24/07/2026

Ενεργειακός Συναγερμός στην Ελλάδα: Εξετάζεται Επιδότηση στο Ντίζελ και στους Λογαριασμούς Ρεύματος

Νέο ενεργειακό συναγερμό σημαίνουν για την Ελλάδα οι γεωπολιτικές αναταράξεις στη Μέση Ανατολή, καθώς η εκτίναξη των διεθνών τιμών πετρελαίου και φυσικού αερίου αρχίζει να περνάει με μεγαλύτερη ένταση στην εγχώρια αγορά. Με τις τιμές των καυσίμων να φλερτάρουν ήδη με τα 2 ευρώ το λίτρο και τη χονδρεμπορική τιμή ηλεκτρικής ενέργειας να καταγράφει άνοδο

Η «Ρήτρα Διαφυγής» ως Προϋπόθεση για τη Μείωση της Φορολογίας στα Καύσιμα

Νέος Ενεργειακός Συναγερμός σημαίνουν οι γεωπολιτικές εξελίξεις στη Μέση Ανατολή για την Ελλάδα, καθώς η ραγδαία αύξηση των διεθνών τιμών πετρελαίου και φυσικού αερίου αρχίζει να επιδρά με μεγαλύτερη ένταση στην εγχώρια αγορά. Με τις τιμές των καυσίμων να πλησιάζουν τα 2 ευρώ το λίτρο και τη χονδρεμπορική τιμή ηλεκτρικής ενέργειας να καταγράφει αύξηση περίπου 24% τον Ιούλιο σε σχέση με τον Ιούνιο, η κυβέρνηση αντιμετωπίζει ένα νέο διπλό μέτωπο ανατιμήσεων σε καύσιμα και ηλεκτρικό ρεύμα.

Σύμφωνα με ρεπορτάζ, το ντίζελ αποτελεί το μεγαλύτερο «αγκάθι», καθώς οι αυξήσεις του μετακυλίονται στο κόστος μεταφοράς και παραγωγής, επηρεάζοντας ολόκληρη την οικονομία. Στο κυβερνητικό επιτελείο εξετάζονται οι δυνατότητες παρέμβασης, με την επαναφορά της επιδότησης του ντίζελ κίνησης στην αντλία να βρίσκεται, σύμφωνα με πληροφορίες, ψηλά στη λίστα των πιθανών μέτρων.

Νέα εστία ανησυχίας έχει δημιουργηθεί στην Ερυθρά Θάλασσα και στο στενό Μπαμπ ελ-Μαντέμπ, μια κρίσιμη θαλάσσια οδό που διακινείται περίπου το 7% της παγκόσμιας παραγωγής πετρελαίου. Η επαναδραστηριοποίηση των Χούθι και οι πρόσφατες επιθέσεις σε σαουδαραβικά δεξαμενόπλοια έχουν διαλύσει τις ελπίδες για αποκλιμάκωση των διεθνών τιμών, ωθώντας το Brent πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι. Η αγορά πετρελαίου βρίσκεται εκ νέου υπό ισχυρή πίεση, σε μια συγκυρία όπου τα παγκόσμια αποθέματα έχουν ήδη περιοριστεί.

Στο «κόκκινο» βρίσκεται και η αγορά φυσικού αερίου. Οι τιμές στον ολλανδικό κόμβο TTF έχουν ξεπεράσει τα 60 ευρώ ανά μεγαβατώρα, αγγίζοντας υψηλό τετραμήνου και εντείνοντας τις ανησυχίες για την ασφάλεια εφοδιασμού της Ευρώπης ενόψει του χειμώνα. Τα αποθέματα βρίσκονται στο 54%, σημαντικά χαμηλότερα από τον εποχικό μέσο όρο και στο δεύτερο χαμηλότερο επίπεδο για την περίοδο αυτή την τελευταία 15ετία. Η Ευρώπη καλείται να αναπληρώσει σημαντικό μέρος των αποθεμάτων της σε ένα περιβάλλον υψηλών τιμών, το οποίο θα επηρεάσει και τις τιμές ρεύματος.

