04/08/2026

Ανασκόπηση DBRS: Οι Ελληνικές Τράπεζες Διατηρούν Ισχυρό Πιστωτικό Προφίλ, Παρά τους Εξωτερικούς Κινδύνους

Ισχυρό πιστωτικό προφίλ διατήρησαν κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026 (Ιανουαρίου-Ιουνίου) οι τέσσερις ελληνικές συστημικές τράπεζες, όπως τονίζει σε ενημερωτικό σημείωμα της η DBRS. Αυτό οφείλεται σε διάφορους παράγοντες, όπως στην κερδοφορία που είναι ανθεκτική, στη ποιότητα των περιουσιακών στοιχείων που είναι σταθερή, στη σημαντική αύξηση των δανείων και  στις χρηματοδοτήσεις και τα κεφάλαια που

Ανασκόπηση DBRS: Οι Ελληνικές Τράπεζες Διατηρούν Ισχυρό Πιστωτικό Προφίλ, Παρά τους Εξωτερικούς Κινδύνους

Ισχυρό Πιστωτικό Προφίλ για τις Ελληνικές Τράπεζες το Πρώτο Εξάμηνο του 2026, σύμφωνα με την DBRS

Οι τέσσερις συστημικές ελληνικές τράπεζες διατήρησαν ένα ισχυρό πιστωτικό προφίλ κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026 (Ιανουάριος-Ιούνιος), σύμφωνα με ενημερωτικό σημείωμα της DBRS. Η ανθεκτικότητα αυτή αποδίδεται σε παράγοντες όπως η σταθερή κερδοφορία, η αμετάβλητη ποιότητα των περιουσιακών στοιχείων, η σημαντική αύξηση των δανείων, καθώς και τα υγιή επίπεδα χρηματοδότησης και κεφαλαίων.

Παρά τους αναμενόμενους σημαντικούς κινδύνους από εξωτερικούς παράγοντες τους επόμενους μήνες, η DBRS επισημαίνει ότι η ανθεκτική κερδοφορία, τα υγιή προβλεπόμενα αποθέματα και οι άφθονοι πόροι χρηματοδότησης και κεφαλαίου αναμένεται να απορροφήσουν πιθανές διαταραχές.

Κέρδη και Απόδοση
Τα συνολικά καθαρά κέρδη των τεσσάρων ελληνικών συστημικών τραπεζών ανήλθαν σε 2,4 δισ. ευρώ το πρώτο εξάμηνο του 2026, σημειώνοντας αύξηση 2% σε ετήσια βάση (YOY). Αν εξαιρεθούν τα μη επαναλαμβανόμενα στοιχεία, η αύξηση ανέρχεται στο 11%. Η μέση απόδοση ιδίων κεφαλαίων (ROE) παρέμεινε ισχυρή, κοντά στο 12%.

Η αύξηση των εσόδων του κλάδου οφείλεται:

  • Στα καθαρά έσοδα από τόκους (NII) που δεν επηρεάστηκαν.
  • Στη σημαντική αύξηση των δανείων.
  • Στα υψηλότερα έσοδα από προμήθειες.

Παρά τα υψηλότερα λειτουργικά έξοδα, η λειτουργική κερδοφορία παρέμεινε σταθερή. Οι τράπεζες επιβεβαίωσαν ή αναθεώρησαν προς τα πάνω τις προβλέψεις τους για το 2026, κυρίως λόγω βελτιωμένων υποθέσεων για τα καθαρά επιτοκιακά περιθώρια, την αύξηση των δανείων και τα έσοδα από προμήθειες.

Κόστος Πιστώσεων και Ποιότητα Ενεργητικού
Το κόστος πιστώσεων μειώθηκε περαιτέρω, χωρίς οι τράπεζες να αλλάξουν τις προβλέψεις τους για την αντιμετώπιση γεωπολιτικών αβεβαιοτήτων και επιλεγμένων ιστορικών κινδύνων. Η ποιότητα των περιουσιακών στοιχείων παρέμεινε σε μεγάλο βαθμό σταθερή, με περιορισμένη δημιουργία νέων προβληματικών δανείων, συνεχιζόμενη μείωση του κινδύνου και ισχυρή πιστωτική επέκταση.

Χρηματοδότηση, Ρευστότητα και Κεφαλαιοποίηση
Οι ελληνικές τράπεζες συνεχίζουν να επωφελούνται από τα ισχυρά προφίλ χρηματοδότησης και ρευστότητας, που στηρίζονται στην αυξανόμενη καταθετική βάση και τη βελτιωμένη πρόσβαση στις αγορές.

