πλειοψηφία».
Σε ερώτηση σχετικά με το αν υπάρχει σήμερα κίνδυνος για τη δημοκρατία στη Γερμανία, ο ομοσπονδιακός πρόεδρος περιέγραψε το αξίωμά του ως «δίχτυ ασφαλείας» για το πολίτευμα, αντιμέτωπο με διαρκώς ενισχυόμενες λαϊκιστικές δυνάμεις. «Ο ρόλος του ομοσπονδιακού προέδρου έχει μετασχηματιστεί. Στο παρελθόν, ο πρόεδρος βρισκόταν υπεράνω της κομματικής πολιτικής. Πριν από είκοσι χρόνια και νωρίτερα, η επιλογή ήταν ανάμεσα σε αριστερά και δεξιά, αληθές ή ψευδές. Ενώ αυτά εξακολουθούν να ισχύουν σε μεγάλο βαθμό, σήμερα υπάρχει ένας σημαντικός αριθμός ανθρώπων που ψηφίζουν εναντίον του δημοκρατικού συστήματος», επισήμανε ο κ. Σταϊνμάιερ, επαναλαμβάνοντας μια πρόσφατη δήλωση της Πολωνο-αμερικανίδας δημοσιογράφου και ιστορικού Αν Άπλμπαουμ στην Süddeutsche Zeitung: «Θα πρέπει να εξηγήσουμε στους πολίτες ότι, όταν βρίσκονται στην κάλπη, θα πρέπει πλέον να γνωρίζουν ότι δεν αποφασίζουν για ένα κόμμα, αλλά για το αν θα διατηρήσουμε το δημοκρατικό μας σύστημα ή θα ανοίξουμε χώρο σε απολυταρχικές εναλλακτικές».
Αναφερόμενος στις πρόσφατες μεταρρυθμίσεις που αποφάσισε η ομοσπονδιακή κυβέρνηση σε θέματα ασφαλιστικού, υγείας και συνταξιοδότησης, ο ομοσπονδιακός πρόεδρος δήλωσε ευθέως: «Επιτέλους, κάτι συνέβη! Κάτι ουσιαστικό συνέβη!» και εξέφρασε την ελπίδα ότι «ίσως βιώσουμε μια νέα φάση στις πολιτικές της κυβέρνησης, με μια υπέρβαση του αδιεξόδου που συνήθως προκαλείται από την ίδια».
Ο συνασπισμός «μόλις πέρασε από μια καθαρά αμυντική στάση σε μια πιο επιθετική προσέγγιση», είπε χαρακτηριστικά, ζητώντας τόσο από την κυβέρνηση όσο και από τους πολίτες υπομονή και επιμονή στην εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων. «Ο κρίσιμος παράγοντας θα είναι η δημιουργία οικονομικής ανάπτυξης, διότι χωρίς αυτήν, η πολιτική δεν θα μπορέσει να κερδίσει τον σεβασμό ή εκ νέου την εμπιστοσύνη των πολιτών», προειδοποίησε ταυτόχρονα. Οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, διευκρίνισε, δεν στοχεύουν πρωτίστως στο να βάλουν περισσότερα χρήματα στα χέρια των ανθρώπων, αλλά στη σταθεροποίηση των συστημάτων κοινωνικής πρόνοιας. Ο ίδιος υπήρξε άλλωστε ένα από τα βασικά πρόσωπα στην οργάνωση και εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων «Ατζέντα 2010» της κυβέρνησης συνασπισμού SPD-Πράσινων υπό τον Γκέρχαρντ Σρέντερ.
Ο κ. Σταϊνμάιερ κλήθηκε επίσης να εξηγήσει το υψηλό κόστος της ανακαίνισης του προεδρικού ανακτόρου Bellevue, από το οποίο έχει πλέον μετακομίσει. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, η εκ βάθρων ανακαίνιση του κτηριακού συγκροτήματος που στεγάζει τον ομοσπονδιακό πρόεδρο, την κατοικία του και τις υπηρεσίες της προεδρίας θα κοστίσει περίπου 800 εκατομμύρια ευρώ και θα διαρκέσει οκτώ χρόνια. «Το κτήριο τέθηκε σε λειτουργία το 1996 υπό απαράδεκτες συνθήκες και αυτή είναι η κύρια παράμετρος που καθορίζει το συνολικό κόστος του έργου», δήλωσε ο ομοσπονδιακός πρόεδρος.
Το κόστος της μετακόμισης του συνόλου των υποδομών και της προσωρινής εγκατάστασης στο Σπρεεμπόγκεν θα επιβαρύνει επιπλέον 200 εκατομμύρια ευρώ. Η τρέχουσα δεύτερη και τελευταία θητεία του Φρανκ-Βάλτερ Σταϊνμάιερ λήγει στις 18 Μαρτίου 2027, ενώ η διαδικασία για την εκλογή του διαδόχου του – ή πιθανότατα της διαδόχου, καθώς όλα τα κόμματα έχουν δηλώσει ότι έχει έρθει η ώρα για μια γυναίκα πρόεδρο – θα διεξαχθεί στις 30 Ιανουαρίου 2027.
