Beriev Be-200: Καταρρίπτοντας τον Μύθο του «Υπερόπλου» στις Μάχες των Δασικών Πυρκαγιών
Η εναλλακτική επιλογή του ρωσικού πυροσβεστικού αεροσκάφους Beriev Be-200 αναβιώνει συχνά ως η «μαγική λύση» για τις δασικές πυρκαγιές. Η πραγματικότητα, όμως, όπως εξηγούν ειδικοί στο enikos.gr, απέχει παρασάγγας: νομικά κωλύματα πιστοποίησης στην Ευρώπη, εξαιρετικά υψηλό κόστος μίσθωσης, επιχειρησιακές αδυναμίες στο ανάγλυφο της Ελλάδας και η εργαλειοποίηση των κυρώσεων συνθέτουν την αλήθεια για το «ρωσικό γίγαντα».
Η εναλλακτική πρόταση του ρωσικού πυροσβεστικού αεροσκάφους Beriev Be-200 επανέρχεται συχνά στη δημόσια συζήτηση ως η «μαγική λύση» για την αντιμετώπιση των δασικών πυρκαγιών. Ωστόσο, η πραγματικότητα, όπως εξηγούν εξειδικευμένοι παράγοντες στο webreporter, είναι πολύ πιο σύνθετη. Νομικά εμπόδια για την πιστοποίηση στην Ευρώπη, εξαιρετικά υψηλό κόστος μίσθωσης, επιχειρησιακές αδυναμίες στο ελληνικό ανάγλυφο και η επιρροή των κυρώσεων συνθέτουν την πλήρη εικόνα για τον «ρωσικό γίγαντα».
του Χρήστου Μαζανίτη
Κάθε καλοκαίρι, καθώς οι δασικές πυρκαγιές ενσκήπτουν κατακαίγοντας τις μεσογειακές εκτάσεις, η δημόσια συζήτηση εστιάζει σχεδόν αναπόφευκτα στην αναζήτηση αποτελεσματικών λύσεων. Ορισμένες από αυτές παρουσιάζονται με εντυπωσιακό τρόπο, κερδίζοντας τις εντυπώσεις.
Ανάμεσα σε αυτές, το ρωσικό αμφίβιο αεριωθούμενο αεροσκάφος Beriev Be-200 κατέχει μια ιδιαίτερη θέση στη συλλογική αντίληψη. Συχνά προβάλλεται ως ένα ανίκητο «υπερόπλο» που, εάν βρισκόταν επιχειρησιακά διαθέσιμο, θα μπορούσε να σβήσει κάθε μέτωπο πυρκαγιάς αμέσως μόλις αυτό ξεσπά ή να περιορίσει την εξέλιξή του. Αυτή η υπεραπλουστευμένη εικόνα ενισχύεται από εντυπωσιακά βίντεο με ρίψεις νερού και από τα τεχνικά χαρακτηριστικά που παρουσιάζονται στα χαρτιά, όπως η εντυπωσιακή χωρητικότητα των 12 τόνων νερού.
Ωστόσο, όπως επισημαίνουν στο webreporter έμπειροι τεχνικοί και ιπτάμενοι με χιλιάδες ώρες πτήσης, η πραγματική αποτελεσματικότητα στην αεροπυρόσβεση είναι πολύ πιο σύνθετη από τους αριθμούς που αναγράφονται στα διαφημιστικά φυλλάδια.
Η αποτελεσματικότητα ενός εναέριου μέσου δεν καθορίζεται μόνο από την ποσότητα νερού που μπορεί να μεταφέρει, αλλά και από την ευελιξία του, τη συχνότητα των ρίψεων, την ικανότητά του να επιχειρεί σε ορεινές περιοχές με δύσκολο ανάγλυφο, και τη δυνατότητά του να λειτουργεί κάτω από ακραίες καιρικές συνθήκες. Ο μύθος του Beriev έχει οικοδομηθεί στην ψευδή υπόθεση ότι το μέγεθος και η ταχύτητα ισοδυναμούν αυτόματα με αποτελεσματικότητα, αγνοώντας τους ουσιαστικούς περιορισμούς που διέπουν την πραγματική του χρήση.