Η κεφαλαιοποίηση παρέμεινε εύρωστη, παρά την ανάπτυξη της επιχειρηματικότητας, τις αυξημένες διανομές κεφαλαίου και τη στήριξη από την ισχυρή εσωτερική δημιουργία κεφαλαίου, τα άνετα εποπτικά κεφαλαιακά αποθέματα και τη βελτιωμένη ποιότητα των κεφαλαίων.

Βασικά Έσοδα
Τα συνολικά έσοδα του κλάδου αυξήθηκαν κατά 5% το πρώτο εξάμηνο του 2026 σε ετήσια βάση, με κινητήριες δυνάμεις την αύξηση των καθαρών εσόδων από τόκους (NII) και των καθαρών εσόδων από προμήθειες, οι οποίες υπεραντιστάθμισαν τη μείωση των λοιπών μη επιτοκιακών εσόδων. Τα βασικά έσοδα (NII και προμήθειες) αυξήθηκαν κατά 8% ετησίως, υπεραντισταθμίζοντας τις επιπτώσεις του χαμηλότερου επιτοκιακού περιβάλλοντος και της συμπίεσης των περιθωρίων σε σχέση με το πρώτο εξάμηνο του 2025.

Καθαρές Προοπτικές Εσόδων
Τα καθαρά έσοδα από τόκους αναμένεται να αυξηθούν περαιτέρω κατά το υπόλοιπο του 2026, λόγω πιθανής περαιτέρω αύξησης των επιτοκίων και της συνεχιζόμενης ισχυρής πιστωτικής επέκτασης.

Τα καθαρά έσοδα από προμήθειες κατέγραψαν άνοδο 20% το πρώτο εξάμηνο του 2026, λόγω αυξημένης δραστηριότητας στη διαχείριση περιουσίας, στις τραπεζικές υπηρεσίες συναλλαγών, στις ασφαλιστικές εργασίες και στις δραστηριότητες στις κεφαλαιαγορές. Τα έσοδα από προμήθειες αντιπροσώπευσαν περίπου το 23% των συνολικών εσόδων, έναντι 20% ένα χρόνο νωρίτερα, ενισχύοντας τη διαφοροποίηση των εσόδων.

Λειτουργικές Δαπάνες και Αποδοτικότητα
Οι λειτουργικές δαπάνες αυξήθηκαν κατά 10% ετησίως, αντανακλώντας κυρίως εξαγορές, υψηλότερες αμοιβές προσωπικού και συνεχιζόμενες επενδύσεις στην τεχνολογία και τον ψηφιακό μετασχηματισμό. Παρά τις πιέσεις, η λειτουργική αποδοτικότητα παρέμεινε ισχυρή, με τον μέσο δείκτη κόστους προς έσοδα στο 36% το πρώτο εξάμηνο του 2026.

Προβλέψεις για Ζημίες από Δάνεια (LLPs)
Τα συνολικά έσοδα προ προβλέψεων αυξήθηκαν κατά 3% ετησίως, παρέχοντας ένα σημαντικό απόθεμα για την απορρόφηση του κόστους πιστωτικού κινδύνου. Οι προβλέψεις για ζημίες από δάνεια (LLPs) μειώθηκαν κατά 24% ετησίως, ενισχύοντας το προφίλ κινδύνου των τραπεζών, παρά το περιβάλλον αυξημένης γεωπολιτικής αβεβαιότητας.

Το μέσο ετησιοποιημένο κόστος κινδύνου (COR) βελτιώθηκε σε περίπου 44 μονάδες βάσης (μ.β.) το πρώτο εξάμηνο του 2026, λόγω χαμηλότερων προβλέψεων και συνεχιζόμενης αύξησης του χαρτοφυλακίου δανείων.

Νόμος Κατσέλη και Στεγαστικά Δάνεια σε Ελβετικό Φράγκο
Οι ελληνικές τράπεζες επικαιροποίησαν το πλαίσιο σχηματισμού τους, ενσωματώνοντας τους αυξημένους γεωπολιτικούς κινδύνους. Έκαναν επιπρόσθετες προβλέψεις για τα στεγαστικά δάνεια σε ελβετικό φράγκο και αναγνώρισαν τις πρόσφατες αναθεωρήσεις του Αρείου Πάγου στις παραδοχές υπολογισμού των επιτοκίων στο πλαίσιο του Νόμου Κατσέλη.

Αυτά τα μέτρα στοχεύουν στην αντιμετώπιση των κινδύνων από την ανατίμηση του ελβετικού φράγκου έναντι του ευρώ και την υψηλότερη επιβάρυνση τόκων σε αναδιαρθρωμένα δάνεια.

Η πτωτική τάση του κόστους κινδύνου υποδηλώνει εξυγίανση των ισολογισμών και περιορισμό του κινδύνου τα τελευταία χρόνια. Ωστόσο, οι τράπεζες ενδέχεται να ενισχύσουν περαιτέρω τα αποθέματα, εάν οι γεωπολιτικοί κίνδυνοι παραμείνουν αυξημένοι ή οι ζημίες από στεγαστικά δάνεια σε ελβετικό φράγκο και δάνεια του Νόμου Κατσέλη ξεπεράσουν τις τρέχουσες εκτιμήσεις.

Ενεργητικό και Δάνεια
Οι δείκτες ποιότητας ενεργητικού παραμένουν σε βελτιωμένα επίπεδα, λόγω της οργανικής διαχείρισης προβληματικών ανοιγμάτων, των περιορισμένων νέων εισροών μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων (NPEs), της ισχυρής πιστωτικής επέκτασης και των υψηλών προβλεπόμενων αποθεμάτων.

Ο μέσος δείκτης ακαθάριστων NPEs ήταν σταθερός στο 2,6% στα τέλη Ιουνίου 2026, ενώ ο μέσος καθαρός δείκτης αυξήθηκε ελαφρώς στο 0,6%. Ο μέσος δείκτης κάλυψης των NPEs έπεσε σε περίπου 80%, αλλά παρέμεινε ισχυρός.

Η ποιότητα του ενεργητικού θα μπορούσε μεσοπρόθεσμα να επηρεαστεί από τις έμμεσες επιπτώσεις της γεωπολιτικής έντασης, όπως υψηλότερες τιμές ενέργειας, πληθωριστικές πιέσεις και ασθενέστερη οικονομική δραστηριότητα.

Πιστωτική Επέκταση
Οι ελληνικές τράπεζες εμφανίζουν ένα από τα ισχυρότερα προφίλ πιστωτικής επέκτασης στην Ευρώπη. Η αύξηση των επιχειρηματικών δανείων παρέμεινε ισχυρή στο 11% ετησίως τον Ιούνιο του 2026, αν και με επιβράδυνση, ποσοστό σημαντικά υψηλότερο από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης (περίπου 4%).

Η χρηματοδότηση των νοικοκυριών συνέχισε να ανακάμπτει, αυξανόμενη κατά περίπου 2,8% ετησίως, ευθυγραμμιζόμενη με τον μέσο όρο της Ευρωζώνης (2,9%). Η ανάκαμψη αυτή αντανακλά τη βελτίωση της πιστωτικής ζήτησης, αν και ο δανεισμός των νοικοκυριών περιορίζεται ακόμα από την κληρονομιά της παρατεταμένης απομόχλευσης και την υποτονική δραστηριότητα στην αγορά στεγαστικών δανείων.

Κεφαλαιοποίηση
Η κεφαλαιοποίηση των ελληνικών τραπεζών παραμένει εύρωστη, στηριζόμενη από την υγιή οργανική δημιουργία κεφαλαίου, η οποία αντισταθμίζει τις επιπτώσεις της ισχυρής πιστωτικής επέκτασης, των εξαγορών, των αυξημένων διανομών στους μετόχους και της απόσβεσης των αναβαλλόμενων φορολογικών πιστώσεων (DTCs).

Ο μέσος δείκτης Κεφαλαίων Κοινών Μετοχών της Κατηγορίας 1 (CET1) μειώθηκε στο 14,9% στα τέλη Ιουνίου 2026, από 15,5% στο τέλος του 2025, ενώ ο μέσος συνολικός δείκτης κεφαλαιακής επάρκειας έπεσε στο 19,7% από 20,1%.

Κεφαλαιακά Αποθέματα
Η κεφαλαιακή επάρκεια των ελληνικών τραπεζών παραμένει υγιής, στηριζόμενη από την ικανοποιητική οργανική δημιουργία κεφαλαίου. Ο μέσος δείκτης CET1 έπεσε στο 14,9% στο τέλος Ιουνίου 2026, ενώ ο μέσος δείκτης συνολικού κεφαλαίου μειώθηκε στο 19,7%.

Την ίδια στιγμή, η ποιότητα των κεφαλαίων βελτιώθηκε περαιτέρω, καθώς οι αναβαλλόμενες φορολογικές πιστώσεις αντιπροσώπευσαν σχεδόν το 40% των κεφαλαίων CET1 στα τέλη Ιουνίου 2026, έναντι 43% στο τέλος του 2025.