Σοκαριστική Μείωση Γεννήσεων στην Ελλάδα: 44% Λιγότερες Γεννήσεις τις Τελευταίες Δύο Δεκαετίες, Σύμφωνα με Ανάλυση Δημογράφου
Σημαντικές είναι οι αλλαγές που επήλθαν τις δύο τελευταίες δεκαετίες στην γεννητικότητα, σύμφωνα με όσα τονίζει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ o καθηγητής (αφ.) Δημογραφίας και διευθυντής του Ινστιτούτου Δημογραφικών Ερευνών και Μελετών (ΙΔΕΜ) κ. Βύρωνας Κοτζαμάνης με βάση τις αναλύσεις του Ινστιτούτου. Οι γεννήσεις στη χώρα μας, πιο αναλυτικά, έχουν καταρρεύσει (117,6 χιλ. ετησίως κατά μέσο όρο
Σημαντικές και ανησυχητικές είναι οι αλλαγές που παρατηρούνται στη γεννητικότητα της Ελλάδας τις δύο τελευταίες δεκαετίες, όπως τονίζει μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο καθηγητής Δημογραφίας και διευθυντής του Ινστιτούτου Δημογραφικών Ερευνών και Μελετών (ΙΔΕΜ), κ. Βύρωνας Κοτζαμάνης, βασιζόμενος σε αναλύσεις του Ινστιτούτου.
Σύμφωνα με τα στοιχεία, οι γεννήσεις στη χώρα μας παρουσιάζουν ραγδαία πτώση: από 117,6 χιλιάδες ετησίως κατά μέσο όρο την περίοδο 2008-2009, αναμένεται να φτάσουν τις 65 χιλιάδες την περίοδο 2025-2026, σημειώνοντας μείωση 44%. Παράλληλα, η μέση ηλικία των γονέων κατά την απόκτηση του πρώτου παιδιού συνεχίζει την αύξησή της, φτάνοντας τα 32,2 και 32,3 έτη την περίοδο 2025-2026, από 30,2 και 30,3 έτη την περίοδο 2008-2009.
Η μακροχρόνια αυτή μείωση των γεννήσεων, η οποία ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του 1980 και συνεχίζεται μέχρι σήμερα (με εξαίρεση μια μικρή αύξηση την περίοδο 2003-2009), αποδίδεται κυρίως στη μειωμένη γονιμότητα των γυναικών που γεννήθηκαν μετά το 1960. Ο αριθμός των παιδιών που απέκτησαν αυτές οι γενιές είναι σημαντικά μικρότερος, φτάνοντας λιγότερα από 1,5 παιδί ανά γυναίκα για όσες γεννήθηκαν γύρω στο 1985, σε σύγκριση με 2,0 παιδιά για όσες γεννήθηκαν στα τέλη της δεκαετίας του 1950.
Στη σχετικά πρόσφατη, ραγδαία πτώση των γεννήσεων, συνέβαλε και η μείωση του αριθμού των γυναικών αναπαραγωγικής ηλικίας. Το διάστημα 2008-2009 και 2025-2026, οι γυναίκες ηλικίας 25-44 ετών αναμένεται να μειωθούν κατά 480 χιλιάδες, δηλαδή κατά 28%. Αυτή η σημαντική μείωση οφείλεται, σύμφωνα με τον ερευνητή, στο γεγονός ότι φθάνουν πλέον σε αναπαραγωγική ηλικία όλο και λιγότερα άτομα, αποτέλεσμα της μειωμένης γεννητικότητας μετά το 1980, καθώς και δευτερευόντως στη μετανάστευση. Την τελευταία δεκαπενταετία, η χώρα έχασε όχι μόνο ένα μέρος των λιγότερων νεογέννητων Ελλήνων που γεννήθηκαν πριν από 25 έως 45 χρόνια, αλλά και πολυάριθμους αλλοδαπούς της ίδιας ηλικιακής ομάδας που είχαν εγκατασταθεί μετά το 1990.
Παράλληλα, την τελευταία εικοσαετία, οι δείκτες γονιμότητας παρουσιάζουν σημαντική επιδείνωση. Από 1500 παιδιά ανά 1000 γυναίκες την περίοδο 2008-2009, αναμένεται να περιοριστούν στα 1240 παιδιά ανά 1000 γυναίκες την περίοδο 2025-2026. Το ποσοστό των εκτός γάμου γεννήσεων έχει υπερδιπλασιαστεί (από 7,4 χιλιάδες σε 17,8 χιλιάδες). Εκτιμάται ότι 1 στα 10 παιδιά γεννιέται πλέον με τη μέθοδο της υποβοηθούμενης γονιμότητας, ενώ 63 στα 100 παιδιά έρχονται στον κόσμο μέσω καισαρικής τομής. Στην ίδια περίοδο, περίπου μία στις επτά γεννήσεις προέρχεται από αλλοδαπές μητέρες.
Αλλαγές έχουν επέλθει και στην κατανομή των γεννήσεων ανά ηλικία μητέρας. Σήμερα, το 30% των γεννήσεων προέρχεται από μητέρες κάτω των 30 ετών, ενώ το 2008-2009 το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 43% (και το 1980, 78%). Αντίθετα, το ποσοστό των γεννήσεων από γυναίκες 40 ετών και άνω έχει σχεδόν τριπλασιαστεί, φτάνοντας το 11,2% (εκτίμηση) την περίοδο 2025-2026 (από 4,5% το 2008-2009) και έχει εξαπλασιαστεί σε σχέση με το 1980 (1,8%). Είναι χαρακτηριστικό ότι οι γεννήσεις την περίοδο 2008-2009 έως 2025-2026 αυξήθηκαν μόνο στις ηλικιακές ομάδες 40-44 και 45-49 ετών, ενώ μειώθηκαν σε όλες τις άλλες.