Στην Ελλάδα, τα πρώτα «καμπανάκια» αντηχούν ήδη στα πρατήρια. Στην καρδιά της τουριστικής περιόδου, με τις μετακινήσεις στο αποκορύφωμά τους, οι μέσες τιμές έχουν φθάσει το 1,988 ευρώ/λίτρο για τη βενζίνη και το 1,981 ευρώ/λίτρο για το ντίζελ κίνησης. Αυτό συμβαίνει παρά την επιδότηση κατά 10 και 5 λεπτά αντιστοίχως που εφαρμόζουν τα διυλιστήρια από τις 14 Ιουλίου έως το τέλος Αυγούστου, έπειτα από κυβερνητική παρέμβαση. Σε δημοφιλείς τουριστικούς προορισμούς, μάλιστα, το φράγμα των δύο ευρώ έχει ήδη ξεπεραστεί.

Μεγαλύτερη ανησυχία προκαλεί η ταχύτητα ανόδου του ντίζελ. Η διεθνής αγορά αντιμετωπίζει στενότητα προσφοράς, η οποία έχει επιδεινωθεί από την παύση των ρωσικών εξαγωγών. Τα ουκρανικά πλήγματα σε ρωσικά διυλιστήρια έχουν περιορίσει σημαντικά την παραγωγική δυναμικότητα της Ρωσίας, προσθέτοντας έναν επιπλέον παράγοντα αβεβαιότητας στην παγκόσμια αγορά καυσίμων.

Το δεύτερο μεγάλο μέτωπο αφορά τις τιμές ηλεκτρικού ρεύματος. Η μέση χονδρεμπορική τιμή της μεγαβατώρας τον Ιούλιο κινείται μέχρι στιγμής περίπου 24% υψηλότερα από τον Ιούνιο, σε μια περίοδο αυξημένης ζήτησης λόγω των υψηλών θερμοκρασιών και της εκτεταμένης χρήσης κλιματιστικών. Η άνοδος αυτή προοιωνίζεται υψηλότερες χρεώσεις στα πράσινα και κίτρινα κυμαινόμενα τιμολόγια του Αυγούστου.

Το ύψος των τελικών ανατιμήσεων θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από το ποσοστό της αύξησης που θα επιλέξουν να απορροφήσουν οι προμηθευτές. Από αυτό θα κριθεί και εάν η κυβέρνηση θα ενεργοποιήσει εκ νέου το μέτρο των επιδότησεων στους λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος, το οποίο είχε χρησιμοποιηθεί στο παρελθόν για να συγκρατηθούν οι τελικές τιμές για τους καταναλωτές.

Η κυβέρνηση εμφανίζεται έτοιμη να παρέμβει εφόσον η ενεργειακή κρίση αποκτήσει μεγαλύτερη ένταση. Όπως έχει δηλώσει ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Κωστής Χατζηδάκης, η κατάσταση παρακολουθείται σε καθημερινή βάση και υπάρχουν διαθέσιμοι πόροι για τη χρηματοδότηση πρόσθετων μέτρων. «Εχουμε κρατήσει χρήματα στην άκρη και δεν θα μείνουμε με σταυρωμένα χέρια. Από την αρχή του χρόνου έχουν δοθεί 800 εκατ. ευρώ για την αντιμετώπιση των συνεπειών της κρίσης και υπάρχουν άλλα 200 εκατ. διαθέσιμα για την αντιμετώπιση των συνεπειών της διεθνούς ενεργειακής κρίσης», έχει επισημάνει.

Το κρίσιμο ερώτημα παραμένει πόσο θα διαρκέσει η διεθνής αναταραχή και πόσο γρήγορα θα μεταφερθεί στην πραγματική οικονομία. Με το πετρέλαιο πάνω από τα 100 δολάρια, το φυσικό αέριο σε ανοδική τροχιά και τις τιμές ηλεκτρισμού να ανεβαίνουν εν μέσω θέρους, το ενεργειακό κόστος επιστρέφει δυναμικά ως μία από τις μεγαλύτερες απειλές για τον πληθωρισμό, τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις.