24/09/2026

Επανένωση Γλυπτών Παρθενώνα: Μητσοτάκης στον Guardian – «Πολιτική βούληση και σθένος» αλλά «Όχι» σε δανεισμό

Μητσοτάκης στον Guardian: «Πολιτική βούληση και σθένος» για την επανένωση των Γλυπτών του Παρθενώνα - «Όχι» σε δανεισμό

Η Αθήνα στέλνει ένα ξεκάθαρο μήνυμα προς το Λονδίνο σχετικά με το μέλλον των Γλυπτών του Παρθενώνα, τονίζοντας ότι η επίτευξη μιας λύσης είναι εφικτή με την απαραίτητη βούληση, χωρίς όμως η ελληνική πλευρά να υποχωρήσει σε ζητήματα αρχής.

Ο Έλληνας Πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης, δήλωσε ότι μια συμφωνία για την επιστροφή των Γλυπτών του Παρθενώνα μπορεί ακόμη να επιτευχθεί με «πολιτική βούληση», αλλά διευκρίνισε ότι η χώρα του δεν πρόκειται να αποδεχθεί διευθέτηση τύπου δανεισμού, όπως αυτή της Ταπισερί της Μπαγιέ από τη Γαλλία.

Σε άρθρο του που δημοσιεύθηκε στον Guardian, ο Κυριάκος Μητσοτάκης ανέφερε ότι η Ελλάδα «δεν μπορεί να αποδεχθεί καμία διευθέτηση που θα απαιτούσε την αναγνώριση της κυριότητας των γλυπτών από το Βρετανικό Μουσείο, ή ένα σχήμα που θα σήμαινε ότι «δανειζόμαστε» τμήματα του δικού μας μνημείου».

Η παρέμβασή του αυτή έρχεται λίγες εβδομάδες αφότου ο διευθυντής του Βρετανικού Μουσείου, Νίκολας Κάλιναν, είχε δηλώσει στους Financial Times ότι ο 10μηνος δανεισμός της Ταπισερί της Μπαγιέ από τη Γαλλία στο Βρετανικό Μουσείο θα μπορούσε να λειτουργήσει ως μοντέλο για μια συμφωνία.

Ο διευθυντής είχε σημειώσει ότι δεν υπάρχει «έτοιμο καλούπι», αλλά η ανταλλαγή αυτή αποτελεί παράδειγμα μιας επιτυχημένης διεθνούς εταιρικής σχέσης.

Στο άρθρο του, ο Μητσοτάκης επισημαίνει ότι η κατάσταση με τα Γλυπτά του Παρθενώνα διαφέρει ριζικά, καθώς η μισή ζωφόρος βρίσκεται ήδη στην Αθήνα – και κανείς δεν θα πρότεινε να κοπεί η Ταπισερί της Μπαγιέ στα δύο.

Υπενθυμίζοντας ότι ο νέος Βρετανός πρωθυπουργός Άντι Μπέρναμ είχε κάποτε υποστηρίξει την επιστροφή των γλυπτών, ο Έλληνας Πρωθυπουργός τόνισε ότι θα χρειαστεί «πολιτική βούληση και θάρρος», υπογραμμίζοντας όμως ότι η Ελλάδα δεν θα αποδεχθεί τίποτα λιγότερο από την «επανένωση» των γλυπτών στην Αθήνα.

Ο ίδιος τόνισε ότι αυτό θα μπορούσε να αποτελέσει «τη βάση μιας ευρείας και διαρκούς πολιτιστικής εταιρικής σχέσης μεταξύ των χωρών μας, δημιουργώντας νέες ευκαιρίες για εκθέσεις, επιστημονική έρευνα, συντήρηση και ανταλλαγές μεταξύ ελληνικών και βρετανικών μουσείων», συμπληρώνοντας ότι αυτό είναι και «το μεγάλο βραβείο».

Η παρέμβαση αυτή πραγματοποιείται εν μέσω σεναρίων που κάνουν λόγο για την πορεία των συνομιλιών μεταξύ του Βρετανικού Μουσείου και της ελληνικής κυβέρνησης για την επιστροφή των αρχαιοτήτων, με την εφημερίδα Telegraph να μεταδίδει ότι βρίσκονταν στα πρόθυρα κατάρρευσης.

Πηγές προσκείμενες στις συνομιλίες αμφισβήτησαν αυτόν τον χαρακτηρισμό, αναγνώρισαν ωστόσο ότι υπάρχει σημαντικό χάσμα που χρήζει γεφύρωσης στις μακροχρόνιες διαβουλεύσεις.

Από την πλευρά του, ο Μπέρναμ, ο οποίος είχε δηλώσει στο παρελθόν ότι τα γλυπτά πρέπει να επιστραφούν στην Ελλάδα, ανέφερε πιο πρόσφατα ότι το ζήτημα αφορά πλέον το Βρετανικό Μουσείο.

Η επιστροφή των γλυπτών αποτελεί μια πολιτιστική διαμάχη δεκαετιών μεταξύ του Ηνωμένου Βασιλείου, το οποίο εμποδίζει το Βρετανικό Μουσείο να επιστρέψει αντικείμενα από τη συλλογή του, και της Ελλάδας, η οποία θεωρεί ότι τα αντικείμενα είναι προϊόν λεηλασίας.

Ο Τζορτζ Όσμπορν, πρώην υπουργός Οικονομικών και νυν πρόεδρος του Βρετανικού Μουσείου, επιβεβαίωσε το 2023 ότι βρισκόταν σε συνομιλίες με την Ελλάδα για μια συμφωνία, διευκρινίζοντας όμως ότι δεν προσπαθούσε να αλλάξει τη νομοθεσία – αναφερόμενος στον νόμο περί Βρετανικού Μουσείου του 1963 (British Museum Act 1963), ο οποίος απαγορεύει στο μουσείο να αφαιρεί μόνιμα αντικείμενα από τη συλλογή του.

Εκείνη την περίοδο, είχε προταθεί ότι η συμφωνία θα μπορούσε να περιλαμβάνει την παρουσία των γλυπτών στο Λονδίνο και την Αθήνα σε διαφορετικές χρονικές περιόδους, με τη Βρετανία να λαμβάνει ως αντάλλαγμα «ελληνικούς θησαυρούς».

Το Βρετανικό Μουσείο ανέφερε ότι η θέση του και η ετοιμότητά του για την επίτευξη συμφωνίας παραμένουν αμετάβλητες.