Σύμφωνα με τον κ. Κοτζαμάνη, οι αλλαγές αυτές οφείλονται αφενός στην ταχύτατη μείωση της γονιμότητας (του αριθμού παιδιών ανά γυναίκα) για τις γενιές που γεννήθηκαν μετά το 1960, σε συνδυασμό με τη συνεχή αύξηση της μέσης ηλικίας απόκτησης παιδιών. Η αύξηση αυτή έχει διευκολυνθεί από τις σημαντικές προόδους στην υποβοηθούμενη αναπαραγωγή, στην οποία προσφεύγουν όλο και περισσότερα ζευγάρια που αποφασίζουν να αποκτήσουν παιδιά σε μεγαλύτερη ηλικία.
Οι μεταπολεμικές αλλαγές στις αναπαραγωγικές συμπεριφορές δεν περιορίζονται μόνο στην Ελλάδα, αλλά παρατηρούνται σε όλες τις ανεπτυγμένες ευρωπαϊκές χώρες, αν και με διαφορετικούς ρυθμούς. Κοινές τάσεις που επηρεάζουν αυτές τις συμπεριφορές περιλαμβάνουν:
- Έξαρση του ατομικισμού και επιθυμία για αυτο-εκπλήρωση.
- Ταχεία αστικοποίηση και μείωση του αγροτικού πληθυσμού.
- Μαζική είσοδος των γυναικών στην αγορά εργασίας.
- Αύξηση του χρόνου παραμονής των νεότερων γενεών, ιδίως των γυναικών, στο εκπαιδευτικό σύστημα.
- Δυσκολίες ένταξης στην αγορά εργασίας και πρόσβασης σε κατοικία.
- Εμπόδια για τον συνδυασμό οικογενειακής ζωής και επαγγελματικής σταδιοδρομίας, κυρίως για τις γυναίκες.
- Έμφυλες διακρίσεις.
- Αύξηση του κόστους ανατροφής ενός παιδιού.
- Διάχυση σύγχρονων και αποτελεσματικών μεθόδων αντισύλληψης.
Αυτές οι παράμετροι συνέβαλαν στον περιορισμό του ρόλου του παραδοσιακού οικογενειακού μοντέλου, προς όφελος του μοντέλου των δύο γονέων που εργάζονται (σε γάμο ή συμβίωση), οδηγώντας και στην αύξηση των εκτός γάμου γεννήσεων. Το μοντέλο αυτό είναι συχνά εύθραυστο, με αποτέλεσμα την ταχεία αύξηση των μονογονεϊκών νοικοκυριών.
Η Ελλάδα, σύμφωνα με τα ίδια στοιχεία, παρουσιάζει μεγαλύτερη απόκλιση σε σχέση με πολλές άλλες ευρωπαϊκές χώρες, καταγράφοντας τη μεγαλύτερη ποσοστιαία μείωση γεννήσεων από όλες τις χώρες της ΕΕ27 (εξαιρουμένων των πρώην σοσιαλιστικών) τόσο την περίοδο 1980-2008/09 (-20%) όσο και την περίοδο 2008/09-2025/26 (-45%). Επίσης, ανήκει στην ομάδα χωρών με τη μεγαλύτερη ποσοστιαία μείωση του αριθμού παιδιών ανά γυναίκα μεταξύ των γεννημένων στις αρχές της δεκαετίας του ’50 και αυτών που γεννήθηκαν τριάντα χρόνια αργότερα (αρχές δεκαετίας ’80). Ταυτόχρονα, κατέγραψε την ταχύτερη αύξηση της μέσης ηλικίας τεκνογονίας, με την ηλικία αυτή να αυξάνεται κατά περισσότερο από 5 χρόνια μεταξύ των γεννημένων το 1952 και αυτών που γεννήθηκαν το 1982.
Ο κ. Κοτζαμάνης καταλήγει τονίζοντας ότι οι διαφοροποιημένες στην Ελλάδα μεταβολές στη γονιμότητα των γενεών και στην ηλικία απόκτησης παιδιών, σε σχέση με άλλες χώρες, προκάλεσαν την εκ νέου κατάρρευση των γεννήσεων μετά το 2008-2009. Αυτή η κατάρρευση επιταχύνθηκε από τη μαζική μετανάστευση μετά το 2010, η οποία περιόρισε περαιτέρω την αναπόφευκτη μείωση του αριθμού των γυναικών αναπαραγωγικής ηλικίας.
Η απουσία ενός ευνοϊκού περιβάλλοντος στην Ελλάδα για την απόκτηση του επιθυμητού αριθμού παιδιών από τις νεότερες γενιές (που γεννήθηκαν μετά το 1980), σε συνδυασμό με την αύξηση της ανεργίας, τις δυσκολίες σταθερής ένταξης στην αγορά εργασίας, τη μείωση των πραγματικών εισοδημάτων και, μετά το 2020, την στεγαστική κρίση (ιδιαίτερα στα μεγάλα αστικά κέντρα), ενίσχυσαν την αίσθηση ανασφάλειας για το μέλλον. Αυτό επηρεάζει αναπόφευκτα τόσο τη δημιουργία οικογένειας όσο και την απόκτηση απογόνων.
ΑΠΕ-ΜΠΕ