Το Ανυπέρβλητο Εμπόδιο της Ευρωπαϊκής Νομοθεσίας
Πέρα από τις επιχειρησιακές παραμέτρους, υφίσταται ένα αδιάσειστο νομικό και θεσμικό εμπόδιο που καθιστά αδύνατη την ένταξη του Beriev Be-200 στους στόλους αεροσκαφών των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το αεροσκάφος αυτό δεν διαθέτει, και είναι πρακτικά ανέφικτο να αποκτήσει, πιστοποίηση πολιτικής αεροπλοϊμότητας από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Ασφάλειας της Αεροπορίας (EASA). Οι ευρωπαϊκοί κανονισμοί πολιτικής αεροπορίας επιβάλλουν εξαιρετικά αυστηρά πρότυπα ασφαλείας, σχεδιασμού, ελέγχου κατασκευής και συντήρησης, τα οποία το συγκεκριμένο ρωσικό αεροσκάφος δεν πληροί.
Η διαδικασία πιστοποίησης ενός αεροσκάφους στην Ευρώπη απαιτεί απόλυτη διαφάνεια στα τεχνικά σχέδια, πλήρη πρόσβαση στις γραμμές παραγωγής, χρήση πιστοποιημένων κινητήρων και ανταλλακτικών που συμμορφώνονται με τα ευρωπαϊκά πρότυπα. Το Beriev χρησιμοποιεί κινητήρες και συστήματα που έχουν αναπτυχθεί εκτός του αυστηρού ευρωπαϊκού κανονιστικού πλαισίου. Χωρίς την πιστοποίηση τύπου από την EASA, κανένα ευρωπαϊκό κράτος δεν έχει τη νόμιμη δυνατότητα να αγοράσει, να νηολογήσει ή να εντάξει μόνιμα ή προσωρινά το αεροσκάφος αυτό στο εθνικό του σύστημα πολιτικής προστασίας. Οποιαδήποτε προσπάθεια παράκαμψης αυτών των κανόνων θα συνιστούσε σοβαρή παραβίαση του ενωσιακού δικαίου και θα θέτει σε άμεσο κίνδυνο την ασφάλεια των πτήσεων.
Το Βολικό Αφήγημα και η Επίδραση των Κυρώσεων
Μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία και την επιβολή των αυστηρών ευρωπαϊκών και διεθνών κυρώσεων κατά της Μόσχας, κάθε μορφή οικονομικής ή τεχνικής συνεργασίας με ρωσικές κρατικές εταιρείες αεροναυπηγικής έχει παύσει οριστικά. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και η περιστασιακή μίσθωση του αεροσκάφους μέσω ειδικών συμβάσεων, όπως συνέβαινε στο παρελθόν, είναι πλέον θεσμικά και νομικά ανέφικτη.
Αυτή η αντικειμενική εξέλιξη χρησιμοποιείται συχνά από ορισμένους κύκλους ως ένα βολικό πρόσχημα. Το αφήγημα που προβάλλεται υποστηρίζει ότι οι καταστροφικές πυρκαγιές των τελευταίων ετών οφείλονται στην απουσία του ρωσικού αεροσκάφους, η οποία προκαλείται από τις κυρώσεις. Ωστόσο, όπως τονίζουν οι ειδικοί στο webreporter, «πρόκειται για μια επικίνδυνη παραπληροφόρηση που επιδιώκει να μετατοπίσει την ευθύνη από τις δομικές αδυναμίες της δασοπροστασίας, την ανεπαρκή πρόληψη και τις σοβαρές συνέπειες της κλιματικής κρίσης, σε έναν υποτιθέμενο γεωπολιτικό καταναγκασμό». Οι υποστηρικτές αυτού του αφηγήματος ισχυρίζονται ότι εάν είχαμε το Beriev, τα δάση μας δεν θα καίγονταν, αγνοώντας εσκεμμένα τα πραγματικά δεδομένα από την προηγούμενη παρουσία του στην Ελλάδα.
Η Εμπειρία της Ελλάδας με το Beriev
Η Ελλάδα διαθέτει άμεση και καλά καταγεγραμμένη εμπειρία από τη χρήση του Beriev. Το καλοκαίρι του 2021, η ελληνική κυβέρνηση προχώρησε στη μίσθωση ενός τέτοιου αεροσκάφους για την αντιμετώπιση των πυρκαγιών. Το οικονομικό κόστος για αυτή τη μίσθωση ήταν αστρονομικό, καθώς ανήλθε σε περίπου 3,8 εκατομμύρια ευρώ για μόλις 4 μήνες παραμονής και επιχειρησιακής διαθεσιμότητας. Το ποσό αυτό, αναλογικά με τις ώρες πτήσης και την προσφερόμενη υπηρεσία, κατέστησε το Beriev το ακριβότερο εναέριο μέσο που επιχείρησε ποτέ στην ελληνική επικράτεια.
Παρόλα αυτά, η απόδοση του αεροσκάφους στο πεδίο της μάχης με τις πυρκαγιές δεν δικαιολόγησε σε καμία περίπτωση το δυσθεώρητο αυτό κόστος. Κατά τη διάρκεια των μεγάλων πυρκαγιών της Βαρυμπόμπης και της Βόρειας Εύβοιας, το Beriev αντιμετώπισε σοβαρότατα προβλήματα διαθεσιμότητας. Συγκεκριμένα, υπέστη σοβαρή βλάβη σε έναν από τους δύο κινητήρες του, γεγονός που το κράτησε καθηλωμένο στο έδαφος για κρίσιμα εικοσιτετράωρα, ακριβώς στην κορύφωση της κρίσης. Η ανάγκη μεταφοράς εξειδικευμένων τεχνικών και ανταλλακτικών από τη Ρωσία ανέδειξε την εξάρτηση και την ευπάθεια του συστήματος υποστήριξής του.
Τα Λειτουργικά Όρια των Αεριωθούμενων Μέσων σε Δύσκολο Ανάγλυφο
Πέραν των βλαβών και του υψηλού κόστους, το ίδιο το φυσικό περιβάλλον της Ελλάδας θέτει ουσιαστικά εμπόδια στη χρήση αεροσκαφών τέτοιου μεγέθους και τύπου. Το Beriev Be-200 είναι ένα βαρύ αεριωθούμενο αεροπλάνο που απαιτεί μεγάλες ακτίνες στροφής και υψηλές ταχύτητες πτήσης. Έχει αποδειχθεί αποτελεσματικό στην ευρεία ρωσική στέπα. Ωστόσο, το έντονο ανάγλυφο της χώρας μας, με τις στενές χαράδρες, τις απότομες πλαγιές και τους ισχυρούς καθοδικούς ανέμους, καθιστά εξαιρετικά επικίνδυνη ή ακόμα και αδύνατη τη χαμηλή πτήση που είναι απαραίτητη για μια εύστοχη ρίψη νερού.
Όταν ένα αεροσκάφος πραγματοποιεί ρίψη από μεγάλο ύψος και με υψηλή ταχύτητα, το νερό διασπάται σε σταγονίδια και εξατμίζεται πριν φτάσει στο έδαφος, ή διασπείρεται από τον άνεμο, χάνοντας τον στόχο. Επιπλέον, όσον αφορά τη διαδικασία υδροληψίας από τη θάλασσα, το Beriev απαιτεί ιδιαίτερα ήρεμη θάλασσα και μεγάλες ευθείες επιφάνειες. Στο Αιγαίο, όπου κατά τους καλοκαιρινούς μήνες επικρατούν ισχυρά μελτέμια και έντονος κυματισμός, η υδροληψία θεωρείται εξαιρετικά επικίνδυνη έως αδύνατη. Αυτό αναγκάζει το αεροσκάφος να καταφεύγει σε αεροδρόμια για γέμισμα από βυτιοφόρα, ακυρώνοντας έτσι το κύριο πλεονέκτημά του ως αμφίβιο.
Η αντιμετώπιση των δασικών πυρκαγιών δεν επιδέχεται μαγικές λύσεις ούτε επικοινωνιακά εντυπωσιακά αεροσκάφη που κοστίζουν εκατομμύρια χωρίς να προσφέρουν τα αναμενόμενα οφέλη. Οι Έλληνες ειδικοί είναι κατηγορηματικοί απέναντι στον μύθο του Beriev, ο οποίος καταρρέει υπό το βάρος της ευρωπαϊκής νομοθεσίας, της σκληρής οικονομικής πραγματικότητας και των γεωγραφικών ιδιαιτεροτήτων της χώρας μας. Όπως τονίζουν, η Ελλάδα έχει ανάγκη από ευέλικτα εναέρια μέσα, ενίσχυση των επίγειων δυνάμεων, ουσιαστική επένδυση στην πρόληψη και στον καθαρισμό των δασών, και όχι προσήλωση σε ανέφικτα και αναποτελεσματικά αφηγήματα. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι καμία χώρα της Δύσης δεν έχει επενδύσει στην πρόσκτηση ή στην ανάπτυξη ενός αεριωθούμενου πυροσβεστικού αεροπλάνου.
